«Η σχέση ποινικής ρήτρας και αποτελεσματικής αθέτησης της σύμβασης στα πλαίσια της Οικονομικής Ανάλυσης του Δικαίου»

0

Σύμφωνα με την Οικονομική Ανάλυση του Δικαίου, αποτελεσματική παράβαση της σύμβασης (“efficient breach of contract”) μπορεί να γίνει δεκτή εφόσον το κόστος εκτέλεσης για τον οφειλέτη (C) είναι μεγαλύτερο της αξίας της παροχής (V), όπως αυτή ειδικότερα προκύπτει λαμβανομένων υπ’ όψη των πραγματοποιηθεισών επενδύσεων του δανειστή (r), οπότε και λαμβάνει τιμή ίση με το γινόμενο V(r). Συνεπώς, εκφρασμένη σε ανισότητα, αποτελεσματική αθέτηση του συμβατικού δεσμού είναι οικονομικά συνεπές να έχουμε όταν C>V(r). Ωστόσο, βασική προϋπόθεση ισχύος της ανισότητας είναι η παράλληλη ύπαρξη υψηλών συναλλακτικών εξόδων κατά το θεώρημα Coase (1), τα οποία και αναιρούν οποιαδήποτε προσδοκία αλλαγής του προσώπου του αρχικώς αντισυμβαλλομένου με άλλο, το οποίο αξιολογεί υψηλότερα την χρησιμότητα του αντικειμένου της σύμβασης και έρχεται να επιβεβαιώσει έτσι την βασική οικονομική προϋπόθεση ισχύος της ρωμαϊκής επιταγής, ‘pacta sunt servanda’. Κατά λογική αναγκαιότητα της αποτελεσματικής μη εκπλήρωσης της σύμβασης, προκαλείται αύξηση της κοινωνικής ευημερίας μέσω της μετατόπισης σε υψηλότερες καμπύλες αδιαφορίας στη συνάρτηση χρησιμότητας του νέου μέρους.

Άλλωστε, η ίδια μετατόπιση παρατηρείται ήδη από τη γέννηση της συμβατικής ενοχής καθώς θεμελιώδης προϋπόθεση της σύναψης οικονομικά αποτελεσματικών συμφωνιών είναι η μετακίνηση μέσω της συμβατικής κατανομής σε υψηλότερες καμπύλες αδιαφορίας η οποία συνιστά συνέπεια του γεγονότος ότι το άθροισμα των διαφορών των υποκειμενικών (και γι’ αυτό διαφορετικών) χρησιμοτήτων είναι μεγαλύτερο του μηδενός. Τα συμβαλλόμενα μέρη ορθολογικά αποφασίζουν την υπαγωγή τους στον συμβατικό δεσμό καθώς η προσδοκώμενη υποκειμενική χρησιμότητα που θα αντλήσουν από την συμβατική κατανομή των πόρων θα είναι μεγαλύτερη σε σχέση με αυτή πριν την συμβατική δέσμευση (‘άριστη κατά Pareto κατανομή’).

Αντιθέτως, η εκπλήρωση της σύμβασης είναι οικονομικά αποτελεσματική όταν το κόστος για τον οφειλέτη είναι μικρότερο της αξίας της παροχής για τον δανειστή, πράγμα απολύτως εγγενές της ορθολογικής και οικονομικά μεγιστοποιητικής συμπεριφοράς του καθώς μέσω της συμβατικής ρύθμισης προσδοκά αύξηση της ατομικής του ευημερίας, ήτοι της συνολικής, υποκειμενικής του χρησιμότητας.

Η λόγω της συμβατικής αθέτησης, νόμιμη υποχρέωση καταβολής του θετικού διαφέροντος (ή διαφέροντος εκπλήρωσης / Dεκ, ΑΚ 335, 362, 382, 383) ενώ είναι οικονομικά αποτελεσματική αφού Dεκ = V(r) – P (όπου P, η συμβατική τιμή σε περίπτωση που η σύμβαση εκπληρωνόταν κατά τη θεωρία της διαφοράς), συνεπάγεται τη δημιουργία κινήτρων υπερβολικών επενδύσεων (r) στον δανειστή της αποζημίωσης, έτσι ώστε αυτός να μεγιστοποιεί (εκούσια ή ακούσια) το γινόμενο V(r) στην άνω ισότητα και ταυτόχρονα το μέγεθος (ως διαφορά) του υποχρεωτικού διαφέροντος εκπλήρωσης, ιδίως μάλιστα από την στιγμή που αυτό καταβάλλεται πλήρως, γεγονός που καταδεικνύει το γνωστό ‘παράδοξο της πλήρους αποζημίωσης’. Κατά λογική προέκταση, όσο μεγαλύτερο βαίνει το διαφέρον εκπλήρωσης τόσο μειώνεται η πιθανότητα αποτελεσματικής αθέτησης της σύμβασης εκτός αν το προσδοκώμενο όφελος από τη σύναψη έτερης σύμβασης με άλλο μέρος συνεχίζει να καλύπτει την οφειλόμενη αποζημίωση (Dεκ = V(r) – P < U, όπου U, η προσδοκώμενη ωφέλεια από το τρίτο συμβαλλόμενο μέρος). Ο κίνδυνος αυτός ελαχιστοποιείται με αποτέλεσμα το θετικό διαφέρον να περιορίζεται μέσω της νομοθετικής και νομολογιακής αναγνώρισης αντίστοιχης υποχρέωσης αποζημίωσης μόνο στο βαθμό που ο ζημιωθείς / δανειστής επέλεξε αποτελεσματικό επίπεδο επενδύσεων ή επέστησε την προσοχή του ζημιώσαντος / οφειλέτη στον κίνδυνο ασυνήθιστα μεγάλης ζημίας τον οποίο ο τελευταίος ούτε γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει (ΑΚ 300). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι υπερβολικές επενδύσεις εμπιστοσύνης δεν καλύπτονται και παραμένουν ως αξία λαμβάνοντας τη μορφή επιβαρύνσεως στον φορέα τους. Ανάλογη, δηλαδή περιοριστική, είναι και η λειτουργία του θεσμού της ποινικής ρήτρας (ΑΚ 404 επ), με την οποία επιχειρείται ex ante συμβατικός καθορισμός του ύψους της συνολικής αποζημίωσης, επομένως και της διενέργειας υπερβολικών επενδύσεων, στην έκταση μάλιστα που αντιστοιχεί στο διαφέρον εκπλήρωσης για ορθολογικούς συμβαλλόμενους. Ειδικότερα, ήδη μετά την συνομολόγηση ποινικής ρήτρας, ο οφειλέτης της είναι σε θέση να γνωρίζει το ύψος της αποζημίωσης που θα υποχρεωθεί να καταβάλλει εν όψει αθέτησης της σύμβασης, ακόμα και αν ο δανειστής της δεν υποστεί καμία ζημία (ΑΚ 405), γεγονός που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ενίοτε για την ενίσχυση της φερεγγυότητας του ή για την είσοδο του σε μια νέα αγορά (2). Σε περίπτωση που η ποινή συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη εκπλήρωσης της παροχής, ο δανειστής αν απαιτήσει την ποινή που κατέπεσε αποκλείεται να ζητήσει την εκπλήρωση της παροχής (ΑΚ 406). Και τούτο διότι η ποινική ρήτρα καλύπτει όχι μόνο την αξία της παροχής αλλά επιπλέον (και κατά νομοθετική εξαίρεση) την υποκειμενική αξία της παροχής, ήτοι το συγκεκριμένο πλεόνασμα ευημερίας για τον συγκεκριμένο δανειστή (διαφέρον διαθέσεως ή ‘πλεόνασμα καταναλωτή’ κατ’ ανάλογη εφαρμογή του, νομοθετικά κατοχυρωμένου όμως, ‘πλεονάσματος παραγωγού’ στην ΑΚ 298). Οι ποινικές ρήτρες καλύπτουν το διαφέρον διαθέσεως και συνεπώς το πλεόνασμα ευημερίας του δανειστή το οποίο δεν λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό του διαφέροντος εκπληρώσεως. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ποινή καλύπτει την πλήρη αξία της παροχής για τον δανειστή. Κυρίως όμως, πράγμα που εδώ ενδιαφέρει, ο οφειλέτης που προκρίνει την αποτελεσματική παράβαση της σύμβασης έναντι της εκπλήρωσης γνωρίζει a priori όχι μόνο το διαφέρον εκπλήρωσης αλλά την πλέον αυτού συνολική αποζημίωση, την οποία οφείλει στο βαθμό που μπορεί να αποδειχθεί (ΑΚ 406). Αν η ποινή συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη προσήκουσας και ιδίως της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, ο δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει εκτός από την ποινή που κατέπεσε και την εκπλήρωση της παροχής, καθώς και την επιπλέον αποδεικνυόμενη ζημία από την μη προσήκουσα εκπλήρωση (ΑΚ 407). Σε αυτήν την περίπτωση, και σύμφωνα με τα ανωτέρω, πρέπει να γίνει τελολογικώς δεκτό ότι η ποινική ρήτρα ισούται με την μείωση της αξίας της παροχής λόγω της πλημμελούς εκπλήρωσης καθώς και με την υποκειμενική της αξία έτσι ώστε ενδεχόμενη δυσαναλογία της να μειώνεται κατόπιν διορθωτικής παρέμβασης του δικαστή στο μέτρο αυτό (ΑΚ 409).
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
(1) Σύμφωνα με το θεώρημα αυτό, αν υπάρχει επαρκής εξειδίκευση των εννόμων θέσεων και δικαιωμάτων και τα συναλλακτικά έξοδα είναι μηδενικά, τα ενδιαφερόμενα μέρη θα οδηγήσουν με τις μεταξύ τους συμφωνίες αγαθά και παραγωγικούς πόρους στις καλύτερες δυνατές χρήσεις τους, ανεξάρτητα από την αρχική τους κατανομή. Αναμφισβήτητα, το άνω θεώρημα εμφανίζει, όπως και κάθε αξιολογική κρίση, παράλληλα και διαγνωστικό / θετικό χαρακτήρα και κανονιστικό / δεοντολογικό. Συγκεκριμένα, η κανονιστική εκδοχή σχετίζεται με το γεγονός ότι τελικώς τα συμβαλλόμενα μέρη, ανεπηρέαστα από εξωτερικούς παράγοντες πλην της σκοπούμενης χρησιμότητας, θα κατανείμουν τελικώς αυτή εκεί όπου αξιολογείται ως μέγιστη. Από την άλλη, η κανονιστική εκδοχή διατυπώνεται εν είδη διπλής υποθέσεως ως επαρκής εξειδίκευση των εννόμων θέσεων και δικαιωμάτων και μηδενικό ύψος των συναλλακτικών εξόδων. Μόνο υπό τις προϋποθέσεις αυτές καθίσταται εφικτή η αποτελεσματική κατανομή των πόρων στις πολυτιμότερες χρήσεις τους. Σχετικά, βλ. http://www.law.uchicago.edu/faculty/coase/ .

(2) Αναλυτικά ως προς την λειτουργία της ποινικής ρήτρας, βλ. Αριστείδη Ν. Χατζή, «Having the Cake and Eating It Too: Efficient Penalty Clauses in Common and Civil Contract Law», International Review of Law & Economics, Vol. 22, No. 4, December 2002 (http://papers.ssrn.com/sol3/cf_dev/AbsByAuth.cfm?per_id=037020)• ιδίου, «Η Οικονομική Ανάλυση του Δικαίου των Συμβάσεων», http://www.enas.gr/xatzis.pdf.

Σχόλια