ΜΕ ΕΝΑ ΝΟΜΟ ΚΑΙ ΕΝΑ ΑΡΘΡΟ

0

Όταν η δικηγορική κοινότητα θελήσει να κάνει μια σοβαρή συζήτηση για τον θεσμό της άσκησης του δικηγόρου, ένα από τα πρώτα πράγματα που θα πρέπει να τεθούν στον τραπέζι είναι το καθεστώς εργασίας του ασκούμενου δικηγόρου. Και αυτό γιατί, ο ασκούμενος δικηγόρος, όπως διαπιστώνεται σήμερα, δεν εμπίπτει σε κανένα εργασιακό καθεστώς. Θα λέγαμε μάλιστα, ότι ο ασκούμενος αποτελεί μια ειδική και μοναδική κατηγορία εργαζόμενου για την οποία έχουν προβλεφθεί όλες οι σχετικές υποχρεώσεις του εν αντιθέσει με τα δικαιώματα τα οποία κανονικά θα έπρεπε να έχει.

Συγκεκριμένα σήμερα, το πλαίσιο της ασκούμενης δικηγορίας ρυθμίζεται αποκλειστικά στο νόμο 4194/2013 που φέρει τον γνωστό σε όλους μας τίτλο: «Κώδικας Δικηγόρων».

Ειδικότερα, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 4  του ως άνω κώδικα προβλέπεται ότι: «Τη δικηγορική ιδιότητα αποκτά εκείνος: α) ο οποίος έχει επαρκείς γνώσεις για να ασκεί το λειτούργημα του μετά από επιτυχή συμμετοχή του σε πανελλήνιες εξετάσεις…». Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 18 προβλέπεται ότι: «Δικαίωμα συμμετοχής στο διαγωνισμό υποψηφίων δικηγόρων έχει ο ασκούμενος δικηγόρος που συμπλήρωσε το νόμιμο χρόνο άσκησης». Επίσης, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 13 προβλέπεται ότι: «Η άσκηση διαρκεί δεκαοκτώ (18) μήνες» ενώ στην παράγραφο 4 του άρθρου 10 προβλέπεται ότι: «Η ιδιότητα του ασκούμενου διατηρείται για όσο χρόνο απαιτείται για την ολοκλήρωση της άσκησης και την επιτυχή συμμετοχή του στις σχετικές δοκιμασίες και μέχρι τον επακόλουθο διορισμό του ως δικηγόρου».

Δηλαδή, ένας απόφοιτος Νομικής Σχολής προκειμένου να αποκτήσει την δικηγορική ιδιότητα απαιτείται να συμμετάσχει επιτυχώς στον πανελλήνιο διαγωνισμό υποψηφίων δικηγόρων ενώ δικαίωμα συμμετοχής σε αυτόν έχουν όσοι ασκ. δικηγόροι έχουν πραγματοποιήσει – τουλάχιστον – 18 μήνες πρακτικής άσκησης.

Η πραγματικότητα, όμως, είναι ότι το χρονικό διάστημα της πρακτικής άσκησης δεν είναι μόνο 18 μήνες, αλλά πολλοί παραπάνω, αφού σε κάθε ακαδημαϊκό έτος διεξάγονται 2 μονάχα διαγωνισμοί, ας πούμε ένας τον μήνα Οκτώβριο και ένας το μήνα Απρίλιο. Παράλληλα, ενώ ο ασκούμενος έχει ήδη καταγράψει 18 μήνες άσκησης πρέπει να περιμένει τουλάχιστον άλλους 7 μήνες (δηλαδή συνολικά 25 μήνες ή δύο χρόνια και κάτι) εξ’ αιτίας μίας ανυπέρβλητης – όπως φαίνεται – γραφειοκρατικής διαδικασίας (εύρεση εξεταστών, διορισμός εξεταστών, καθυστέρηση διόρθωσης γραπτών, ανάρτηση αποτελεσμάτων, δημοσίευση ΦΕΚ διορισμού δικηγόρου, όρκιση δικηγόρου κ.α), προκειμένου να εισέλθει στην αγορά εργασίας με την ιδιότητα του δικηγόρου.  Και φυσικά, οι επιπλέον 7 αυτοί μήνες αναγνωρίζονται ως μήνες πρακτικής άσκησης όπως ρητά ορίζει η ανωτέρω διάταξη στην παρ. 4 του άρθρου 10 του Κώδικα Δικηγόρων.

Να σημειωθεί βέβαια ότι σε πολλές περιπτώσεις, υπάρχουν ασκ. δικηγόροι που επειδή δεν έχουν συμπληρώσει τους 18 μήνες, έστω και για μέρα, μέχρι την ημερομηνία που ορίζει η προκήρυξη του διαγωνισμού πρέπει να περιμένουν άλλους 6 μήνες μέχρι την διεξαγωγή του επόμενου (δηλαδή συνολικά, ένας «άτυχος» ασκούμενος μπορεί να φτάσει τους 31 μήνες ή τα 2,5 χρόνια).

Και από εδώ ξεκινάει η αδικία για την οποία όλοι μιλάνε αλλά εσκεμμένα κανείς δεν την αποκαθιστά. Το εργασιακό καθεστώς των ασκουμένων δεν ρυθμίζεται σε καμία νομοθετική διάταξη. Κανένας νόμος δεν προβλέπει αν η σχέση μεταξύ ενός ασκουμένου και του δικηγόρου του είναι αυτή της εξαρτημένης εργασίας ή της μαθητείας. Συνεπώς, οι εργοδότες-δικηγόροι, ευνοημένοι από αυτό το νομοθετικό κενό και με την ανοχή της πολιτείας  και των δικηγορικών συλλόγων, ερμηνεύουν κατά το δοκούν το ως άνω καθεστώς ως μαθητεία χωρίς να υποχρεούνται στην καταβολή έστω του κατώτατου μισθού. Αντίθετα, ο ασκούμενος έχει καθιερωθεί να αμείβεται έναντι μίας συμβολικής αμοιβής της τάξεως των 300 ευρώ στην Αθήνα, 150 ευρώ στην Θεσσαλονίκη ενώ στην υπόλοιπα χώρα έναντι καμίας απολύτως.

Δηλαδή, ένας νομικός ο οποίος αποφοίτησε στα π.χ. 22 του χρόνια, αναγκάζεται να βρίσκεται τουλάχιστον έως τα 24 του χρόνια σε ένα καθεστώς εντελώς αβέβαιο ως προς τις αποδοχές και τα εν γένει δικαιώματα του, υποκείμενος όμως σε όλες τις υποχρεώσεις της εξαρτημένης εργασίας (παροχή συγκεκριμένης εργασίας, με συγκεκριμένο τρόπο, σε συγκεκριμένο εργοδότη, με συγκεκριμένο ωράριο κ.α.).

Και από εδώ ξεκινούν οι αντιφάσεις:

Ενώ όπως προαναφέραμε δεν υπάρχει σαφής ορισμός της ασκούμενης δικηγορίας, αντίθετα σύμφωνα με το Ν. 3996/5.8.2011 (Φ.Ε.Κ. 170, τεύχος Α’) «οι ασκούμενοι Δικηγόροι από την εγγραφή τους στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο υπάγονται υποχρεωτικά στην ασφάλιση των Τομέων Υγείας Δικηγόρων του Κλάδου Υγείας του ΕΤΑΑ, καταβάλλοντας τις προβλεπόμενες κάθε φορά ασφαλιστικές εισφορές πρώτης πενταετίας (οι οποίες υπολογίζονται βάσει του νόμιμου κατώτατου μισθού), εφόσον δεν υπάγονται στην υποχρεωτική ασφάλιση άλλου ασφαλιστικού οργανισμού για παροχές ασθενείας».

Δηλαδή, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη οι ασκούμενοι δικηγόροι ως προς τις ασφαλιστικές εισφορές του κλάδου υγείας εξομοιώνονται πλήρως με ένα δικηγόρο πενταετίας, ο οποίος προβλέπεται ρητά ότι μπορεί να ασκεί το ελεύθερο επάγγελμα ή να είναι σε καθεστώς έμμισθης εντολής.

Εκτός από αυτό, είναι γνωστό σε όλους μας ότι η τυχόν αμοιβή που δίδεται στον ασκ. δικηγόρο καταβάλλεται με δύο τρόπους, δηλαδή είτε «μαύρα» είτε με τίτλο κτήσης (παλιά απόδειξη δαπάνης). Ειδικότερα ο τίτλος κτήσης, αφορά τους ευκαιριακά απασχολούμενος και το εισόδημα των οποίων ειδικά για τους ασκ. δικηγόρους φορολογείται ως εισόδημα από μισθωτή εργασία. Παράλληλα όμως, οι ασκ. δικηγόροι που αμείβονται με τίτλο κτήσης εκτός από τις ασφαλιστικές εισφορές για την υγεία που αναφέραμε ανωτέρω, υποχρεούνται σε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών και για τον κλάδο σύνταξης οι οποίες προσδιορίζονται με βάση τους συντελεστές που αφορούν τους ελεύθερους επαγγελματίες. Και φυσικά για όλα τα ανωτέρω, ο εργοδότης – δικηγόρος δεν υποχρεούται να καταβάλει ούτε ένα ευρώ για τις ασφαλιστικές εισφορές του ασκουμένου του.

Όσο απίστευτο λοιπόν και αν ακούγεται, ο ασκ. δικηγόρος δεν υφίσταται εργασιακά, με αποτέλεσμα να μην έχει και κανένα εργασιακό δικαίωμα. Αντίθετα, σε φορολογικό και ασφαλιστικό επίπεδο εξομοιώνεται με ένα κανονικό δικηγόρο που ασκεί το ελεύθερο επαγγελματία ή βρίσκεται σε καθεστώς έμμισθης εντολής.

Και προφανώς, δεν κατακρίνεται καταρχήν η διαφορετική ασφαλιστική ή φορολογική μεταχείριση ενός ασκ. δικηγόρου καθώς η φορολογική και ασφαλιστική επιβάρυνση επιτελούν διαφορετικούς σκοπούς δημοσίου συμφέροντος. Όμως, σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου δεν γίνεται να μένει εντελώς κενό το εργασιακό καθεστώς μιας κατηγορίας προσώπων ενώ παράλληλα έχουν παρθεί όλα τα μέτρα επιμέλειας για την φορολογική και ασφαλιστική τους μεταχείριση.

Σίγουρα, ο χαρακτηρισμός του εργασιακού καθεστώτος του ασκ. δικηγόρου δεν είναι πυρηνική φυσική. Ίσως μάλιστα είμαστε και η μοναδική χώρα της Ευρώπης που αφήνει αρρύθμιστη μια τόσο σημαντική περίοδο του κατεξοχήν νομικού επαγγέλματος αφού σε άλλες χώρες ο νόμος αναγνωρίζει ότι ο ασκ. δικηγόρος παρέχει εργασία και αμείβεται αναλόγως. Για παράδειγμα, στο Ηνωμένο Βασίλειο, η ρυθμιστική αρχή των δικηγόρων (SRA), ορίζει ρητά ότι ο ασκούμενος αμείβεται όπως κάθε εργαζόμενος με μισθό που δεν μπορεί να είναι μικρότερος του κατώτατου –το ίδιο ισχύει και σε άλλες χώρες όπως η Νορβηγία, η Γερμανία κτλ.   Προφανώς, όμως, ορισμένοι ευνοούνται από ένα διαρκές φτηνό εργατικό δυναμικό, στερώντας όνειρα και προσβάλλοντας την προσωπικότητα νέων ανθρώπων, την ίδια ώρα που βρίσκονται στο Κοινοβούλιο, σε Υπουργεία και σε δικαστικές αίθουσες μιλώντας για δικαιοσύνη.

Όμως, στην τελική, αν δεν μπορούμε να διαφυλάξουμε μια κατώτατη αμοιβή έστω και 500 ευρώ για την αποδεδειγμένη εργασία ενός ανθρώπου, τότε πως μπορούμε να μιλάμε για αλλαγές και μεταρρυθμίσεις;

Ήρθε λοιπόν, η ώρα να κλείσει ο κύκλος αυτής της κατάφωρης αδικίας που διαπράττεται επί σειρά ετών και να αποκατασταθεί επιτέλους αυτή τραγελαφική κατάσταση. Εξ’ άλλου δεν είναι κάτι δύσκολο. Αρκεί ένας νόμος και ένα άρθρο.

Σταμαδιάνος Παναγιώτης, δικηγόρος Αθηνών και μέλος του Δ.Σ. της Ε.Α.Ν.Δ.Α.

Στυλιανουδάκης Χρήστος, δικηγόρος Αθηνών και μέλος του Δ.Σ. της Ε.Α.Ν.Δ.Α.

 

Σχόλια