Ποινικό Αδίκημα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο- από τον Κωνσταντίνο Βουλγαρίδη, Πρωτοδίκη, μέλος του Δ.Σ. της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

0

ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ

 

ΠΟΙΝΙΚΟ ΑΔΙΚΗΜΑ ΜΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΧΡΕΩΝ
ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΙΔΗ, ΠΡΩΤΟΔΙΚΗ,
ΜΕΛΟΥΣ ΔΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ

              Στην παρούσα εργασία του Πρωτοδίκη – μέλους του ΔΣ              της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, Κωνσταντίνου Βουλγαρίδη αναλύονται με τρόπο σαφή και λεπτομερή, όλα τα ζητήματα που ανακύπτουν σχετικά με το ποινικό αδίκημα. Είναι ένα πολύτιμο βοήθημα και διανέμεται προς τα μέλη της Ένωσής μας (Δικαστές και Εισαγγελείς), θεωρώντας ότι θα διευκολύνει το έργο τους .

                                                        Η Πρόεδρος

                                             Βασιλική Θάνου Χριστοφίλου

                                                        Αρεοπαγίτης

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ποινικό αδίκημα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο

Α) Ν. 1882/1990 (22/23-3-1990). Το άρθρο 25 παρ.1 Ν.1882/1990 στην αρχική του μορφή (ισχύς από 23-3-1990 μέχρι 31-12-1997) είχε ως εξής:

α) Άρθρο 25 (Ν. 1882/1990 αρχική μορφή)

1. Η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφ` όσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως:
α) Τεσσάρων τουλάχιστον μηνών προκειμένου περί παρακρατουμένων ή επιρριπτομένων φόρων και δύο τουλάχιστον μηνών προκειμένου περί των λοιπών φόρων και χρεών γενικά, εφ` όσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες (100.000) δραχμές προκειμένου περί παρακρατουμένων ή επιρριπτομένων φόρων και τις τριακόσιες χιλιάδες (300.000) δραχμές προκειμένου περί των λοιπών φόρων και χρεών γενικά.
β) Έξι τουλάχιστον μηνών προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών προκειμένου περί των λοιπών φόρων και χρεών γενικά, εφ` όσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) δραχμές προκειμένου περί παρακρατουμένων ή επιρριπτομένων φόρων και το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές προκειμένου περί των λοιπών φόρων και χρεών γενικά
γ) Ενός τουλάχιστον έτους προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και έξι τουλάχιστον μηνών προκειμένου περί των λοιπών φόρων και χρεών γενικά, εφ` όσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, είναι μεγαλύτερο από ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές προκειμένου περί παρακρατουμένων ή επιρριπτόμενων φόρων και του ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων (1.500.000) δραχμών προκειμένου περί των λοιπών φόρων και χρεών γενικά. Η παραβίαση της προθεσμίας του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής δύναται να κριθεί ατιμώρητος εφ` όσον η καθυστέρηση οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας και το οφειλόμενο ποσό καταβληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης.

Κατά το χρόνο ισχύος της άνω διατάξεως στην αρχική της μορφή, η διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ (κατ΄ εξακολούθηση έγκλημα) είχε ως εξής:
΄΄Αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή. Για την επιμέτρησή της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων.΄΄
Δεν ήταν επομένως δυνατόν σύμφωνα με την αρχική διατύπωση του άρθρου 98 ΠΚ να ληφθεί υπόψη το σύνολο των επιμέρους ληξιπρόθεσμων οφειλών για την στοιχειοθέτηση του απαιτούμενου ποσού της κάθε περίπτωσης (αν λ.χ. υπήρχαν 10 οφειλές 105.000 δρχ. η κάθε μία δεν μπορούσε να γίνει υπαγωγή στην περ.γ΄ αρθρ. 25 παρ.1 αλλά υπήρχε τέλεση του ποινικού αδικήματος της ανωτέρω περιπτώσεως α΄ κατ΄ εξακολούθηση ή εάν υπήρχαν 10 οφειλές των 12.000 δρχ. η κάθε μία δεν υπήρχε ποινικό αδίκημα ). Το ίδιο επίσης ισχύει για το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 (έναρξη ισχύος άρθρου 23 παρ.1 Ν. 2523/1997 που αντικατέστησε την παρ.1 άρθρου 25 Ν. 1882/1990) μέχρι και 2-6-1999.
Με το νόμο 2721/1999 (αρθρ.14), που ισχύει από 3-6-1999 το άνω κείμενο του άρθρου 98 αριθμήθηκε ως παρ.1 και προστέθηκε στο άρθρο 98 δεύτερη παράγραφος ως εξής:
1. Αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή. Για την επιμέτρησή της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων.
2. Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ`εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε.
Από τις 3-6-1999 και μετά μπορεί, επομένως, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 98 παρ.2, να ληφθεί υπόψη το σύνολο των μερικότερων ποσών ληξιπρόθεσμων οφειλών για την υπαγωγή στις περιπτώσεις του άρθρου 25 παρ.1 Ν.1882/1990 όπως ισχύει και μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 23 παρ.1 Ν.2523/1997 υπό την προϋπόθεση όμως ότι η κάθε επιμέρους οφειλή θα πρέπει αυτοτελώς να είναι αξιόποινη καθ΄ ότι η διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ αφορά σε αληθινή ομοειδή συρροή εγκλημάτων, ήτοι η κάθε πράξη αυτοτελώς θα πρέπει να συνιστά έγκλημα (πάντοτε υπό την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 2 παρ.1 ΠΚ για τις περιπτώσεις πράξεων που τελέστηκαν πριν τις 3-6-1999 και εκδικάζονται μετά την ημερομηνία αυτή).

β) Το άνω άρθρο 25 παρ.1 Ν. 1882/1990 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ.1 Ν.2523/1997 (ισχύς από 1-1-1998 μέχρι 31-12-2003) και μετά την άνω αντικατάσταση έχει ως εξής (σημειώνεται ότι οι νόμοι 1882/1990 και 2523/1997, όπως και οι επόμενοι που αντικατέστησαν τη διάταξη του άρθρου 25 Ν.1882/1990 είναι διαφορετικοί μεταξύ τους νόμοι με διαφορετικό αντικείμενο ρύθμισης):

1. Η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών (3) συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο (2) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης.

α) Τεσσάρων (4) τουλάχιστο μηνών προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστο μηνών προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα δύο εκατομμύρια (2.000.000) δραχμές όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά.
β) Εξι (6) τουλάχιστο μηνών προκειμένου για δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους καιτεσσάρων (4) τουλάχιστο μηνών προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και
χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής,μαζί με τις κόθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια
(2.000.000) δραχμές όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα τρία εκατομμύρια (3.000.000) δραχμές όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά.
γ) Ενός (1) τουλάχιστον έτους προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και έξι (6) τουλάχιστο μηνών προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το τρία εκατομμύρια (3.000.000) δραχμές όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα τέσσερα εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (4.500.000) δραχμές όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Η παραβίαση της προθεσμίας του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής δύναται να κριθεί ατιμώρητη, εφόσον το ποσό που οφείλεται καταβληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης.
«Στις περιπτώσεις οφειλετών του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων,που υπάγονται στη χωρική αρμοδιότητα των αρμόδιων Υπηρεσιών της Κεντρικής Υπηρεσίας και των Καταστημάτων του, την αίτηση ποινικής δίωξης ασκεί το, κατά τις οργανικές διατάξεις του, αρμόδιο όργανο.»
Το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 προστέθηκε με το άρθρο 34Ν.3016/2002,ΦΕΚ Α 110/17.5.2002.
Σημειώνεται ότι με το άρθρο 19 παρ.2 περ. α), β), γ) και δ) Ν. 2948/2001 το 1.000.000 δρχ. αντικαταστάθηκε με τα 3.000 ευρώ, τα 2.000.000 δρχ. αντικαταστάθηκαν με τα 6.000 ευρώ, τα 3.000.000 δρχ. με τα 9.000 ευρώ και τα 4.500.000 δρχ. με τα 14.000 ευρώ
Αναφορικά με το σύνολο του ποσού, που λαμβάνεται υπόψη ισχύουν όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν (από 3-6-1999 ισχύει η νέα διάταξη της παρ.2 του άρθρου 98 ΠΚ).

γ) Περαιτέρω, με το άρθρο 34 παρ.1 Ν. 3220/2004 αντικαταστάθηκε εκ νέου η διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 Ν. 2523/1997 ως εξής ( ισχύς από 1-1-2004 βάσει άρθρου 56 περ.α΄ιδίου νόμου):
«1. Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:
α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ,
β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ,
γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ.
Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό.»
Μετά το νόμο επομένως 3220/2004 (ισχύς νέας παρ.1 άρθρου 25 Ν.1882/1990 από 1-1-2004) η προηγούμενη φράση ΄΄εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής΄΄ αντικαθίσταται ουσιαστικά από τη φράση ΄΄έφόσον το συνολικό χρέος΄΄, που σημαίνει (και αυτός είναι ο σκοπός του νομοθέτη με βάση τη γραμματική ερμηνεία της διατάξεως) ότι για την στοιχειοθέτηση των ποσών των περιπτώσεων α), β) και γ) λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των οφειλών (από 1-1-2004) ανεξαρτήτως εάν αυτές αυτοτελώς δεν συνιστούν ποινικό αδίκημα, δηλ. αν υπάρχουν λ.χ. 15 οφειλές των 2.000 ευρώ η κάθε μία, ήτοι σύνολο χρέους 30.000 ευρώ γίνεται υπαγωγή στην περ.α) της παρ.1 άρθρου 25 ανεξαρτήτως εάν οι επιμέρους οφειλές δεν είναι λόγω ποσού αξιόποινες. Κατ΄ άλλη άποψη (μη κρατούσα) και στην περίπτωση αυτή για να ληφθεί υπόψη το συνολικό χρέος θα πρέπει οι επιμέρους οφειλές να είναι αξιόποινες.

δ) Τέλος, η διάταξη της παρ.1 του άρθρου 25 Ν.1882/1990 αντικαταστάθηκε εκ νέου με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 Ν.3943/2011 (έναρξη ισχύος από 31-3-2011) και έχει ως εξής:
«1. Οποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:

α) έως ένα έτος, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παράγραφο 5,
υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ.
β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`. υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.
γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ.
δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.
Χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής.
Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων.
Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό.»
Αναφορικά με την έννοια του συνολικού χρέους ισχύουν όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν. Ως προς την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 ΠΚ.

Β) Παραγραφή αδικήματος
Στην αρχική μορφή της διάταξης του άρθρου 25 Ν.1882/1990 δεν υπήρχε ειδική ρύθμιση για την παραγραφή του εν λόγω ποινικού αδικήματος (πλημμελήματος ως προς όλες τις προβλεπόμενες περιπτώσεις) και επομένως από 23-3-1990 μέχρι 31-12-1997 ίσχυαν οι κοινές περί παραγραφής και αναστολής αυτής διατάξεις του ΠΚ. Με το άρθρο 23 παρ.1 Ν.2523/1997 αντικαταστάθηκε, ως προαναφέρθηκε, η διάταξη του άρθρου 25 Ν.1882/1990 και στην παράγραφο 7 του άρθρου 25 ορίσθηκε ότι: ΄΄Ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος συμπληρώνεται μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής. Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση΄΄. Ο άνω χρόνος παραγραφής (ουσιαστικά μη παραγραφής) ισχύει από 1-1-1998 έως 31-12-2003. Ακολούθως με το άρθρο 34 παρ.2 Ν.3220/2004 (έναρξη ισχύος από 1-1-2004 βάσει του άρθρου 56 περ.α΄ ιδίου νόμου) η άνω παρ.7 άρθρου 25 Ν.1882/1990 αντικαταστάθηκε εκ νέου ως εξής: ΄΄Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής΄΄. Απαλείφθηκε δηλ. η φράση ΄΄Ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος συμπληρώνεται μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής΄΄ και επομένως από 1-1-2004 ισχύουν εκ νέου οι κοινές διατάξεις του ΠΚ περί παραγραφής (που αρχίζει από το χρόνο τέλεσης της πράξης κατ΄ άρθρο 112 ΠΚ) και αναστολής αυτής, ενώ η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει σύμφωνα με τη διατύπωση του νόμου την παραγραφή του χρέους (της οφειλής δηλ.) και όχι του ποινικού αδικήματος (βλ. αναλυτικά ΑΠ 23/2012). Σημειώνεται, σε κάθε περίπτωση, ότι για την παραγραφή, ως θεσμού του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, τυγχάνει εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 ΠΚ (αρχή του επιεικέστερου νόμου). Ζήτημα, βέβαια, ανακύπτει, που δεν έχει εισέτι αντιμετωπισθεί νομολογιακά ως εκ της έναρξης ισχύος του Ν.3943/2011, περί του εάν η επιμήκυνση του χρόνου τέλεσης του αδικήματος, που επήλθε με το άρθρο 3 παρ.1 Ν. 3943/2011 άγει ουσιαστικά (για τις πράξεις, που τελούνται από την έναρξη ισχύος του) και στην επιμήκυνση του χρόνου παραγραφής αυτών (πρβλ. αρθρ. 112 ΠΚ).
Βασική επισήμανση: Με το άρθρο 3 παρ.1γ Ν. 3943/2011 (ισχύς από 31-3-2011) προστέθηκε στο άρθρο 25 Ν. 1882/1990 παράγραφος 9, η οποία έχει ως εξής: «9. Προκειμένου περί χρεών της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ήδη ληξιπρόθεσμων κατά την έναρξη ισχύος της παρούσης παραγράφου (δηλ. ληξιπρόθεσμα στις 31-3-2011), τα ποινικά αδικήματα των περιπτώσεων α`, β`, γ` και δ` της παραγράφου αυτής, τελούνται με τη συνέχιση της μη καταβολής τους μετά την πάροδο τεσσάρων (4) μηνών από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας παραγράφου.». Η εν λόγω παράγραφος, σύμφωνα και με σχετική γνωμοδότηση ΕισΑΠ με αριθμό 10/Ιουν 2011 αφορά στην περίπτωση, που τα χρέη έχουν μεν καταστεί ληξιπρόθεσμα κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας παραγράφου (δηλ. 31-3-2011) δεν έχει όμως παρέλθει μέχρι την ημερομηνία αυτή (31-3-2011) το τετράμηνο από τότε, που η οφειλή κατέστη ληξιπρόθεσμη, ώστε να στοιχειοθετηθεί ποινική ευθύνη, το αδίκημα δε σε μία τέτοια περίπτωση (σε περίπτωση δηλ. μη παρέλευσης του τετραμήνου μέχρι 31-3-2011) τελείται μετά την πάροδο τεσσάρων μηνών από 31-3-2011. Δεν αφορά δηλ. η εν λόγω διάταξη και τις περιπτώσεις εκείνες, που το τετράμηνο έχει ήδη συμπληρωθεί κατά το χρόνο έναρξης ισχύος της ανωτέρω παραγράφου διότι αυτό θα αντίκειτο σε δογματικές αρχές του ποινικού δικαίου.

Γ) Αναστολή εκτέλεσης ποινής και μετατροπή της ποινής
Ισχύουν οι κοινές διατάξεις του ΠΚ περί αναστολής εκτέλεσης και μετατροπής της ποινής. Εφαρμόζεται το άρθρο 2 παρ.1 ΠΚ καθότι οι άνω θεσμοί ανάγονται στο ουσιαστικό ποινικό δίκαιο.

Δ) Εξόφληση οφειλής: Εξαλείφεται το αξιόποινο

Ε) Ρύθμιση χρέους: Αναστέλλεται η ποινική διαδικασία λόγω ρύθμισης (αρθρ. 25 παρ.5 Ν. 1882/1990 ως ισχύει και μετά το νόμο 3943/2011). Ουσιαστικά η διάταξη επαναλαμβάνεται στη διάταξη του άρθρου 3 παρ.8 α Ν. 4038/2012 (ισχύς από 14-2-2012), ενώ με το άρθρο 5 παρ.9 α Ν.4047/2012 (ισχύς από 23-2-2012) τα χρέη προς το Δημόσιο ρυθμίζονται εφόσον δεν υπερβαίνουν το ποσό των 10.000 ευρώ για φυσικά πρόσωπα και το ποσό των 75.000 ευρώ για νομικά πρόσωπα. Ουσιαστικά δηλ. για τα νέα χρέη που δημιουργούνται μετά την ισχύ του Ν. 4047/2012 δίδεται δυνατότητα ρύθμισης μόνο υπό τους ανωτέρω όρους ως προς το ποσό της οφειλής.
Επισημαίνεται ότι η άσκηση σχετικής προσφυγής ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων ή οιαδήποτε άλλη διοικητική διαδικασία δεν ασκεί κατά νόμο οιαδήποτε έννομη επιρροή είτε δικονομικής είτε ουσιαστικής φύσης στην ποινική διαδικασία στις περιπτώσεις των ποινικών αδικημάτων του άρθρου 25 Ν. 1882/1990 ( εν αντιθέσει με το ποινικό αδίκημα της φοροδιαφυγής), το δε Δικαστήριο έχει την κυριαρχική ευχέρεια σε περιπτώσεις άσκησης σχετικής προσφυγής να αναβάλλει, ενδεχομένως, την υπόθεση για κρείσσονες αποδείξεις.
Σημ. Με την παρ.7 άρθρ.4 Ν.2408/1996 (Α 104) ορίζεται ότι:
» Οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (ΦΕΚ 43Α`), όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 20 του ν. 2298/1995 (ΦΕΚ 62 Α`), εφαρμόζονται και επί οφειλών εργατικών ή εργοδοτικών εισφορών στο Ι.Κ.Α. και τα άλλα ασφαλιστικά ταμεία».

ΣΤ) Απόδειξη:
«8. Μάρτυρας παρίσταται ο κατά την ημερομηνία της δικασίμου προϊστάμενος της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας ή τελωνείου ή υπάλληλος που υπηρετεί στην ίδια ή αντίστοιχη υπηρεσία.»
«Η εμφάνιση του μάρτυρα στο ακροατήριο δεν είναι υποχρεωτική, εφόσον έχει λάβει χώρα έγγραφη ενημέρωση του αρμόδιου εισαγγελέα ή του δικαστηρίου εκ μέρους της Δ.Ο.Υ. σχετικά με τη διαδικαστική εξέλιξη της οφειλής, τρεις τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.»

Η παρ.8 άρθρ. 25 Ν. 1882/1990 προστέθηκε με την παρ.3 άρθρ.34 Ν.3220/2004 και το δεύτερο εδάφιο της παρ.8 προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ.1β Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011.

Ζ) Καθ΄ ύλη αρμοδιότητα Δικαστηρίου: Αρχικώς, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο (ανεξαρτήτως απειλούμενης ποινής) ήταν καθ΄ ύλη αρμόδιο για την εκδίκαση όλων των πλημμελημάτων του άρθρου 25 σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.7 Ν. 1882/1990 όπως η παρ.7 προστέθηκε με το άρθρο 19 παρ.6 Ν. 1968/1991. Με το άρθρο 10 παρ. 4 Ν. 3904/2010 αντικαταστάθηκε η διάταξη του άρθρου 114 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ως εξής:
Το μονομελές πλημμελειοδικείο δικάζει:
1) Τα πλημμελήματα για τα οποία απειλείται στο νόμο φυλάκιση με ελάχιστο όριο κατώτερο του ενός έτους ή χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές, εκτός από:
α) εκείνα που υπάγονται στην αρμοδιότητα των μεικτών ορκωτών δικαστηρίων και των εφετείων, καθώς και τα συναφή με αυτά (άρθρα 109, 111, 128),
β) εκείνα που υπάγονται στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου των ανηλίκων,
γ) εκείνα των άρθρων 259 και 302 του Ποινικού Κώδικα και της συκοφαντικής
δυσφήμησης δια του τύπου
Περαιτέρω, με το άρθρο 34 περ. στ) ιδίου Ν.3904/2010 ορίσθηκε ότι από την έναρξη ισχύος του παρόντος ( 23-12-2010) καταργούνται …περ.στ) κάθε διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος και επομένως και η ανωτέρω διάταξη της παρ.7 που όριζε ως αρμόδιο το Μονομελές Πλημμελειοδικείο για όλα τα πλημμελήματα του άρθρου 25 και η καθ΄ ύλη αρμοδιότητα (Μονομελούς ή Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, πλέον) κρίνεται με βάση το απειλούμενο στο νόμο κατώτερο όριο ποινής (σε περίπτωση φυλάκισης ως εν προκειμένω). Κατά τη μεταβατική δε διάταξη του άρθρου 33 παρ.1 Ν. 3904/2010: ΄΄Υποθέσεις που έχουν παραπεμφθεί στο ακροατήριο του αρμοδίου μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου δικαστηρίου (δηλ. μέχρι 23-12-2010) εκδικάζονται από αυτό, εκτός από τις υποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 31, οι οποίες εκδικάζονται σύμφωνα με τις νέες διατάξεις, αν δε ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών διαπιστώσει τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, με πράξη του θέτει αυτές στο αρχείο.΄΄

H) Διαχρονικό δίκαιο – αρχή εφαρμογής επιεικέστερου νόμου (2 παρ.1 ΠΚ)
Τίθεται ζήτημα αναφορικά με τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 25 παρ.1 Ν.1882/1990 ως ίσχυε σύμφωνα με το Ν.3220/2004 και αυτές του άρθρου 25 παρ.1, που ισχύουν σήμερα κατά το Ν.3943/2011. Δεν υπάρχει πάγια νομολογία. Ενδεικτικά λ.χ. αναφέρεται ότι έχει κριθεί ότι επιβάλλεται η κρίση περί της ευμενέστερης διάταξης υπό τις περιστάσεις της κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης δεδομένου ότι υπάρχουν τρεις διαφορετικές περιπτώσεις διαβάθμισης ποινικής ευθύνης και ήδη τέσσερις (βλ. ανωτέρω αντικαταστάσεις άρθρου 25 παρ.1). Επίσης, σε ότι αφορά την παραγραφή αυτή κρίνεται αυτοτελώς. Εάν λ.χ. ως προς την ποινική κύρωση εφαρμόζεται το άρθρο 25 παρ.1 περ. α΄ ως ισχύει μετά το νόμο 2523/1997, δεν σημαίνει ότι εφαρμόζονται και οι αντίστοιχες περί παραγραφής διατάξεις αυτού του νόμου (2523/1997) αλλά εφόσον η πράξη εκδικάζεται μετά την ισχύ του Ν.3220/2004, ήτοι μετά την 1-1-2004 ισχύουν οι ευμενέστερες περί παραγραφής διατάξεις του νόμου αυτού (Ν.3220/2004).

Θ) Αιτιολογία απόφασης
Θα πρέπει για την πλήρη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης να αναφέρονται: α) η αρχή, που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, β) το ύψος του χρέους, γ) ο τρόπος πληρωμής του (λ.χ. εφάπαξ), δ) ο ακριβής χρόνος καταβολής του όταν καταβάλλεται εφάπαξ, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο, που βεβαιώθηκε το χρέος, δεδομένου ότι το ληξιπρόθεσμο συνάπτεται με την ταμειακή βεβαίωση του χρέους οπότε και αυτό μπορεί να εισπραχθεί, ε) το είδος του χρέους (επιρριπτόμενοι, παρακρατούμενοι, άλλοι φόροι), στ) την ιδιότητα του κατηγορουμένου στις περιπτώσεις της παρ.2 του άρθρου 25 (πρβλ. ΑΠ 1614/2006)

Ι) ΠΤΩΧΕΥΣΗ
Με την ΑΠ 659/2011 έχει κριθεί ότι:
Η πτώχευση του οφειλέτη ασκεί έννομη επιρροή επί της ποινικής ευθύνης του υπόχρεου υπό την προϋπόθεση ότι η κήρυξη της πτωχεύσεως έλαβε χώρα πριν από την βεβαίωση του χρέους ή το ληξιπρόθεσμο αυτού, ενόψει του ότι το μεν, κατ΄ άρθρο 2 του Α.Ν. 635/1937, ο πτωχεύσας στερείται αυτοδικαίως της διοικήσεως της πτωχευτικής περιουσίας και είναι άκυρη ως προς την ομάδα των πιστωτών κάθε δικαιοπραξία αυτού που αφορά την πτωχευτική περιουσία, το δε, κατ΄ άρθρο 679 του Εμπορικού Νόμου, καθιερώνεται ποινική ευθύνη του πτωχεύσαντος από την πληρωμή των πιστωτών του μετά την παύση των πληρωμών.

Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης – Πρωτοδίκης, μέλος του ΔΣ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

 

 

 

Σχόλια