Ένωση Δικαστικών Λειτουργών ΣτΕ: Απόψεις του ΔΣ της Ένωσης επί του σ/ν «Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών και άλλες διατάξεις»

0

Προς τον κ. Υπουργό Δικαιοσύνης,
Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

Θέμα: Σχέδιο νόμου «Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών και άλλες διατάξεις»

Αξιότιμε Κύριε Υπουργέ,

Επί του σχεδίου νόμου (σ/ν) με το οποίο τροποποιούνται οι διατάξεις του Ν. 3689/2008 «Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών και άλλες διατάξεις» (Α΄ 164) οι απόψεις του Δ.Σ. της Ένωσης Δικαστικών Λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι οι ακόλουθες:
Α. Γενικά
Το έργο της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών (ΕΣΔΙ) είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για το μέλλον της ελληνικής Δικαιοσύνης. Για τον λόγο αυτό οι νομοθετικές παρεμβάσεις είναι απαραίτητο να γίνονται με περίσκεψη και ύστερα από σοβαρή μελέτη, ιδίως μάλιστα για μια Σχολή Δικαστών η οποία έχει τον μικρότερο χρόνο φοίτησης διεθνώς (σημειώνεται ότι με το σ/ν ο ήδη μικρός χρόνος φοίτησης στη Σχολή μειώνεται κατά ένα μήνα).
Στην αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει το σ/ν το οποίο δόθηκε για διαβούλευση γίνεται επίκληση σειράς λόγων, οι οποίοι δεν τεκμηριώνονται, ενώ ορισμένοι από αυτούς δεν είναι ακριβείς.
Ειδικότερα:
– αποδίδονται μειονεκτήματα στις ρυθμίσεις του Ν. 3689/2008 –ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 5.8.2008 (ΦΕΚ Α΄ 164) και κατά το μεγαλύτερο μέρος του βασίσθηκε σε προεργασία ειδικής και αντιπροσωπευτικής νομοπαρασκευαστικής επιτροπής– χωρίς να είναι δυνατό να εξαχθούν αντικειμενικά συμπεράσματα για τυχόν αστοχίες κάποιων ρυθμίσεών του, δεδομένου ότι πρώτη εφαρμογή των ρυθμίσεων του νόμου αυτού ουσιαστικά γίνεται μόλις στην εκπαιδευτική σειρά που φοιτά τώρα στην Σχολή•
– αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση ότι ο Ν. 3689/2008 «ανέτρεψε την αναλογία που υπήρχε μεταξύ ανώτατων δικαστικών λειτουργών αφενός και εκπροσώπων άλλων επιστημονικών φορέων αφετέρου, σε ό,τι αφορά τη λειτουργία της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών και τη συμμετοχή στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, επιλογή που περιόρισε σε σημαντικότατο βαθμό τον αναγκαίο κοινωνικό έλεγχο στη λειτουργία της Σχολής». Η διαπίστωση αυτή δεν είναι ακριβής: υπό το καθεστώς του αρχικού Ν. 2236/1994 (Α΄ 146) το Δ.Σ. της ΕΣΔΙ ήταν 9μελές και σε αυτό μετείχαν πέντε (5) εκπρόσωποι των δικαστικών λειτουργών, ένας (1) εκπρόσωπος των εκπαιδευομένων και τρεις (3) εκπρόσωποι των λοιπών επιστημονικών φορέων. Με τον Ν. 3689/2008 επιχειρήθηκε να καταστεί το Δ.Σ. αντιπροσωπευτικότερο και λειτουργικότερο με τη συμμετοχή των δικαστικών ενώσεων και του Γενικού Διευθυντή και η σύνθεσή του διαμορφώθηκε ως εξής: 9 μέλη προερχόμενα από τον δικαστικό κλάδο και 4 μέλη από λοιπούς επιστημονικούς φορείς. Είναι προφανές ότι η συμμετοχή των δικαστικών ενώσεων αμβλύνει τον ιεραρχικό χαρακτήρα που διαπνέει τη συμμετοχή των λοιπών εκπροσώπων του δικαστικού κλάδου και παράλληλα λειτουργεί ως παράγοντας ενδυνάμωσης της εσωτερικής δικαστικής ανεξαρτησίας. Εξ άλλου, η συμμετοχή 2 εκπροσώπων δικηγορικών συλλόγων, 1 εκπροσώπου νομικού τμήματος (κατά κανόνα έχει και αυτός την ιδιότητα του δικηγόρου) και 1 προσώπου με επιστημονικό κύρος (κατά κανόνα έχει και αυτός την ιδιότητα του δικηγόρου) διασφαλίζει σε επαρκέστατο βαθμό την εκπροσώπηση του εν γένει νομικού κόσμου. Η πλήρης ανατροπή ισορροπιών που επιχειρείται με το σ/ν μετατρέπει την ΕΣΔΙ από παραγωγική σχολή δικαστικών λειτουργών σε ίδρυμα μεταπτυχιακών σπουδών•
– χωρίς στοιχειώδη καν τεκμηρίωση αναφέρεται ότι «γεννώνται σοβαρά ζητήματα ως προς την αξιοπιστία της βαθμολογίας» στις προφορικές εξετάσεις αποφοίτησης και αποφασίζεται η κατάργησή τους, παρά το ότι αυτές είναι κρίσιμες για την διακρίβωση των ικανοτήτων κάθε υποψηφίου.
Ως περαιτέρω γενικά χαρακτηριστικά του σ/ν επισημαίνονται:
– η θεσμοθέτηση (κατΆ αποκλειστικότητα ή κατά προτίμηση) της εντοπιότητας, της ιδιότητας δηλ. του κατοίκου Θεσσαλονίκης, για τα όργανα διοίκησης, για τα όργανα που είναι αρμόδια για την οργάνωση των σπουδών, ακόμη και για τους διδάσκοντες στη Σχολή. Οι ρυθμίσεις αυτές αντιμάχονται τον χαρακτήρα της Σχολής ως Εθνικής και όχι Τοπικής και επιφέρουν δραστικό περιορισμό στον κύκλο υποψηφίων, ενώ εγείρουν ενδεχομένως συνταγματικά ζητήματα ισότητας και αξιοκρατίας•
– η πρόσδοση στην ΕΣΔΙ ακαδημαϊκού χαρακτήρα με την αύξηση της συμμετοχής πανεπιστημιακών λειτουργών (που κατά κανόνα έχουν και την ιδιότητα του δικηγόρου) σε όλα τα επίπεδα οργάνωσης και λειτουργίας της Σχολής•
– ο αποκλεισμός από τα όργανα που είναι επιφορτισμένα με την οργάνωση των σπουδών εκπροσώπων του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου•
Τέλος, ως προς το επιχείρημα περί κοινωνικού ελέγχου της ΕΣΔΙ, επισημαίνεται ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για έλεγχο από τις επαγγελματικές ομάδες που δραστηριοποιούνται στον δικαστικό χώρο και οι οποίες ήδη εκπροσωπούνται επαρκώς στα όργανα της Σχολής, υπό το ισχύον καθεστώς του Ν. 3689/2008: ο έλεγχος αυτός, η ένταση του οποίου πρέπει να εκτιμάται και σε σχέση με τις επιδόσεις κάθε επαγγελματικής ομάδας στο κύριο έργο της, αν υπερβεί το αναγκαίο μέτρο είναι δυνατό να οδηγήσει σε κινδύνους εξαρτήσεων των εκπαιδευόμενων, οι οποίοι θα κληθούν στη συνέχεια ως δικαστικοί λειτουργοί να κρίνουν επί υποθέσεων, στις οποίες θα συμμετέχουν ως πληρεξούσιοι δικηγόροι οι πρώην διδάσκοντές τους.
Επισημαίνεται τέλος ότι η συμμετοχή των δικαστικών λειτουργών τόσο στη διοίκηση όσο και στις διδακτικές εργασίες της Σχολής, από την ίδρυσή της έως σήμερα, έχει αποδείξει ότι οι δικαστικοί λειτουργοί είναι οι κατεξοχήν κατάλληλοι να εμπνεύσουν στους εκπαιδευόμενους ανοιχτή αντίληψη, κριτική ικανότητα και ανεξάρτητο φρόνημα και ουδόλως περιορίζονται στη «στείρα διδασκαλία των θέσεων της νομολογίας» ούτε πολύ περισσότερο στη «διασφάλιση της αναπαραγωγής των κυρίαρχων απόψεων των ανώτατων δικαστηρίων». Εξ άλλου, η νομολογία έχει από τη φύση της δυναμικό χαρακτήρα και μεταβάλλεται διαρκώς, προσαρμοζόμενη στο εκάστοτε πραγματικό που καλείται να αντιμετωπίσει ο δικαστής. Γι’ αυτό και οι δικαστικοί λειτουργοί, οι οποίοι αντιμετωπίζουν καθημερινώς στην πράξη τα σχετικά ζητήματα αντιλαμβάνονται περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον την ανάγκη κριτικής αξιοποίησης της νομολογίας των Ανώτατων Δικαστηρίων, κατά τρόπον που να συνδυάζει την ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε κρινόμενη υπόθεση με την ασφάλεια του δικαίου.

Β. Ειδικότερα επί των άρθρων του σ/ν παρατηρούνται τα εξής:
1. Επί του άρθρου 3 του σ/ν (Διοικητικό Συμβούλιο)
1.1 Σύμφωνα με το άρθρο αυτό στο 13μελές Διοικητικό Συμβούλιο (Δ.Σ.) της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών (ΕΣΔΙ) δεν μετέχει πλέον ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, περιορίζονται σε δύο (από τρεις) οι εκπρόσωποι των δικαστικών ενώσεων, ενώ μετέχουν πλέον ταυτόχρονα (και όχι εκ περιτροπής) οι εκπρόσωποι των τριών Νομικών Σχολών.
Έτσι η εκπροσώπηση των δικαστικών λειτουργών (δικαστήρια και δικαστικές ενώσεις) στο Δ.Σ. της ΕΣΔΙ περιορίζεται κατά δύο θέσεις (7 αντί 9 που προβλέπει ο ισχύων Ν. 3689/2008), ενώ αυξάνεται αντιστοίχως (6 θέσεις αντί 4) η εκπροσώπηση των λοιπών επιστημονικών φορέων, καταργείται δε η τακτική εκπροσώπηση του κλάδου των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων (διά του οικείου Γενικού Επιτρόπου).
Η ρύθμιση αυτή δεν συνεπάγεται καμία απολύτως ωφέλεια για τη Σχολή, καθόσον, όπως έχει ήδη εκτεθεί (υπό Α), ο κοινωνικός έλεγχος στη λειτουργία της Σχολής ήδη διασφαλίζεται επαρκώς με την παρουσία των εκπροσώπων των λοιπών (πλην των δικαστικών λειτουργών) επιστημονικών φορέων, σύμφωνα με την ισχύουσα ρύθμιση του Ν. 3689/2008.
Επισημαίνεται, εξ άλλου, ότι υπό το καθεστώς του Ν. 2236/1994 (Α΄ 146) το Δ.Σ. της ΕΣΔΙ ήταν 9μελές και σε αυτό μετείχαν πέντε (5) εκπρόσωποι των δικαστικών λειτουργών, ένας (1) εκπρόσωπος των εκπαιδευομένων και τρεις (3) εκπρόσωποι των λοιπών επιστημονικών φορέων (βλ. άρθρο 1 παρ. 4 του ανωτέρω νόμου).
Συνεπώς, η αναλογία μεταξύ δικαστικών λειτουργών και εκπροσώπων των λοιπών επιστημονικών φορέων, την οποία επιδιώκει, σύμφωνα με την αιτιολογική του έκθεση, να αποκαταστήσει το σ/ν, όχι μόνο δεν αποκαθίσταται, αλλά ανατρέπεται προς την αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι υπέρ των δικηγόρων και των –επίσης δικηγόρων στη συντριπτική τους πλειονότητα– μελών ΔΕΠ. Η ανεπίτρεπτα και αδικαιολόγητα ισχνή εκπροσώπηση των δικαστικών λειτουργών στο Δ.Σ. της ΕΣΔΙ ουδόλως συνάδει με τον παραγωγικό χαρακτήρα της Σχολής.
Ως εκ των ανωτέρω, προτείνεται να παραμείνει ως έχει η ισχύουσα ρύθμιση του Ν. 3689/2008.
1.2 Περαιτέρω, με την παρ. 1 αντικαθίστανται οι περιπτώσεις (γγ) έως (ιι) του άρθρου 4 παρ. 1 περ. α΄ του Ν. 3689/2008, συνεπώς δεν καταργείται –και ορθώς– το αμέσως επόμενο εδάφιο, το οποίο προβλέπει ότι οι εκπρόσωποι των δικαστικών ενώσεων (περιπτ. στστ΄και ζζ΄ της ισχύουσας διάταξης) πριν την έναρξη ή μετά τη λήξη της θητείας τους δύνανται να μετέχουν στις συνεδριάσεις του Δ.Σ. χωρίς δικαίωμα ψήφου. Η διάταξη αυτή επιτρέπει τη διαρκή ενημέρωση και προβολή των απόψεων όλων των δικαστικών ενώσεων, ανεξαρτήτως δικαιώματος ψήφου, και ως εκ τούτου πρέπει σε κάθε περίπτωση να διατηρηθεί, αναδιατυπωνόμενη αναλόγως, εφόσον μεταβληθούν οι διατάξεις στις οποίες παραπέμπει.
1.3 Τέλος, δεν παρίσταται δόκιμη η ρύθμιση της παρ. 2, σύμφωνα με την οποία διαγράφεται το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Ν. 3689/2008. Η σχεδιαζόμενη κατάργηση της ανωτέρω διάταξης –με την οποία προβλέπεται, σε εξαιρετικές και μόνον περιπτώσεις, η δυνατότητα του Προέδρου του Δ.Σ., να ορίζει ως τόπο συνεδριάσεως του Δ.Σ. άλλη, πλην της έδρας της ΕΣΔΙ, πόλη της Ελλάδος– δύναται να προκαλέσει πολύ σοβαρά προβλήματα τόσο στη λειτουργία των Ανώτατων Δικαστηρίων, των οποίων οι Πρόεδροι μετέχουν στο Δ.Σ. της ΕΣΔΙ, όσο και στην ίδια τη Σχολή, στις εξαιρετικές εκείνες περιπτώσεις που συντρέχουν ταυτόχρονα αφενός κάποιο σοβαρό ζήτημα (λ.χ. μία εξαιρετικώς σημαντική συνεδρίαση ή διάσκεψη της Ολομέλειας), που τούς υποχρεώνει να παραμείνουν στην έδρα του Δικαστηρίου τους, και αφετέρου επείγουσα ανάγκη συνεδρίασης του Δ.Σ. της ΕΣΔΙ.

2. Επί του άρθρου 4 του σ/ν (Γενικός Διευθυντής)
2.1 Προβλέπεται ότι ο Γενικός Διευθυντής, «μέλος Ανώτατου Δικαστηρίου», πλην του Προέδρου ή των Αντιπροέδρων, είναι «πλήρους απασχόλησης» στην ΕΣΔΙ. Ενδείκνυται ωστόσο να προβλεφθεί ότι ο Γενικός Διευθυντής δύναται κατΆ εξαίρεση να ασκεί ορισμένα καθήκοντα της κύριας θέσης, όπως λ.χ. να μετέχει στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου του (πρβλ. σχετική ρύθμιση για τους επιθεωρητές: άρθρο 82 παρ. 8 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών / Ν. 1756/1988, Α΄ 35, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 3514/2006, Α΄ 266) ή σε μείζονα σύνθεση του Τμήματος στο οποίο υπηρετεί. Σε αντίθετη περίπτωση, ήτοι υπό την εκδοχή ότι ο δικαστικός λειτουργός μέλος ανωτάτου δικαστηρίου της χώρας υποχρεούται, κατά την εν λόγω διάταξη του σ/ν, να απέχει της ασκήσεως των δικαστικών του καθηκόντων κατά τη διάρκεια της τριετούς υπηρεσίας του ως Γενικού Διευθυντή της Σχολής, ενδέχεται να τεθεί ζήτημα αντισυνταγματικότητας της διατάξεως αυτής.
2.2 Δεν παρίσταται δόκιμη η ρύθμιση ότι ο Γενικός Διευθυντής ορίζεται «για μία μόνο θητεία», καθόσον ενδέχεται, χωρίς κανένα ουσιαστικό όφελος για την ΕΣΔΙ, να τήν αποστερήσει από ικανά και έμπειρα στελέχη. Εξ άλλου, σύμφωνα με το ίδιο άρθρο του σ/ν ο Γενικός Διευθυντής ορίζεται εκ περιτροπής από τα Ανώτατα Δικαστήρια, συνεπώς δεν θα δύναται το ίδιο πρόσωπο να ορισθεί στην ως άνω θέση για δύο συνεχόμενες θητείες.
Θα μπορούσε, αντιθέτως, να προβλεφθεί ότι δεν δύναται το ίδιο πρόσωπο να ορισθεί Γενικός Διευθυντής περισσότερες από δύο φορές.
2.3 Επίσης, δεν παρίσταται δόκιμη και η ρύθμιση ότι ο Γενικός Διευθυντής, κατά την τριετή θητεία του, «οφείλει να διαμένει στην έδρα» της ΕΣΔΙ, δηλαδή στη Θεσσαλονίκη. Η ρύθμιση αυτή θα αποστερήσει την ΕΣΔΙ από πλείστα όσα ικανά στελέχη, τα οποία έχουν την οικογενειακή τους εγκατάσταση εκτός Θεσσαλονίκης και ως εκ τούτου θα έχουν σοβαρό λόγο να μην επιδιώξουν τον διορισμό τους στη θέση αυτή.
2.4 Εξ άλλου, η ρύθμιση ότι ο Γενικός Διευθυντής ορίζεται για θητεία τριών (3) ετών, εκ περιτροπής από τα τρία ανώτατα Δικαστήρια, εκ των πραγμάτων στερεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας και τον ¶ρειο Πάγο την εκπροσώπησή τους στην ανωτέρω θέση επί έξι έτη, χρονικό διάστημα το οποίο παρίσταται δυσανάλογα μεγάλο. Ορθότερο θα ήταν να ορισθεί, σε συνδυασμό με τα προτεινόμενα κατωτέρω επί του άρθρου 5 του σ/ν, ότι ο Γενικός Διευθυντής τοποθετείται για θητεία δύο (2) ετών, εκ περιτροπής από το Συμβούλιο της Επικρατείας και τον ¶ρειο Πάγο (από το Ελεγκτικό Συνέδριο δύναται να επιλέγεται ο Διευθυντής κατάρτισης), καθόσον η συντριπτική πλειοψηφία των δικαστικών λειτουργών είναι εντεταγμένοι είτε στο Συμβούλιο Επικρατείας και τα διοικητικά δικαστήρια είτε στην πολιτική και ποινική δικαιοσύνη.
2.5 Ως προς τα προσόντα τα οποία συνεκτιμώνται για την επιλογή στη θέση του Γενικού Διευθυντή, τα προβλεπόμενα υπό στοιχεία α΄ έως δ΄ (διδακτορικό δίπλωμα, συγγραφή νομικών συγγραμμάτων ή μελετών, μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών, συμμετοχή σε συνέδρια και ημερίδες) δεν παρίστανται ουσιώδη και δεν σχετίζονται με τα καθήκοντα τα οποία αυτός θα κληθεί να εκτελέσει.
ΑντΆ αυτών ενδείκνυται να προβλεφθούν ως συνεκτιμώμενα προσόντα το διδακτικό έργο και η ενασχόληση με ζητήματα επιμόρφωσης των δικαστικών λειτουργών.

3. Επί του άρθρου 5 του σ/ν (Διευθυντές κατάρτισης και επιμόρφωσης)
3.1 Δεν παρίσταται δόκιμη η ρύθμιση ότι ως Διευθυντές κατάρτισης και επιμόρφωσης ορίζονται μόνον πρόεδροι εφετών και μάλιστα δικαστηρίων «κατά προτίμηση της έδρας της Σχολής», δηλαδή της Θεσσαλονίκης. Η ρύθμιση αυτή, χωρίς να έχει κάποιο ουσιαστικό όφελος για την ΕΣΔΙ, εγείρει ενδεχομένως, ιδίως ως προς το δεύτερο σκέλος της (προτίμηση εντοπιότητας), συνταγματικά ζητήματα αξιοκρατίας και ισότητας. Εξ άλλου, με τη ρύθμιση αυτή αποκλείονται αδικαιολόγητα από τις ανωτέρω θέσεις ολόκληροι κλάδοι δικαστικών λειτουργών (ανώτατοι δικαστές ΣτΕ, ΑΠ και ΕλΣυν, πάρεδροι ΣτΕ, εισαγγελείς), οι οποίοι στελεχώνονται από αποφοίτους της ΕΣΔΙ.
Για τους ανωτέρω λόγους, προτείνεται να ορισθεί ότι ως Διευθυντές κατάρτισης και επιμόρφωσης τοποθετούνται, χωρίς προτίμηση εντοπιότητας, «δικαστικοί λειτουργοί» ή «δικαστικοί λειτουργοί ανώτατου βαθμού», εφόσον ως Σύμβουλοι Σπουδών, κατά το άρθρο 6 του σ/ν, ορίζονται «δικαστικοί λειτουργοί ανώτερου βαθμού».
3.2 Επίσης, για τους ίδιους λόγους που εξετέθησαν και ανωτέρω (υπό 2.2), δεν παρίσταται δόκιμη η ρύθμιση ότι οι Διευθυντές κατάρτισης και επιμόρφωσης ορίζονται «για μία μόνο θητεία».
Θα μπορούσε, αντιθέτως, να προβλεφθεί ότι δεν δύναται το ίδιο πρόσωπο να ορισθεί Διευθυντής κατάρτισης ή επιμόρφωσης για περισσότερες από δύο θητείες, οι οποίες δεν δύνανται να είναι συνεχόμενες.

4. Επί του άρθρου 6 του σ/ν (Σύμβουλοι Σπουδών και Επιμόρφωσης)
4.1 Η επιλογή των Συμβούλων Σπουδών αποκλειστικά από τα δικαστήρια της Θεσσαλονίκης, χωρίς να έχει κάποιο ουσιαστικό όφελος για την ΕΣΔΙ, εγείρει σοβαρά συνταγματικά ζητήματα αξιοκρατίας και ισότητας (πρβλ. και π.π. υπό 3.1).
4.2 Επίσης, η πρόβλεψη θέσης Συμβούλου Επιμόρφωσης, την οποία καταλαμβάνει «καθηγητής ευρωπαϊκού δικαίου», με τα αναφερόμενα στο σ/ν καθήκοντα, παρίσταται περιττή, δεδομένου ότι τα ελληνικά δικαστήρια και ιδίως τα ανώτατα είναι επαρκώς καταρτισμένα σε σχέση με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη νομολογία των δικαστηρίων της, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ενδεικτικώς αναφέρεται ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας (Γραφείο Νομολογίας και Έρευνας) εκδίδει σε μηνιαία βάση (τόσο σε έντυπη όσο και σε ηλεκτρονική μορφή, που αναρτάται στην ιστοσελίδα του) Δελτίο Νομολογιακής, Νομοθετικής και Βιβλιογραφικής Ενημέρωσης, με αναφορές στην πιο πρόσφατη σημαντική νομολογία των προαναφερθέντων ευρωπαϊκών δικαστηρίων (καθώς και γαλλικών και γερμανικών ανώτατων δικαστηρίων) .

5. Επί του άρθρου 7 του σ/ν (Συμβούλιο Σπουδών & Συμβούλια Διδασκόντων)
Προβλέπεται 11μελές Συμβούλιο Σπουδών, αντί 9μελούς και 7μελούς Συμβουλίου Σπουδών, το οποίο προέβλεπαν αντίστοιχα ο Ν. 3689/2008 και ο Ν. 2236/1994. Ειδικότερα, με το σ/ν αυξάνονται κατά δύο (2) οι θέσεις των μελών ΔΕΠ, καθόσον μετέχουν πλέον ταυτόχρονα (και όχι εκ περιτροπής) οι εκπρόσωποι των τριών Νομικών Σχολών.
Κατά τα ήδη εκτεθέντα (υπό Α) η ρύθμιση αυτή, η οποία, σε αναντιστοιχία με την εισηγητική έκθεση, δίνει πρόσθετο βάρος στη θεωρητική κατάρτιση των εκπαιδευόμενων δικαστικών λειτουργών, δεν συνεπάγεται ουσιαστικό όφελος για τη λειτουργία της ΕΣΔΙ, η οποία είναι παραγωγική και όχι πανεπιστημιακή σχολή, ενώ παράλληλα επιβαρύνει τη λειτουργία του Συμβουλίου Σπουδών με έναν ιδιαίτερα μεγάλο αριθμό μελών, ο οποίος καθιστά το συλλογικό αυτό όργανο δυσκίνητο και δυσλειτουργικό.

6. Επί του άρθρου 9 του σ/ν (Επιτροπή Διαγωνισμού)
6.1 Η σύνθεση της Επιτροπής Διαγωνισμού αυξάνεται κατά 1 μέλος και γίνεται 6μελής, καθώς αυξάνονται από έναν σε δύο (2) οι Καθηγητές Νομικών Σχολών. Έτσι, στην Επιτροπή προβλέπεται να συμμετέχουν τρεις (3) δικαστικοί λειτουργοί και ισάριθμοι (3) εκπρόσωποι των λοιπών επιστημονικών φορέων, με τους αναπληρωτές τους, πράγμα ανεπίτρεπτο και αδικαιολόγητο για παραγωγική σχολή. Για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί (π.π. υπό Α, Β.5) η ρύθμιση αυτή παρίσταται αδικαιολόγητη και επιζήμια, ενώ ορθότερο θα ήταν να προστεθεί ένας Σύμβουλος Επικρατείας (πρβλ. σχετική ρύθμιση του άρθρου 2 Ν. 2236/1994).
6.2 Ο διορισμός, κατόπιν κλήρωσης, από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων οκτώ (8) εξεταστών ξένων γλωσσών, με τους αναπληρωτές τους, αποκλειστικώς από καθηγητές ή διδάσκοντες ξένων γλωσσών των Νομικών Σχολών, κατΆ αποκλεισμό δηλαδή των δικαστικών λειτουργών, παρίσταται εντελώς αδικαιολόγητος, πολλώ δε μάλλον όσον αφορά την εξέταση στην υποχρεωτική ξένη γλώσσα, κατά το προκριματικό στάδιο (γραπτή δοκιμασία) η οποία είναι εξίσου καθοριστική για την επιτυχία του υποψηφίου με την εξέταση στα υπόλοιπα τέσσερα θέματα (απαιτείται και για αυτήν βαθμός τουλάχιστον 6 ως προϋπόθεση συμμετοχής στο τελικό στάδιο). Αν ισχύσει η ρύθμιση αυτή, όπως προτείνεται, θα εμφανισθεί το άτοπο καθηγητής ξένων γλωσσών να δύναται μόνος αυτός, χωρίς δυνατότητα εποπτείας επί του ζητήματος αυτού από δικαστικό λειτουργό, να αποκλείει υποψήφιο από τη σταδιοδρομία δικαστικού λειτουργού.
Προτείνεται συνεπώς να παραμείνει ως έχει η ρύθμιση του Ν. 3689/2008 (άρθρο 12 παρ. 2), κατά την οποία η εξέταση στις ξένες γλώσσες διενεργείται από δύο μέλη της επιτροπής ή από τρίτους, κατά προτίμηση δικαστικούς λειτουργούς ή μέλη ΔΕΠ, που διορίζονται από την Επιτροπή ή τον Υπουργό κατόπιν κλήρωσης.

7. Επί του άρθρου 10 του σ/ν (Διεξαγωγή διαγωνισμού – Θέματα εξέτασης κ.ά.)
7.1 Προβλέπεται μεταξύ άλλων ότι σε κάθε μάθημα, αμφότεροι οι αντίστοιχοι εξεταστές οφείλουν να προετοιμάσουν από ένα θέμα, εξετάζεται δε το θέμα που θα αποφασίσει η επιτροπή κατά την ημέρα των εξετάσεων. Προτείνεται να προστεθεί, ως διασφάλιση της ποιότητας και πληρότητας των θεμάτων, ότι η προετοιμασία των θεμάτων από τους εξεταστές θα γίνεται «υπό την εποπτεία του Προέδρου της Επιτροπής», δεδομένου ότι την ημέρα των εξετάσεων δεν υφίσταται ουσιαστική δυνατότητα διόρθωσης ή συμπλήρωσης των θεμάτων.
7.2 Επίσης, ως προς τη διαδικασία της προφορικής εξέτασης, προτείνεται να περιληφθεί ρύθμιση ότι κάθε υποψήφιος εξετάζεται χωριστά από όλα τα μέλη της Επιτροπής Διαγωνισμού (και όχι περισσότεροι υποψήφιοι μαζί από κάθε μέλος της Επιτροπής), ώστε να αποφεύγονται συνοπτικές διαδικασίες εξέτασης, οι οποίες περιορίζουν δραστικά τη δυνατότητα ορθής και εξατομικευμένης αξιολόγησης του κάθε υποψηφίου.

8. Επί του άρθρου 11 του σ/ν (Βαθμολόγηση στις εισαγωγικές εξετάσεις)
8.1 Η μείωση του ποσοστού της βαθμολόγησης της προφορικής δοκιμασίας από 50% σε 30% του τελικού βαθμού δεν παρίσταται ορθή, δεδομένου ότι η (δημόσια) προφορική εξέταση είναι αυτή που κατΆ εξοχήν παρέχει τη δυνατότητα διακρίβωσης της προσωπικότητας, της κριτικής ικανότητας και του φρονήματος του υποψηφίου και όχι απλώς των θεωρητικών του γνώσεων, σύμφωνα και με τα γενόμενα δεκτά στην αιτιολογική έκθεση του σ/ν.
8.2 Επίσης, η ρύθμιση του σ/ν ότι περί προσαύξησης του τελικού βαθμού των εξετάσεων με βάση το μεταπτυχιακό ή διδακτορικό δίπλωμα εγείρει σοβαρό συνταγματικό ζήτημα αξιοκρατίας. Τούτο διότι τα ανωτέρω διπλώματα θα συνιστούσαν αντικειμενικά και θεμιτά κριτήρια κατάρτισης του υποψηφίου στο πλαίσιο όμως ενός αμιγούς συστήματος μοριοδότησης και όχι, όπως εν προκειμένω, στο πλαίσιο μιας γραπτής και προφορικής δοκιμασίας-εξέτασης, στην οποία εξ ορισμού προκρίνεται ο έχων την καλύτερη επίδοση. Πράγματι, θα ήταν προφανώς άδικο υποψήφιος με μεταπτυχιακό ή διδακτορικό τίτλο σπουδών να θέτει εκποδών υποψήφιο με καλύτερη από αυτόν επίδοση στα εξεταζόμενα μαθήματα. Εξ άλλου οι ανωτέρω τίτλοι σπουδών, εφόσον αναγνωρισθούν ως συναφείς, συνεπάγονται αντίστοιχη μισθολογική προσαύξηση.

9. Επί του άρθρου 13 του σ/ν (1ο στάδιο κατάρτισης)
9.1 Προβλέπεται, σε αντίθεση με την ισχύουσα ρύθμιση (άρθρο 19) του Ν. 3689/2008, αξιολόγηση των εκπαιδευομένων κατά το 1ο στάδιο κατάρτισης. Η ρύθμιση αυτή παρίσταται δόκιμη για τα μαθήματα τα οποία έχουν συγκεκριμένο και ευχερώς προσδιοριζόμενο εξεταστικό αντικείμενο (ύλη), όπως είναι τα μαθήματα οικονομικής επιστήμης και λογιστικής (βασικές έννοιες), εφαρμοσμένης πληροφορικής και ξένης νομικής ορολογίας. Αντιθέτως, αξιολόγηση δεν ενδείκνυται για εξόχως θεωρητικά μαθήματα (λ.χ. παραδείγματα δικαστικών λειτουργών), συνεκτιμωμένου και του πολύ μικρού χρόνου διδασκαλίας (μόλις δύο μήνες), που ήκιστα επιτρέπουν τη διαμόρφωση άποψης του διδάσκοντος για τον κάθε σπουδαστή. Εξ άλλου, στην ίδια την προτεινόμενη διάταξη αναγνωρίζεται ότι το 1ο στάδιο κατάρτισης έχει κυρίως θεωρητικό χαρακτήρα και αποβλέπει πρωτίστως στην καλλιέργεια του ελεύθερου φρονήματος των δικαστικών λειτουργών, στην ανάδειξη της ανάγκης προσήλωσης στις θεμελιώδεις δημοκρατικές αρχές, αλλά και ευαισθητοποίησης των εκπαιδευομένων για σημαντικά κοινωνικά προβλήματα.
9.2 Περαιτέρω, υπό το πρίσμα των ανωτέρω παρατηρήσεων, σε συνδυασμό με τον εισαγωγικό χαρακτήρα του 1ου σταδίου κατάρτισης και τον δευτερεύοντα χαρακτήρα των προαναφερόμενων επιδεκτικών αξιολόγησης μαθημάτων, προτείνεται να μη τίθεται ως προϋπόθεση επιτυχίας του εκπαιδευόμενου συγκεκριμένος βαθμός (8 ή άλλος), να συνεκτιμάται όμως ο βαθμός αυτός (όπως ήδη προβλέπεται στο σ/ν) για τη διαμόρφωση της τελικής βαθμολογίας.

10. Επί του άρθρου 15 του σ/ν (Εξετάσεις Αποφοίτησης)
Η σχεδιαζόμενη κατάργηση της προφορικής δοκιμασίας κατά τις εξετάσεις αποφοίτησης δεν παρίσταται ορθή, για τους λόγους που ήδη έχουν εκτεθεί (π.π. υπό 8.1) σχετικώς με την αξία της προφορικής εξέτασης για την ολοκληρωμένη αξιολόγηση του υποψηφίου και ήδη εκπαιδευομένου. Επιπροσθέτως, δεδομένου ότι ο χρόνος φοίτησης στην ΕΣΔΙ είναι εξαιρετικά περιορισμένος (περίπου 1 έτος), ενδείκνυται να υπάρχουν περισσότερα στάδια εξέτασης, στα οποία περιλαμβάνεται και η προφορική δοκιμασία κατά τις εξετάσεις αποφοίτησης.

11. Επί του άρθρου 18 του σ/ν (Εκπαιδευτικό προσωπικό ΕΣΔΙ)
11.1 Στην περίπτωση αα΄ του εδαφίου α΄ της παρ. 1 (εν ενεργεία δικαστικοί λειτουργοί) προτείνεται να προστεθεί «Εισηγητή Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή Πρωτοδίκη με 5ετή τουλάχιστον υπηρεσία»
11.2 Στο εδάφιο γ΄ της παρ. 1, αντί του όρου «αίτηση», για τους δικαστικούς λειτουργούς, δικηγόρους κ.λπ. που επιθυμούν να διδάξουν στην ΕΣΔΙ, πιο δόκιμος παρίσταται ο όρος «δήλωση ενδιαφέροντος» (πρβλ. τον αντίστοιχο όρο «επιθυμούν να διδάξουν» που χρησιμοποιείται για τους καθηγητές).
11.3 Βιογραφικό σημείωμα ενδείκνυται να υποβάλλουν και τα μέλη ΔΕΠ που ενδιαφέρονται να διδάξουν στη Σχολή.
11.4 Η ρύθμιση ότι «συναξιολογείται ειδικά σε κάθε περίπτωση η μόνιμη διαμονή του ενδιαφερομένου στην έδρα της Σχολής», δηλαδή τη Θεσσαλονίκη, εγείρει ενδεχομένως, κατά τα ήδη εκτεθέντα, ζήτημα αξιοκρατίας.

12. Επί του άρθρου 21 του σ/ν (Μεταβατικές διατάξεις)
Προβλέπεται ότι ο πρώτος Γενικός Διευθυντής της ΕΣΔΙ που θα ορισθεί με βάση τις προτεινόμενες διατάξεις θα προέρχεται από τον ¶ρειο Πάγο, από τον οποίο προέρχεται και ο ήδη υπηρετών Γενικός Διευθυντής. Προτείνεται να προβλεφθεί, συμπληρωματικώς, ότι ο δεύτερος Γενικός Διευθυντής που θα ορισθεί με βάση τις προτεινόμενες διατάξεις θα προέρχεται από το Συμβούλιο της Επικρατείας.

Με τιμή,

Η Πρόεδρος
Αγγελική Θεοφιλοπούλου
Αντιπρόεδρος ΣτΕ

Ο Γενικός Γραμματέας
Παναγιώτης Τσούκας
Πάρεδρος ΣτΕ

Σχόλια