ΔΣ Ιωαννίνων: Θέσεις του Δικηγορικού Συλλόγου Ιωαννίνων για την αποχή των Δικηγόρων

0

ΔΕΝ ΝΟΕΙΤΑΙ αποχή του δικηγορικού σώματος μόνο για τη διατήρηση του υποχρεωτικού νομοθετικού καθορισμού της ελάχιστης αμοιβής στην έμμισθη δικηγορική εντολή. Η αποχή για το λόγο αυτό το μόνο που επιβεβαιώνει είναι η αδιέξοδη δικηγορική πολιτική που αρνείται πεισματικά τη γενικευμένη διατήρηση του υποχρεωτικού νομοθετικού καθορισμού της δικηγορικής αμοιβής και εύλογα δημιουργεί την εντύπωση ότι η αποχή αποσκοπεί στη διατήρηση των κεκτημένων μιας μόνο επί μέρους κατηγορίας δικηγόρων για λόγους “πελατειακού συντεχνιακού συμφέροντος”. Σε περίπτωση που διατηρηθεί ο νομοθετικός καθορισμός της δικηγορικής αμοιβής μόνο για τους έμμισθους δικηγόρους τότε υφίσταται πρόδηλη δυσμενής μεταχείριση των ελεύθερων δικηγόρων οι οποίοι, στην πραγματικότητα, καλούνται να απέχουν από τα καθήκοντά τους προκειμένου να θεσμοθετηθεί και νέα ανισότητα σε βάρος τους.

Επίσης ΔΕΝ ΝΟΕΙΤΑΙ αποχή του δικηγορικού σώματος για την προσωρινή διαταγή στις εργατικές διαφορές τη στιγμή κατά την οποία με σειρά μνημονιακών ρυθμίσεων η πρόσβαση των πολιτών στην δικαιοσύνη έχει πλέον καταστεί «απαγορευμένη πόλη» και η παροχή (οριστικής και προσωρινής) αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας έχει καταστεί «είδος πολυτελείας» (υποκείμενο μάλιστα στον ανώτατο συντελεστή ΦΠΑ 23%!!) και «είδος ουσιώδες εν ανεπαρκεία» για την συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών και ιδίως των οικονομικά ασθενέστερων.

 

ΓΙ ΑΥΤΟ ΠΙΣΤΕΥΟΥΜΕ ΟΤΙ Η ΑΠΟΧΗ ΑΠΌ ΤΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΜΑΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΑΔΕΙΞΕΙ ΤΙΣ ΔΙΑΦΩΝΙΕΣ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ (ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΑ ΚΑΙ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑ):

A. ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ “ΚΩΔΙΚΑ ΠΕΡΙ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ”

1. Στην κατάργηση της εδαφικής δικηγορικής αρμοδιότητας και των “παρελκομένων” της (αποκλειστική έδρα, “εταιρείες χταπόδια”)

2. Στην κατάργηση του υποχρεωτικού νομοθετικού καθορισμού των ελαχίστων ορίων δικηγορικής αμοιβής και στην επιχειρούμενη κατάργηση των ποσών αναφοράς, στην αποσύνδεσή τους από τις υποχρεωτικές εισφορές και την φορολόγηση στην πηγή και στην υποκατάστασή τους από πάγιες εισφορές ανά διαδικαστική πράξη, στην αποδυνάμωση θεσμών δικηγορικής αλληλλεγγύης (ιδίως ότι αφορά στην εισροή πόρων από την επιδικαζόμενη υπέρ του οικείου δικηγορικού συλλόγου αναλογική δικηγορική αμοιβή στις δίκες ΑΑΑ ).

3. Στην ουσιαστική άρση των ασυμβίβαστων έργων του Δικηγόρου, ως κανόνα και η δημιουργία “παρακαμπτηρίων διόδων” για την ίδρυση πολυεπαγγελματικών / κεφαλαιουχικών εταιρειών.

4. Στον περιορισμό του αποκλειστικού έργου του Δικηγόρου (επιμέλεια διοικητικών υποθέσεων, μη υποχρεωτική παράσταση με δικηγόρο στις ενδικοφανείς διαδικασίες)

5. Στον περιορισμό της οικονομικής αυτονομίας και αυτοτέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων (καθορισμός των εισφορών για τους διανεμητικούς λογαριασμούς από τον Υπουργό Δικαιοσύνης χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του “οικείου” Δικηγορικού Συλλόγου, μετατροπή των μελών Δικηγορικών Συλλόγων που είναι εταίροι “εξωχώριας” δικηγορικής εταιρίας σε οικονομικώς ανενεργά μέλη)

6. Στους περιορισμούς – προβλήματα της δικολογικής δικηγορικής ικανότητας: Ως προς τη δυνατότητα άσκησης έφεσης και αίτησης ακύρωσης ενώπιον ΔΕφ και ΣτΕ από Δικηγόρο διορισμένο στο πρωτοδικείο; ως προς τη δυνατότητα αυτοδύναμης παράστασης και συμπαράστασης σε ανώτατο δικαστήριο Δικηγόρου διορισμένου στο Εφετείο σε υπόθεση στην οποία δεν είχε παρασταθεί, ενώ το δικαίωμα αυτό παρέχεται στον δικηγόρο διορισμένο στο Πρωτοδικείο μετά από συμπλήρωση δεκαετούς δικηγορικής υπηρεσίας τόσο στο Εφετείο όσο και στον ΑΠ στις ποινικές υποθέσεις (με συμπαράσταση); ως προς τη δυνατότητα άσκησης, υπογραφής και κατάθεσης από δικηγόρο διορισμένο στο Εφετείο, αίτησης αναίρεσης στο ΣτΕ ή στον ΑΠ σε υπόθεση που δεν είχε παραστεί, ως προς τη δυνατότητα άσκησης εφέσεως από δικηγόρο διορισμένο στο Εφετείο και παράστασης ή συμπαράστασης στο ΣτΕ ακόμη και σε υπόθεση που είχε παραστεί στις ακυρωτικές διαφορές.

7. Στις Δικηγορικές εταιρίες: Δεν προκύπτουν από την αιτιολογική έκθεση του σχεδίου νόμου οι επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογούν την απαγόρευση ίδρυσης πολυεπαγγελματικών/κεφαλαιουχικών δικηγορικών εταιριών, δεν υπάρχουν εγγυήσεις αποτροπής της εκμετάλλευσης των νέων ή οικονομικά ασθενέστερων μελών και ιδίως των διασυλλογικών δικηγορικών εταιριών ή τις σε βάρος τους καταχρήσεις.

8. Στον ΕπαναδιορισμόςΔικηγόρου: Υπό την εκδοχή ότι η παρ. 3 του άρθρου 27 του σχεδίου νόμου του “Κώδικα περί Δικηγόρων” αποτελεί εξειδίκευση της παρ. 1 του ιδίου άρθρου, εξαιρούνται από τη δυνατότητα επαναδιορισμού ως δικηγόρου οι Δικαστικοί λειτουργοί και τα μέλη του ΝΣΚ (καλή η διάταξη, όμως είναι βέβαια η δικαστική “κατάρρευσή” της, ενόψει της πάγιας νομολογίας του ΣτΕ). Υπό την εκδοχή ότι η παρ. 2 της ανωτέρω διάταξης είναι ανεξάρτητη από την παρ. 1 εξαιρούνται οι δικαστικοί λειτουργοί και τα μέλη του ΝΣΚ από την απαγόρευση άσκησης της Δικηγορίας στην Εφετειακή περιφέρεια που είχαν την έδρα τους την τελευταία πενταετία!!!

Β) ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗ ΑΣΚΗΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ.

1. Στην προσχηματική και καταχρηστική νομοθέτηση με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου (Π.Ν.Π.)

2. Στην προσχηματική και καταχρηστική νομοθέτηση με την μορφή νόμου αποτελούμενου από ένα άρθρο, δεκάδες «παραγράφους» και εκατοντάδες “υποπαραγράφους”.

3. Στην προσχηματική και καταχρηστική νομοθέτηση με τη διαδικασία του κατεπείγοντος.

4. Στις τροπολογίες σε άσχετα νομοσχέδια.

9. Στη μη τήρηση και καταστρατήγηση των κανόνων ορθής νομοθέτησης και βέλτιστης νομοθετικής πρακτικής.

10. Στην παροχή «λευκής» νομοθετικής εξουσιοδότησης.

11. Στην De facto εκχώρηση της αποκλειστικής νομοθετικής αρμοδιότητας της Βουλής στους διεθνείς πιστωτές ως «μέσο» εξασφάλισης της καταβολής της «επόμενης δόσης» της «δοσοεξαρτημένης» πλέον Ελληνικής Δημοκρατίας.

Γ) ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΕ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΑΙ ΣΕ ΔΙΚΑΙΗ ΔΙΚΗ

1. Στους περιορισμούς του δικαιώματος άσκησης εφέσεως και προσωρινής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας στον δεύτερο βαθμό στις φορολογικές και τελωνειακές διαφορές.

2. Στις απαγορεύσεις και περιορισμούς στο δικαίωμα άσκησης εφέσεως στις ακυρωτικές διαφορές.

3. Στους περιορισμούς και απαγορεύσεις στο δικαίωμα άσκησης αναιρέσεως στις διοικητικές διαφορές ουσίας.

4. Στους περιορισμούς στο δικαίωμα άσκησης εφέσεως στις stricto sensu ποινικές υποθέσεις (αύξηση των ελαχίστων ορίων της εφέσιμης ποινής)

5. Στα πάγια παράβολα στην πολιτική, ποινική και διοικητική δίκη.

6. Στα αναλογικά παράβολα και λοιπές αναλογικές οικονομικές επιβαρύνσεις στην διοικητική και πολιτική δίκη.

7. Στην απόρριψη ενδίκων βοηθημάτων και μέσων σε Συμβούλιο χωρίς την τήρηση των εγγυήσεων της δίκαιης δίκης (προηγούμενη ακρόαση, δημοσιότητα, αντιμωλία) στην διοικητική δίκη, με επαπειλούμενη προσαύξηση των παγίων και αναλογικών παραβόλων σε περίπτωση υποβολής αιτήματος διεξαγωγής της δίκης στο ακροατήριο με τις εγγυήσεις της δίκαιης δίκης.

8. Στους περιορισμούς του δικαιώματος παροχής αποτελεσματικής προσωρινής δικαστικής προστασίας στον πρώτο βαθμό στις φορολογικές, τελωνειακές και χρηματικού περιεχομένου διοικητικές διαφορές, στις ακυρωτικές και πειθαρχικές δίκες και στις εργατικές διαφορές.

9. Στην επιχειρούμενη οριστική κατάργηση του διπλού βαθμού δικαιοδοσίας και της αναιρέσεως στις φορολογικές, τελωνειακές και στις λοιπές ποινικές φύσεως διοικητικές υποθέσεις (βλ σχέδιο νόμου για τις ενδικοφανείς προσφυγές) και στη διαγραφή εκκρεμών υποθέσεων από τα πινάκια είτε με την παραγραφή ποινικών υποθέσεων, είτε με την κατάργηση εκκρεμών διοικητικών δικών (βλ. τροπολογία στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων “Αναδιάρθρωση της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και λοιπές διατάξεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων”)

Δ. ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΡΟΣΒΟΛΕΣ ΑΤΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΘΕΜΕΛΕΙΩΔΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ

1) Στις οριζόντιες και αναδρομικές μειώσεις μισθών και συντάξεων ακόμη και κάτω από το ελάχιστο επίπεδο της αξιοπρεπούς διαβίωσης.

2) Στην επιβολή «κεφαλικών» φόρων και στην κατάργηση του αφορολογήτου ορίου στους ελεύθερους επαγγελματίες.

3) Στις φορολογικές διακρίσεις και ανισότητες μεταξύ ελεύθερων και εμμίσθων δικηγόρων.

4) Στην έμμεση αναδρομική επιβολή φόρου με νομοθετικά «τεχνάσματα» και νομολογιακά «σοφίσματα».

5) Στην πολλαπλή, πλασματική και δημευτική φορολόγηση.

6) Στην πολλαπλή ποινικοποίηση των διοικητικών διαφορών και ιδίως των φορολογικών και τελωνιακών στις παραβάσεις και καταστρατηγήσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων υπεράσπισης, στην άρνηση εφαρμογής της ΕΣΔΑ, του Δ.Σ.Α.Π.Δ και του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου, ως αντισυνταγματικών!!!, κ.α.

7) Στη θέση υπαλλήλων σε αυτοδίκαιη αργία με μόνο λόγο την παραπομπή τους στο ακροατήριο ποινικού δικαστηρίου.

8) Στις υπέρογκες διοικητικές κυρώσει κατά παράβαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, της αρχής της αναλογικότητας και της αρχής nulla poena sine procressu.

9) Στην αναγκαστική είσπραξη απαιτήσεων του Δημοσίου σε βάρος των πολιτών κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και της ισότητας και της δίκαιης δίκης.

10) Στις καταστρατηγήσεις των συνταγματικών αρχών της μονιμότητας, της συνεχούς λειτουργίας και της εύρυθμης και ορθολογικής οργάνωσης της δημόσιας υπηρεσίας, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της ισότητας, αναλογικότητας και αξιοκρατίας, με την οριζόντια κατάργηση οργανικών θέσεων, την «διαθεσιμότητα» και την «κινητικότητα».

11) Στο νομοθετικό και νομολογιακό «κούρεμα» απαιτήσεων των πολιτών σε βάρος του Δημοσίου.

12) Στις διακρίσεις και καταχρήσεις σε βάρος εργαζομένων στο Δημόσιο με σύμβαση εργασίας ι.δ.ο.χ.

13) Στη μείωση του επιπέδου προστασίας των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα.

14) Στην ανεπίτρεπτη (κατά το Σύνταγμα, το Ενωσιακό Δίκαιο και την ΕΣΔΑ) σύνδεση εκπλήρωσης υποχρεώσεων προς το κράτος με σύμβαση παροχής θεμελιώδους κοινωνικού αγαθού.

15) Στις καταχρήσεις των «ανακεφαλαιοποιημένων» με δημόσιο χρήμα τραπεζών σε βάρος των δανειοληπτών.

 

Ε) ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΘΕΜΕΛΙΩΔΩΝ ΑΡΧΩΝ ΚΑΙ ΘΕΣΜΩΝ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΟΣ

Η συστηματική παράβαση του Συντάγματος και των ανθρώπινων δικαιωμάτων, προκειμένου να καταστεί ανενεργό, διαρκώς ή προσκαίρως το δημοκρατικό πολίτευμα, που στηρίζεται στη λαϊκή κυριαρχία (και όχι στην κυριαρχία της τρόικα) ή οι θεμελιώδεις αρχές και θεσμοί του πολιτεύματος, όπως είναι η αρχή της δέσμευσης του νομοθέτη από το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ κλπ. και της εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας από το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ κλπ. και η προστασία των ατομικών δικαιωμάτων, πέραν των άλλων, δύναται να αποτελέσει ακόμη και λόγο αποπομπής της Ελλάδας από το Συμβούλιο της Ευρώπης.

Μόνη αποτελεσματική άμυνα του Δικηγορικού Σώματος είναι η ανάδειξη και τεκμηρίωση των ανωτέρω ζητημάτων, ιδίως σήμερα που τα ατομικά και θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών πλήττονται νομοθετικά και νομολογιακά.

Σχόλια