ΔΣ Λάρισας: Εισήγηση ΔΣΛ στην Ολομέλεια των Χανίων για τροποποίηση άρθρου 96 Κωδ.Δικηγόρων

0

 Η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 8 του ν. 3919/2011, με την οποία αντικαταστάθηκε το άρθρο 96 του ΚωδΔικ, στο πλαίσιο απελευθέρωσης των επαγγελμάτων και καθιερώθηκε το πρώτον η υποχρέωση του Δικηγόρου να προκαταβάλλει ορισμένο ποσοστό επί ποσού αναφοράς ίσο με το παρακρατούμενο από την προκαταβολή της δικηγορικής αμοιβής «αντί της μέχρι τότε προηγούμενης αντίστοιχης υποχρέωσης των διαδίκων» είναι άστοχη και δεν συνάδει με την ιδιότητα και υπόσταση του δικηγόρου, ο οποίος ΔΕΝ είναι μόνο και απλά επαγγελματίας, αλλά και άμισθος δημόσιος υπάλληλος και λειτουργός, συμμετέχων ουσιωδώς και ενεργά στην απονομή της δικαιοσύνης, ενώ δεν προσδίδει κάτι ουσιαστικό στην περιβόητη «απελευθέρωση» του ήδη αντικειμενικά απελευθερωμένου δικηγορικού επαγγέλματος και εισάγει ανισότητα αντισυνταγματική σε σχέση με τις συνέπειες μη καταβολής των παρακρατούμενων ποσοστών επί αμοιβών (ή και όλων των αμοιβών) επί άλλων ομοίων περιπτώσεων (882 και 882Α ΚΠολΔ).
 Πρέπει συνεπώς αφ ενός μεν να επαναφερθεί η υπό των διαδίκων υποχρέωση  προκαταβολής του γραμματίου των ΔΣ, αφ ετέρου δε να ρυθμισθούν άμεσες και αποτελεσματικές συνέπειες, επί μη προκαταβολής, χωρίς να αναιρείται το δικαίωμα δικαστικής προστασίας των πολιτών, μήτε να παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας.

 ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΤΗΣ ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΙΑΔΙΚΟΥΣ
  Όπως έχει νομολογηθεί (και δη κατά την κρίσιμη 33/1995 απόφαση του ΑΕΔ), ο κοινός νομοθέτης μπορεί να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και δαπανήματα για το έγκυρο ή παραδεκτό της άσκησης διαδικαστικών πράξεων, ενδίκων μέσων και την πρόοδο της δίκης, τα οποία είναι συνταγματικώς ανεκτά, εφόσον συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την απονομή της δικαιοσύνης και να μην υπερβαίνουν τα όρια πέραν των οποίων τα μέτρα αυτά ισοδυναμούν με κατάλυση άμεση ή έμμεση του συνταγματικά προστατευόμενου ατομικού δικαιώματος περί παροχής έννομης προστασίας.
 Ενόψει του ότι ο δικηγόρος δεν είναι απλά ένας επαγγελματίας, αλλά άμισθος δημόσιος υπάλληλος και λειτουργός με αυξημένες οιονεί «πολιτειακές» εξουσίες, δικαιώματα και υποχρεώσεις, η επαγγελματική του ιδιότητα είναι όλως ιδιάζουσα και διαφοροποιημένη σε σχέση με τα λοιπά επαγγέλματα. Εν όψει δε, περαιτέρω, του ότι τα εκ του Κώδικα Δικηγόρων δικαιώματα, εξουσίες και αρμοδιότητες τον καθιστούν αδιαμφισβήτητα και αναντίλλεκτα ενεργό συμμέτοχο και συμπράττοντα στην απονομή της δικαιοσύνης, καθίσταται συνακόλουθο ότι στην απελευθέρωση των επαγγελμάτων δεν μπορεί να περιληφθούν, άνευ επιβαλλόμενων και συνταγματικά ανεκτών διακρίσεων, οι δικηγόροι, ώστε να μην είναι υπόχρεοι στην προκαταβολή του γραμματίου των ΔΣ οι διάδικοι και εντολείς, αλλά αυτοί οι ίδιοι οι δικηγόροι και δη χωρίς καμία απολύτως δραστική κύρωση επί μη προκαταβολής του ως άνω ποσοστού.
Διότι, εν προκειμένω δεν είναι νοητό, μήτε λογικό από τη μία πλευρά ο δικηγόρος κατά το ν. 3424/2005 να υποχρεούται ΝΑ ΠΑΡΕΧΕΙ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ προς τους πελάτες – εντολείς του, ακόμη κι όταν γνωρίζει ή υποπτεύεται ότι οι συναλλαγές τους συνδέονται με νομιμοποίηση παράνομων εσόδων προκειμένου να μην παρεμποδιστεί η δίωξη αυτών και από την άλλη πλευρά να υποχρεούται να προκαταβάλλει, δηλαδή να πληρώνει ο ίδιος εξ ιδίων του χρημάτων, για την διευκόλυνση της ποινικής δίωξης και τιμωρίας των ενόχων εντολέων του, στην οποία βάσει του άνω νόμου υποχρεούται να συμπράξει και ο ίδιος ο δικηγόρος, καθιστάμενος έτσι αυτόδηλα οιονεί συμμετοχικό όργανο της ποινικής διαδικασίας.
 Παράλληλα δε, κατά τον Κώδικα Δικηγόρων, η κοινωνική συμπεριφορά του δικηγόρου πρέπει να είναι αυστηρά προσεκτική και αδιάβλητη, αφού κατά την 360/2010 απόφαση του ΣΤΕ συνιστά πειθαρχικό αδίκημα τιμωρούμενο η δημοσίευση ολόσωμης φωτογραφίας σε περιοδικό μόδας με αναφορά στο ότι είναι δικηγόρος επωνύμων, καθόσον στοιχειοθετεί συμπεριφορά μη συμβατή με τη δεοντολογία του δικηγορικού επαγγέλματος διότι δι` αυτού του τρόπου διαφημίζεται η επαγγελματική δραστηριότητα του αιτούντος κατά τρόπο που απάδει στο κύρος του δικηγόρου και ως φορέα δημοσίου λειτουργήματος, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει με άλλα επαγγέλματα και καταδεικνύει την ιδιάζουσα «επαγγελματική» του ιδιότητα, η οποία δικαιολογεί και επιβάλλει διαφορετική μεταχείρισή του, ακόμη και στο θέμα των αμοιβών, συναφές των οποίων είναι η υποχρέωση προκαταβολής υπό του ιδίου του ρηθέντος ποσοστού.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ περί διαιτησίας, η οποία κατά την κρατούσα άποψη είναι θεσμός του ουσιαστικού δικαίου περί συμβάσεων, ρυθμίζεται ο τρόπος καταβολής των διαιτητών (κατά τις διακρίσεις των 288 και 288Α ΚΠολΔ) και ειδικότερα (επί ιδιωτών διαιτητών κατά το 882 ΚΠολΔ) προκαταβάλλονται από τους διαδίκους τα ποσοστά αυτής υπέρ του ΤΑΧΔΙΚ και των άλλων ταμείων – φορέων, με ουσιαστική άλλως κύρωση την ΜΗ υποχρέωση των διαιτητών να καταθέσουν τη διαιτητική απόφαση και την μη περιαφή αυτής με τον εκτελεστήριο τύπο, καθόσον επί μη προκαταβολής του παρακρατούμενου ποσοστού υπέρ ΤΑΧΔΙΚ  και επί μη προκαταβολής όλης της αμοιβής επί δικαστικών διαιτητών (882Α ΚΠολΔ), η τυχόν κατατιθέμενη διαιτητική απόφαση είναι ΑΚΥΡΗ, (βλ. Βαθρακοκοίλη ΕρμΚΠολΔ υπ άρθρο 882Α, σελ. 779).
 Κατά το Σύνταγμα η απονομή δικαιοσύνης γίνεται από τα δικαστήρια και τους δικαστικούς λειτουργούς και σύμφωνα με τους νόμους που εκδίδονται σε εκτέλεση της συνταγματικής αυτής επιταγής. Λόγω του πολύπλοκου και δυσχερούς έργου της απονομής δικαιοσύνης και του σκοπού δίκαιης και της αμερόληπτης λειτουργίας της προς το σκοπό προστασίας των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων των πολιτών κατά την έννοια του κράτους δικαίου, οι δικηγόροι κατέστησαν άμεσα όργανα συμμετοχής και σύμπραξης στην απονομή της δικαιοσύνης ως άμισθοι δημόσιοι υπάλληλοι και λειτουργοί.  Προς το σκοπό αυτό ο ΚΠολΔ (άρθρο 94)  (αλλά και ο ΚΠοινΔ για τα κακουργήματα)καθιερώνει στη συντριπτική πλειοψηφία την υποχρεωτική παράσταση δικηγόρων όχι για λόγους συντεχνιακούς, αλλά προς ουσιαστική βοήθηση στην απονομή της δικαιοσύνης.
 Έτσι, στις υποθέσεις που εκ του νόμου είναι υποχρεωτική, κατά τα άνω, η παράσταση δικηγόρου ή και όπου χωρίς υποχρέωση οι διάδικοι αναθέτουν σε δικηγόρο χειρισμό υπόθεσής τους με εντολή να ενεργήσουν τα αναγκαία για την υπεράσπισή τους  /ας μην παροράται και η ευθύνη των δικηγόρων εκ κακοδικίας/τότε η παρουσία του δικηγόρου, η νομική του παράσταση, η άσκηση των επιβαλλόμενων διαδικαστικών πράξεων και των ένδικων μέσων ή βοηθημάτων, η προβολή των ισχυρισμών και ενστάσεων αλλά και η εν γένει συμμετοχή του συνιστούν αυτόδηλη σύμπραξη στη δικαιοδοτική πολιτειακή λειτουργία και την απονομή της δικαιοσύνης.
Ετσι, δεν αποκλείεται στον κοινό νομοθέτη να καθορίζει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη διεξαγωγή των δικών, επομένως και της παράτασης στα δικαστήρια των δικηγόρων, που είναι ουσιαστικά πρόσωπα στην απονομή της δικαιοσύνης και παράγοντες της δίκης. Επομένως, δεν αποκλείει και τη θέσπιση διατάξεων, που αποβλέπουν και στην εξύψωση του κύρους του λειτουργήματος των δικηγόρων, εφόσον και αυτή, σε τελική ανάλυση, έχει άμεση σχέση με την ομαλή λειτουργία των δικαστηρίων και την, απ` αυτά, απονομή της δικαιοσύνης. Άρα, είναι νόμιμη και συνταγματική η θέσπιση δικονομικών προϋποθέσεων και δαπανημάτων για την αμοιβή των δικηγόρων, αφού, δίχως εθελοτυφλισμό, αυτά συνάπτονται και συμβάλλουν αναντίλεκτα στην ποιοτική και ουσιαστική λειτουργία της απονομής της δικαιοσύνης και σε καμία περίπτωση δεν προκαλούν αδυναμία ή δυσχέρανση ή κατάλυση του δικαιώματος των πολιτών για προσφυγή στη δικαιοσύνη.
 Άλλωστε, η προκαταβολή της αμοιβής του δικηγόρου, ή έστω του παρακρατούμενου ποσοστού επ αυτής, που πρέπει κατά τα παραπάνω να αποτελεί υποχρέωση των διαδίκων – εντολέων και ΟΧΙ του συμπράττοντος στην απονομή της δικαιοσύνης δικηγόρου, αφορά ποσά αναφοράς που δεν είναι υψηλά, αλλά μικρά και όλως αναλογικά με την υφή και τη σοβαρότητα κάθε υπόθεσης σε τρόπο ώστε δεν μπορεί να νοηθεί σε καμία περίπτωση ότι με την προκαταβολή αυτών παρεμποδίζεται το δικαίωμα του πολίτη να προσφύγει στα δικαστήρια (πρβλ ολΣΤΕ 994/2010, 1583/2010, που έκριναν επί συνταγματικότητας της διάταξης του 277 παρ. 1 ΚΔΔ για την προσκόμιση παραβόλου επί προσφυγής).
 Προς επίρρωση των παραπάνω και τα ακόλουθα :
(α) Στην έννοια του υπαλλήλου του άρθρου 13 ΠΚ υπάγεται και ο δικηγόρος, με την ιδιότητα αυτού ως άμισθου δημόσιου υπαλλήλου και λειτουργού, κι έτσι καθίσταται υποκείμενο διαφόρων αδικημάτων (όπως 242 ΠΚ – ΑΠ 983/2011, ΑΠ 670/2001).
(β) Κατά το νόμο 3424/2005 οι δικηγόροι κατατάσσονται μεταξύ των προσώπων που έχουν υποχρέωση να βοηθούν τις αρχές στην αντιμετώπιση της νομιμοποίησης παράνομων εσόδων, υποχρεούμενοι να τηρούν συγκεκριμένες υποχρεώσεις, όπως (1) να τηρούν κανόνες επιμέλειας και να διαπιστώσουν την πιθανή τέλεση νομιμοποίησης παράνομων εσόδων ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, (2) να τηρούν αρχεία και στοιχεία για να χρησιμοποιηθούν σε κάθε έρευνα ή διερεύνηση διάπραξης των άνω εγκλημάτων, (3) να αναφέρουν στις αρχές ύποπτες συναλλαγές ή να χορηγούν στοιχεία σχετικά με αυτές όταν τους ζητούνται αρμοδίως και (4) να παρέχουν υπηρεσίες προς τους πελάτες τους ακόμη κι όταν γνωρίζουν ή υποπτεύονται ότι οι συναλλαγές στις οποίες συμμετέχουν συνδέονται με νομιμοποίηση παράνομων εσόδων ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, προκειμένου να μην παρεμποδιστεί η δίωξη των πελατών τους.
(γ) Κατά το άρθρο 65 του ν. 2538/1997 ορίζεται ότι επί μεταβίβασης για οποιαδήποτε αιτία της κυριότητας των αγροτικών ακινήτων, για τα οποία επιβάλλονται οι εισφορές, τα αρδευτικά τέλη της παρ. 1 του άρθρου 3 του νδ 1977/72 και πριν την υπογραφή του συμβολαίου οι πωλητές υποχρεούνται να προσκομίσουν στο Συμβολαιογράφο βεβαίωση του οικείου ΟΕΒ (που είναι νπιδ) περί μη οφειλής των άνω οφειλών, άλλως το συμβόλαιο μεταβίβασης είναι άκυρο.

 ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΔΡΑΣΤΙΚΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΜΗ ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΗΣ
 Επί μη καταβολής του γραμματίου προείσπραξης από τους διαδίκους (άλλως από τους δικηγόρους) πρέπει να προβλεφθούν άμεσες και δραστικές (προληπτικά) συνέπειες, χωρίς όμως να αναιρείται και εκμηδενίζεται το δικαίωμα δικαστικής προστασίας των πολιτών.
 Δεδομένου ότι υφίστανται δικονομικές διαφοροποιήσεις (αναλόγως της δικαιοδοσίας, όπως πολιτικής, διοικητικής, ποινικής δίκης), θα πρέπει η βασική σχετική τροποποίηση να γίνει κατά την σύνταξη του νέου Κώδικα Δικηγόρων, με ακολούθως παράλληλη συγκεκριμένη εναρμόνιση των αντίστοιχων δικονομικών Κωδίκων.
 Ετσι στον Κώδικα Δικηγόρων θα πρέπει να περιληφθεί διάταξη που να αναγορεύει, όχι απλά ερμηνευτικά, αλλά με ρητή δ/ξη τον δικηγόρο ουσιαστικό συμμέτοχο και παράγοντα της απονομής δικαιοσύνης και να καθορίζει τις συνέπειες μη προκαταβολής του γραμματίου προείσπραξης, κατά ένα, ΚΑΤ ΑΡΧΗΝ, γενικό ενδεικτικό πλαίσιο, ως εξής :
 1. Σε πολιτικές και διοικητικές υποθέσεις :
 α. Η μη καταβολή του γραμματίου προείσπραξης από τον επισπεύδοντα διαδικαστική πράξη (όπως ενάγοντα, παρεμβαίνοντα, προσφεύγοντα, αιτούντα την ακύρωση) θα επάγεται απαράδεκτο αυτής, άλλως της συζήτησης (βλ. αναλογικά συνέπειες μη εγγραφής στο πινάκιο).
 β. Η μη καταβολή του γραμματίου προείσπραξης από τον καθού η διαδικαστική πράξη (όπως εναγόμενο, καθού η παρέμβαση, προσφυγή, αίτηση ακύρωσης) θα επάγεται απαράδεκτο των ισχυρισμών του (που δε ερευνώνται αυτεπάγγελτα), με δικαίωμα του εκπροσωπούμενου διαδίκου προς άσκηση ενδίκων μέσων για διόρθωση ιδίων παραλείψεων (πρβλ όπως επί μη καταβολής δικ. ενσήμου).
 γ. Και στις δύο ως άνω περιπτώσεις μπορεί να προβλεφθεί ως πρόσθετη κύρωση, επί επαναφοράς της άνω πλημμελούς διαδικαστικής πράξης, αυξημένη δικ. δαπάνη ή γραμμάτιο προείσπραξης σε βάρος του υπαίτιου, που θα προκαλέσει και επισπεύσει επανάληψη της διαδικαστικής πράξης.
 2. Σε ποινικές υποθέσεις :
 α. Η μη καταβολή του γραμματίου προείσπραξης από τον πολιτικώς ενάγοντα θα επάγεται, κατ αρχήν, απαράδεκτο αυτής.
 β. Η μη καταβολή του γραμματίου προείσπραξης από τον κατηγορούμενο σε όλες τις υποθέσεις (πλην των περιπτώσεων αυτεπάγγελτου διορισμού συνηγόρου) θα επάγεται αδυναμία παράστασης του συνηγόρου, δεδομένου ότι επί ποινικών υποθέσεων η έρευνα της αθωότητας ή ενοχής του κατηγορουμένου ερευνάται κατά το ανακριτικό σύστημα στην προδικασία και κατά το ελεύθερο σύστημα (και της ηθικής) απόδειξης από το δικαστήριο κατά την κύρια διαδικασία.   Σε όλα τα παραπάνω δεν πρέπει να παροράται η ευχέρεια, δυνατότητα αλλά και υποχρέωση του δικαστηρίου για κλήση διαδίκων προς συμπλήρωση τυπικών ελλείψεων, όπως και τα παρεχόμενα δικαιώματα ευεργήματος επί πενίας και επί δικαούχων νομικής βοήθειας. Ετσι, εκ του συνδυασμού των παραπάνω, προκύπτει ότι επιβάλλεται η τροποποίηση του (96 Κωδ.Δικ. αφού δεν θίγεται το συνταγματικό δικαίωμα προσφυγής των πολιτών στη δικαιοσύνη, μήτε παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας.

Χανιά 14 Σεπτεμβρίου 2012
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ.ΚΑΤΣΑΡΟΣ
 

Σχόλια