Ομιλία της Προέδρου της Ένωσης Δικαστών & Εισαγγελέων

0

             Βρισκόμαστε λίγες ημέρες ή ίσως και λίγες ώρες πριν από την ανακοίνωση των οριστικών αποφάσεων για τα νέα οικονομικά μέτρα και την άμεση, στη συνέχεια, ψήφισή τους από το Ελληνικό Κοινοβούλιο. Ο ελληνικός λαός, ο οποίος ουδεμία ευθύνη φέρει για την δημοσιονομική κακοδιαχείριση, που είχε ως αποτέλεσμα την μεγάλη οικονομική κρίση, επιβαρύνεται εξακολουθητικά με την επιβολή μέτρων λιτότητας Τα μέτρα αυτά επιβάλλονται κατά τρόπο κοινωνικά άνισο, διότι επιβάλλονται συνεχώς στις ίδιες κατηγορίες του πληθυσμού, δηλαδή σε βάρος των εργαζομένων στο Δημόσιο και Ιδιωτικό Τομέα (εν ενεργεία & συνταξιούχους), οι οποίοι, πέραν του ότι είναι οι οικονομικά ασθενέστεροι, είναι και απόλυτα συνεπείς στις φορολογικές τους υποχρεώσεις, αφού, όπως είναι γνωστό, ο φόρος που τους αναλογεί παρακρατείται εκ των προτέρων από τον μισθό τους. Αντίθετα, μέχρι τώρα, δεν έχουν ενεργοποιηθεί αποτελεσματικά, από τον κρατικό μηχανισμό οι αντίστοιχες διαδικασίες και έτσι, όσοι διαφεύγουν την φορολόγηση, δεν κατέστη δυνατόν να ελεγχθούν και να φορολογηθούν, ενώ εάν αυτό είχε επιτευχθεί, δεν θα ήταν αναγκαίες οι νέες μειώσεις των μισθών και συντάξεων, μειώσεις, οι οποίες, αναμφίβολα οδηγούν την οικονομία σε μεγαλύτερη ύφεση. 

Εμείς οι Δικαστικοί Λειτουργοί, είμαστε ο κλάδος εκείνος των Κρατικών Λειτουργών οι οποίοι έχουμε μέχρι τώρα συνεισφέρει για τη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας μας, με το μεγαλύτερο ποσοστό περικοπών του Μισθολογίου μας (38%), χωρίς να αντιδράσουμε, ακριβώς διότι, παρότι δεν έχουμε καμία ευθύνη για τη δημιουργία της οικονομικής κρίσης, συναισθανόμεθα την κρισιμότητα της κατάστασης στη χώρα μας. Είμαστε οι μόνοι Κρατικοί Λειτουργοί, σε ολόκληρο το Δημόσιο Τομέα, που έχουμε υποστεί εδώ και 2 χρόνια πλήρη κατάργηση των δώρων (13ου και 14ου μισθού), και ολοκληρωτικό πάγωμα των χρονοεπιδομάτων και ωριμάνσεων. Επί πλέον, είμαστε οι μόνοι Κρατικοί Λειτουργοί, που έχουμε ρητή κατοχύρωση των αποδοχών μας από το Σύνταγμα (άρθρ. 88§2), το οποίο ορίζει ότι οι αποδοχές των Δικαστικών Λειτουργών είναι ανάλογες με το Λειτούργημά τους, δηλαδή ανάλογες με το κύρος και τις ευθύνες του Λειτουργήματός τους, ώστε να τους εξασφαλίσει η Πολιτεία αξιοπρεπή διαβίωση και να μην είναι ευάλωτοι σε τυχόν πιέσεις ή παρεμβάσεις, να θωρακίζεται δηλαδή, έτσι η ανεξαρτησία τους και η αμεροληψία τους.

Οι Δικαστικοί Λειτουργοί είναι ισότιμοι με τους Λειτουργούς των άλλων δυο εξουσιών (Νομοθετικής και Εκτελεστικής). Εν τούτοις, είναι οι μόνοι εκ των Λειτουργών των τριών Λειτουργιών, οι οποίοι δεν απολαμβάνουν τα προνόμια και τις οικονομικές παροχές των άλλων δύο, αλλά αντίθετα καταβάλλουν οι ίδιοι, με δικά τους έξοδα, όλες τις δαπάνες που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων τους (διατήρηση ιδιαίτερου χώρου γραφείου και βιβλιοθήκης στην κατοικία τους, όπου είναι υποχρεωμένοι να εργάζονται καθημερινά και τις νυχτερινές ώρες, καθώς και τις αργίες και εορτές, για να διεκπεραιώσουν τις υποθέσεις, που χρεώνονται, δαπάνη αναλωσίμων και γραφικής ύλης, δαπάνη διαμονής και μετακίνησης, κατά τις μεταθέσεις και αποσπάσεις τους, σε πόλεις άλλες, εκτός της οικογενειακής τους στέγης). Ενώ, αντίθετα, είναι γνωστό ότι όλες οι αντίστοιχες δαπάνες, των Βουλευτών καλύπτονται από τον προϋπολογισμό της Βουλής (επιχορήγηση κάλυψης εξόδων διαμονής 1000 € μηνιαίως, δικαίωμα χρηματοδοτικής μίσθωσης –leasing– αυτοκινήτου, μέχρι τα 1200 € μηνιαίως, έξοδα κίνησης από 400 έως 800 € μηνιαίως, ανάλογα με την απόσταση της περιφέρειάς τους, έξοδα διατήρησης γραφείου, δαπάνη για σταθερά τηλέφωνα, μέχρι 800 € μηνιαίως και κινητού τηλεφώνου μέχρι 200 €, συγκοινωνιακές ατέλειες κ.λ.π.)

 Οι Δικαστικοί Λειτουργοί είμαστε οι μόνοι Κρατικοί Λειτουργοί, στους οποίους απαγορεύεται (και ορθώς) από το Σύνταγμα, να ασκήσουν οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα και επομένως, οι εκ του Λειτουργήματός μας αποδοχές είναι το μόνο εισόδημα μας.

 Οι Δικαστικοί Λειτουργοί είμαστε και οι μόνοι Κρατικοί Λειτουργοί, οι οποίοι είμαστε υποχρεωμένοι, λόγω του μεγάλου φόρτου εργασίας (σε ποσότητα και βαρύτητα υποθέσεων) να εργαζόμαστε όλοι από τον πρώτο βαθμό μέχρι και τον ανώτατο, καθημερινά, επί πολλές ώρες (άνω των 12) και χωρίς ωράριο, ακόμα και τις αργίες και εορτές.

Kαι αντίστοιχα, η Ελληνική Κυβέρνηση είναι η μόνη Κυβέρνηση εκ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία επιμένει, με άκαμπτη αδιαλλαξία, μη σεβόμενη την εκ του Συντάγματος επιβεβλημένη υποχρέωσή της για προστασία του θεσμού της Δικαιοσύνης, να προχωρήσει σε νέες, τόσο υψηλού ποσοστού μειώσεις, του Συνταγματικά κατοχυρωμένου Μισθολογίου των Δικαστών, ώστε όχι μόνον οι αποδοχές τους παύουν να είναι ανάλογες με το Λειτούργημά τους, αλλά είναι βέβαιο ότι καθίσταται πλέον προβληματική έως αδύνατη η προαναφερθείσα κάλυψη, με δικά τους έξοδα, των δαπανών, των απαραίτητων για την άσκηση των καθηκόντων τους. Σε όσες χώρες έχουν επιβληθεί μέτρα λιτότητας, οι μισθοί των Δικαστών είτε δεν έχουν μειωθεί (όπως Γαλλία, Ισπανία, Βέλγιο, Ουγγαρία), είτε έχουν μειωθεί σε λογικά ποσοστά (Πορτογαλία από 15% στον πρώτο βαθμό έως 22% στον ανώτατο βαθμό, Ιρλανδία από 16% στον πρώτο βαθμό έως 23% στον ανώτατο βαθμό),ενώ είναι γνωστό ότι το Ιταλικό Συνταγματικό Δικαστήριο, με πρόσφατη απόφασή του (223/2012), έκρινε αντισυνταγματική τη διάταξη νόμου που επέβαλε μειώσεις στους μισθούς των Δικαστών, με την αιτιολογία ότι ασκούν ιδιαίτερα καθήκοντα. Όπως, επίσης, είναι γνωστό ότι η Ελλάδα έχει πολύ υψηλό κόστος ζωής, σε σχέση με τις περισσότερες από τις Ευρωπαϊκές χώρες. Σε όλες τις χώρες αυτές υπάρχει σημαντική διαφορά μεταξύ του ακαθαρίστου εθνικού μισθού σε σχέση με αυτόν των Δικαστών. Ενώ, τέλος, σε ορισμένες χώρες ενισχύονται οι μισθοί και ο θεσμικός ρόλος των Δικαστών, ώστε να καταπολεμηθεί η διαφθορά δια του δικαστικού συστήματος (Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Βουλγαρία, Εσθονία, Γεωργία, Ρουμανία, Σλοβακία).  

Όταν οι Δικαστές είναι οικονομικά ενδεείς, όπως ασφαλώς θα καταστούν μετά τις νέες μειώσεις του Μισθολογίου τους, αφού οι νεοδιοριζόμενοι Δικαστές θα έχουν καθαρές μηνιαίες αποδοχές 1.200 €, αντί να ασχολούνται απερίσπαστοι με το δύσκολο έργο τους, υποχρεωτικά θα απασχολούνται και με την κάλυψη των αναγκών διαβίωσης τους, οπότε είναι φυσικό και λογικό επακόλουθο και η απόδοσή τους (ποιοτική και ποσοτική) να περιορίζεται και η ανεξαρτησία τους να τίθεται σε κίνδυνο, διότι θα είναι πλέον ευάλωτοι σε πιέσεις και παρεμβάσεις.
 

Τονίζουμε και πάλι αυτό που δηλώσαμε, κατ’ επανάληψη προς την Κυβέρνηση ότι δηλαδή, κατανοούντες την κρισιμότητα της κατάστασης, δεν ζητούμε εξαίρεση από τις νέες περικοπές, παρότι, όπως προαναφέρθηκε, έχουμε ήδη υποστεί το μεγαλύτερο ποσοστό περικοπών (38%) και παρότι το Μισθολόγιό μας προστατεύεται από το Σύνταγμα. Οι σχεδιαζόμενες, όμως, νέες μειώσεις, οι οποίες για τους Δικαστές είναι και πάλι στο υψηλότερο ποσοστό σε ολόκληρο τον Δημόσιο Τομέα (24% κατά μέσον όρο) και φθάνουν έτσι σε συνολικό ποσοστό μείωσης άνω του 60%, δηλαδή σε συνολικό ποσοστό μείωσης υπερβολικό, παράλογο και μη ανεκτό είναι αυτό που προκαλεί την οργή και αγανάκτηση των Δικαστών και έχει δημιουργήσει τις δικαιολογημένα έντονες αντιδράσεις τους. Δημιουργείται δικαιολογημένα η εντύπωση ότι ασκείται μία επιθετική πολιτική κατά των Δικαστών, με στόχο τον περιορισμό της ανεξαρτησίας τους και το πλήγμα του κύρους της Δικαιοσύνης.

Ο συνολικός αριθμός των Δικαστικών Λειτουργών στην Ελλάδα (Δικαστές και Εισαγγελείς) είμαστε 4.000. Το όφελος, το έσοδο του Ελληνικού Δημοσίου, που θα προκύψει από τις νέες, υπερβολικές μειώσεις του Μισθολογίου τους, είναι μηδαμινό, ενώ αντίθετα οι Δικαστές, με την άσκηση του Λειτουργήματός τους, πέραν της εξασφάλισης της κοινωνικής ειρήνης και της διασφάλισης της ομαλότητας του Δημοκρατικού Πολιτεύματος, συμβάλλουν και στην ταχύτητα εισπράξεως πολλαπλασίων δημοσίων εσόδων (από ποινές, πρόστιμα, παράβολα, δικαστικά ένσημα, είσπραξη φόρων κλπ).

 

Καλούμε την Κυβέρνηση, έστω και τώρα την έσχατη ώρα, να αποδείξει εμπράκτως (και όχι με λόγια) τον σεβασμό της στο Σύνταγμα και στον θεσμό της Δικαιοσύνης και το ενδιαφέρον της για την ανεξαρτησία των Δικαστών.

Καλούμε την Κυβέρνηση να υποχωρήσει σε μία λογική λύση, ώστε να επανέλθει η ομαλότητα στον ευαίσθητο χώρο της Δικαιοσύνης.

Σχόλια