Το δικαίωμα πληροφόρησης του διαδικαστικού σταδίου μιας υπόθεσης

0

Αικατερίνης Μάτση,
Αντεισαγγελέα Εφετών

Πρόσφατα ανέκυψε ζήτημα με αφορμή αφενός την ανακοίνωση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων ως προς το θέμα της παρέμβασης πολιτικού προσώπου στο πρόεδρο του ΣΤ’ τμήματος βουλευμάτων του Πρωτοδικείου Αθηνών και αφετέρου το δελτίο τύπου της Ένωσης Εισαγγελέων, που ακολούθησε για το ίδιο θέμα. Διαπιστώθηκε ότι για το ίδιο βιοτικό συμβάν δόθηκε εκ διαμέτρου αντίθετη ερμηνεία από τις δύο ενώσεις ως προς το ποια είναι τα όρια από τη μία του δικαιώματος κάθε πολίτη να ενημερώνεται για την εξέλιξη της υπόθεσης του, που άγεται προς κρίση στα δικαστήρια και από την άλλη, της αθέμιτης παρέμβασης στον δικαστικό και εισαγγελικό λειτουργό που χειρίζεται μία υπόθεση, είτε για επίσπευση της υπόθεσης του, είτε για προσπάθεια επηρεασμού της ουσιαστικής του κρίσης. Ως μέλος αμφότερων των ενώσεων θα ήθελα να επισημάνω τα ακόλουθα: σαφώς είναι δικαίωμα κάθε πολίτη να ενημερώνεται για την πορεία εκκρεμούσας υπόθεσης του.

Πλην όμως είναι γνωστό τοις πάσι, ότι τούτο επιτυγχάνεται με μία απλή ερώτηση στον γραμματέα του αρμόδιου γραφείου της Εισαγγελίας, ο οποίος οφείλει να ενημερώσει τον ενδιαφερόμενο για το διαδικαστικό στάδιο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση.

Επομένως είναι τουλάχιστον περιττό, ο ίδιος ο διάδικος να απευθυνθεί με οποιονδήποτε τρόπο (τηλεφωνικά ή με επίσκεψη στο γραφείο του), στον δικαστικό ή εισαγγελικό λειτουργό, που έχει χρεωθεί την οικεία δικογραφία, για να ενημερωθεί για την πορεία της υπόθεσης του. Εάν παρολ’ αυτά το πράξει, είναι εξαιρετικά πιθανόν, να μην επιδιώκει μόνο την ενημέρωση του αλλά να υποβάλει κάποιο άλλο αίτημα. Και βέβαια, τούτο είναι απολύτως νόμιμο και θεμιτό, ωστόσο, αναρωτιέμαι γιατί πρέπει να γίνει προφορικά, στα πλαίσια μιας προσωπικής συνάντησης με τον δικαστή ή εισαγγελέα – διαδικασία, η οποία σε κάθε περίπτωση είναι αδιαφανής, μη ελεγχόμενη και ενέχει τον κίνδυνο να προκαλέσει υπόνοιες μεροληψίας – και να μην λάβει χώρα με έγγραφο υπόμνημα, στο οποίο ο ενδιαφερόμενος θα καταγράψει ό,τι τον απασχολεί και το οποίο θα συσχετιστεί και θα αποτελέσει έγγραφο της δικογραφίας, προσιτό σε όποιον έχει έννομο συμφέρον, ώστε να λάβει γνώση και να ασκήσει τα δικαιώματα του. Άλλωστε αυτό δεν αποτελεί καμία καινοτομία, καθώς είναι πάγια πρακτική της συντριπτικής πλειοψηφίας των συναδέλφων, να ενημερώνουν τους διαδίκους, ότι εάν έχουν οποιοδήποτε αίτημα, μπορούν να το υποβάλουν εγγράφως.

Κατά συνέπεια, η άποψη ότι είναι δικαίωμα του διαδίκου να επικοινωνεί προσωπικά με τον Δικαστή ή τον Εισαγγελέα, χωρίς την παρουσία συνηγόρου και χωρίς την τήρηση οποιασδήποτε διαδικασίας, πέραν του ότι είναι ακατανόητη, αφού δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό, είναι και επικίνδυνη, διότι αφήνει εκτεθειμένο τον δικαστικό και εισαγγελικό λειτουργό, σε τυχόν διατύπωση σχολίων ή και καταγγελιών από τον ίδιο ή τον άλλο διάδικο για μεροληπτική του στάση.

Εν κατακλείδι, οφείλουμε εμείς οι ίδιοι να διαφυλάξουμε την ανεξαρτησία μας , με το να μην υιοθετούμε συγκυριακά απόψεις, οι οποίες όχι μόνο προσβάλλουν τον θεσμό που υπηρετούμε, αλλά ανοίγουν τον ασκό του Αιόλου για πρακτικές οι οποίες μακροπρόθεσμα θα θέσουν εν αμφιβόλω την αμεροληψία μας, που αποτελεί τον σκληρό πυρήνα της ανεξαρτησίας μας.

Σχόλια