Διαμεσολάβηση: 4 Παρεξηγήσεις και μια επισήμανση

0

 

Με αφορμή τις παρατηρήσεις, τις απορίες, τις αντιδράσεις, την κριτική αλλά και τη δυσπιστία ορισμένων παραγόντων της δικαιοσύνης, όσον αφορά την εφαρμογή της διαμεσολάβησης στη χώρα μας, θεωρώ ότι πρέπει να αρθούν οι εξής 4 παρεξηγήσεις:

1.Λέχθηκε ότι “η διαμεσολάβηση συνεπάγεται την ιδιωτικοποίηση της δικαιοσύνης”. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ιδιωτικοποίηση της δικαιοσύνης θα ήταν κάτι ανεπίτρεπτο τόσο από νομικής, όσο και από ηθικής πλευράς. Με βάση το άρθρο 8 του Συντάγματος “κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος. Δικαστικές επιτροπές και έκτακτα δικαστήρια, με οποιοδήποτε όνομα, δεν επιτρέπεται να συσταθούν.” Από ηθικής πλευράς θα ήταν επίσης άδικο να μην μπορεί να προσφύγει κάποιος στη Δικαιοσύνη, καθώς τότε θα ήταν αβάσταχτο το αίσθημα της αδιέξοδης αδικίας.

Σπεύδω, λοιπόν, να τονίσω ότι η διαμεσολάβηση σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί μέσο ιδιωτικοποίησης της δικαιοσύνης, γιατί αποτελεί έναν εναλλακτικό τρόπο επίλυσης των διαφορών, ο οποίος σε περίπτωση αποτυχίας, δεν εμποδίζει την προσφυγή στη δικαιοσύνη.
Παράλληλα, αφορά μόνο τις αστικές και τις εμπορικές διαφορές, οι οποίες είναι γνωστό ότι ως επί το πλείστον είναι δεκτικές συμβιβασμού και συνεπώς η ορθότητα της τελικής λύσης είναι σχετική, όπως αναφέρει και η αιτιολογική έκθεση του Ν.3898/2010. Εδώ και δεκαετίες οι διάδικοι σε αρκετές περιπτώσεις συμβιβάζονται μεταξύ τους, ακόμη και λίγο πριν την εκδίκαση της υπόθεσης. Με την ίδια λογική της ιδιωτικοποίησης, τότε κάθε συμβιβασμός των διαδίκων θα αποτελούσε ιδιωτικοποίηση της δικαιοσύνης. Αντιθέτως, η προσπάθεια συμφιλίωσης των διαδίκων δεν μπορεί να θεωρηθεί τρόπος υπονόμευσης της δικαιοσύνης.

2. Εκφράστηκε επίσης η μομφή “ότι η υποχρεωτική διαμεσολάβηση ειδικά είναι αυτή που ιδιωτικοποιεί τη δικαιοσύνη”. Είναι γεγονός ότι η διαμεσολάβηση είναι καταρχήν προαιρετικός θεσμός και η φιλοσοφία του δεν εναρμονίζεται με την υποχρεωτική εφαρμογή του. Ακόμη και σ’ αυτήν την περίπτωση, ωστόσο, σε περίπτωση αποτυχίας, και πάλι η προσφυγή στη δικαιοσύνη είναι ορθάνοικτη, και συνεπώς πάλι ο πολίτης δε στερείται το φυσικό του δικαστή.

3. Επικρατεί μέχρι στιγμής η σύγχυση ότι “ο διαμεσολαβητής αντικαθιστά το δικαστή, όπως και ο διαιτητής”. Τονίζεται ότι ο διαμεσολαβητής δεν έχει καμία απολύτως σχέση ούτε με το δικαστή, ούτε με το διαιτητή. Ο ρόλος του δικαστή έγκειται στην απονομή της δικαιοσύνης και την επίλυση της διαφοράς με απόφαση δική του. Ο διαιτητής επιλύει τη διαφορά επίσης με δική του απόφαση, χωρίς συναίνεση των αντίπαλων μερών, βασιζόμενος στην κριτική του αξιολόγηση με γνώμονα το νόμο. (Εάν υπήρχε νόμος, ο οποίος να καθιστά την διαιτησία υποχρεωτική, και να απαγορεύει σε κάθε περίπτωση την προσφυγή στη Δικαιοσύνη, τότε ασφαλώς και θα υπήρχε νομικό και ηθικό ζήτημα). Κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα, λοιπόν, της Δικαιοσύνης και της διαιτησίας είναι το ότι τόσο ο δικαστής, όσο και ο διαιτητής παίρνουν την τελική απόφαση με βάση τη δική τους κρίση και τη δική τους νομική αξιολόγηση.

Αντιθέτως, ο διαμεσολαβητής ΔΕΝ εκδίδει καμία απόφαση, ούτε αποφασίζει ο ίδιος για την επίλυση της διαφοράς. Ο ρόλος του είναι να βοηθήσει τα μέρη να αντιληφθούν το πραγματικό τους συμφέρον, και σε συνεργασία με τους δικηγόρους των μερών να δημιουργήσει πρόσφορο έδαφος για την επίτευξη μιας συμφωνίας μεταξύ των μερών, ακόμη και με κατ’ ιδίαν συνεδρίες, χωρίς φυσικά να υποχρεούνται τα μέρη να συμφωνήσουν: ανά πάσα στιγμή μπορούν να τερματίσουν τη διαδικασία και να αποχωρήσουν. Κατά συνέπεια διατηρούνται ακέραια όλα τα νόμιμα δικαιώματα τους. Ακόμη και στην περίπτωση της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης η τελική συμφωνία των μερών προφανώς και δεν είναι υποχρεωτική, αφού κανένας τρίτος δεν μπορεί να επιβάλλει σε δύο μέρη να συμφωνήσουν μεταξύ τους, παρά μόνο αν το θέλουν. Δεν ευσταθούν, λοιπόν, οι σκέψεις ότι επιχειρείται η ιδιωτικοποίηση της δικαιοσύνης με τη διαμεσολάβηση.

4.Υποστηρίχθηκε ότι η διαμεσολάβηση δε μειώνει τα έξοδα της δίκης, γιατί προβλέπονται αμοιβές για τη διαμεσολάβηση. Ο ισχυρισμός αυτός θα μπορούσε να εκληφθεί ως ακατανόητος. Πιο συγκεκριμένα, ασφαλώς και πρέπει να αμοίβεται ο διαμεσολαβητής και οι δικηγόροι που θα παρίστανται με τους εμπλεκόμενους διαδίκους, γιατί ο χρόνος που θα αφιερώσουν στην επίλυση της υπόθεσης δεν αποζημιώνεται από το κράτος, και συνεπώς εύλογα οι διάδικοι πρέπει να επιβαρυνθούν με τις αμοιβές.

Η αμοιβή του διαμεσολαβητή και του παριστάμενου δικηγόρου είναι ελεύθερα διαπραγματεύσιμη και δεν μπορώ να διανοηθώ ότι το ύψος τους είναι παρόμοιο με τα δικαστικά έξοδα. Όποιος γνωρίζει καλά τη δικαστική διαδικασία των δύσκολων ειδικά υποθέσεων, γνωρίζει καλά τα έξοδα σύνταξης δικογράφων, τα έξοδα κατάθεσης δικογράφου, τα έξοδα αποστολής εξώδικων δηλώσεων, τα έξοδα ένορκων βεβαιώσεων, τα διπλότυπα των δικηγορικών συλλόγων, τα δικαστικά ένσημα, τα έξοδα εκδίκασης, τα έξοδα κατάθεσης έφεσης, τα έξοδα εκδίκασης της έφεσης κοκ. Εάν λάβουμε υπόψη τα παραπάνω νομίζω ότι ο περιορισμός των δικαστικών εξόδων, μέσω διαμεσολάβησης, κατά 2060%
τουλάχιστον, ανάλογα με το είδος της υπόθεσης, αποτελεί ρεαλιστικό υπολογισμό. Η μείωση, μάλιστα, αυτή σε αρκετές περιπτώσεις αφορά τα έξοδα των διαδίκων και όχι τόσο τα ουσιαστικά έσοδα των δικηγόρων, καθώς η καθαρή αμοιβή των δικηγόρων κατά τη διαμεσολάβηση, σε αρκετές περιπτώσεις, δεν έχει ουσιώδη διαφορά από την καθαρή αμοιβή των δικαστηρίων. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς το όφελος μιας ενίοτε μειωμένης μεν αμοιβής, χωρίς, ωστόσο, την επίπονη διαδικασία της σύνταξης δικογράφων, με κατοχυρωμένη τη διακοπή της παραγραφής.

Σε αυτό το σημείο θα τολμήσω να ακουμπήσω την ιερή αγελάδα της χρονοχρέωσης. Στη χώρα μας ελάχιστοι ήταν αυτοί που κατάφεραν να την εφαρμόσουν με δίκαιο τρόπο. Το αποτέλεσμα ήταν αρκετοί πολίτες να μην έχουν συνηθίσει να επιβραβεύουν τον χρόνο που αφιερώνει ο νομικός σύμβουλος σε μια υπόθεση, παρά μόνο αν φτάσει στα δικαστήρια. Από την άλλη πλευρά δεν είναι λίγες οι φορές στις οποίες ο νομικός σύμβουλος νιώθει ότι ο χρόνος του γίνεται αντικείμενο σπατάλης, όταν βλέπει ότι οι συμβιβαστικές του προσπάθειες δεν βρίσκουν τόπο και το κυριότερο δεν αμοίβονται. Είναι πια αργά όταν ο διάδικος ανακαλύπτει ότι αν είχε δώσει περισσότερη προσοχή και ανάλογο βάρος στην προσπάθεια συμβιβασμού, θα είχε γλιτώσει αρκετά δικαστικά έξοδα και θα ταλαιπωρούνταν ελάχιστα.

Αυτήν την αποφυγή ταλαιπωρίας προσπαθεί να επιτύχει ο διαμεσολαβητής και οι δικηγόροι των μερών, και μόνο και μόνο γι’ αυτό, η όποια αμοιβή τους συνεπάγεται πολλαπλό όφελος για τους διαδίκους. Ούτως ή άλλως η συμβουλευτική άσκηση της δικηγορίας συνεπάγεται έσοδα για τους δικηγόρους, αλλά αισθητά χαμηλότερα έξοδα για τους διαδίκους. Και οι νομικοί σύμβουλοι βγαίνουν κερδισμένοι γιατί χωρίς την πίεση σύνταξης δικογράφου θα έχουν περισσότερο χρόνο να αναλάβουν συγχρόνως περισσότερες υποθέσεις, με αποτέλεσμα τα έσοδα από μια δίκη να αναπληρωθούν από τα έσοδα μιας άλλης ακόμη υπόθεσης, την οποία δεν θα προλάβαιναν να χειριστούν ταυτόχρονα αν η παρούσα υπόθεση ακολουθούσε τη δικαστική οδό. Θα πρέπει να συμφωνήσουμε όλοι ότι είναι προς το συμφέρον των διαδίκων η έστω συμβολική αμοιβή των συμβουλευτικών (συμβιβαστικών) νομικών υπηρεσιών, γιατί έτσι δίνουν επιπλέον κίνητρο στους δικηγόρους να εξαντλήσουν ακόμη και το παραμικρό περιθώριο συμβιβασμού, αποτέλεσμα το οποίο μόνο θετικές συνέπειες θα έχει για τους διαδίκους.

Με άλλα λόγια, η διαμεσολάβηση δεν αποτελεί απλά έναν τρόπο πολιτισμένης επίλυσης μιας διαφοράς μεταξύ δύο διαδίκων, αλλά και έναν μοχλό ενίσχυσης της εμπιστοσύνης μεταξύ των δικηγόρων και των εντολέων τους.

Ακόμη και αν οι διάδικοι δεν καταλήξουν σε συμφωνία και η διαμεσολάβηση αποτύχει, ουσιαστικά πάλι δεν υπάρχουν χαμένοι. Ο διαμεσολαβητής μένει μεν σε περίπτωση αποτυχίας ηθικά ανικανοποίητος, αλλά γνωρίζει ότι προσπάθησε με όλες του τις δυνάμεις να συμφιλιώσει τους διαδίκους και αμοίφθηκε για την υπομονετική του προσπάθεια.

Οι δικηγόροι αντιλαμβάνονται ότι αμοίφθηκαν γιατί συνέβαλλαν στο να τεθούν οι σωστές βάσεις του προβλήματος και στο να οριστικοποίησουν το πλαίσιο της διαφοράς, θέτοντάς το υπόψη του εντολέα τους, ώστε να γνωρίζει όλα τα ενδεχόμενα σε περίπτωση δικαστικής διαμάχης. Ικανοποιούνται επίσης ηθικά γιατί επέδειξαν στον εντολέα τους τα νομικά τους προσόντα, το ήθος τους, τη μέριμνα για το πραγματικό συμφέρον του εντολέα τους, και αισθάνονται ότι ο τελευταίος το εκτίμησε δεόντως.

Οι ίδιοι οι διάδικοι, τέλος, κερδίζουν την αυτογνωσία, ως αποτέλεσμα της διαμεσολάβησης, δηλαδή τη γνώση όλων των άγνωστων πτυχών της υπόθεσης, και εκείνων που οδήγησαν στη διένεξη και εκείνων που θα ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο και ενδεχομένως να οδηγήσουν σε μη επιτυχή έκβαση. Στο εξωτερικό, μάλιστα, δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις, στις οποίες οι διάδικοι αποκτούν νέα οπτική γωνία και τελικώς συμβιβάζονται ακόμη και μετά από ανεπιτυχή διαμεσολάβηση!

Είναι περιττό να σκεφτεί κανείς πόσο μεγαλύτερο είναι ακόμη το όφελος στην περίπτωση της επιτυχώς περατωμένης διαμεσολάβησης και της συμφωνίας των διαδίκων. Σ’ αυτήν την περίπτωση ίσως θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι κερδισμένη βγαίνει και η ίδια η Δικαιοσύνη, γιατί δίνεται η ευκαιρία στους δικαστές να ασχοληθούν κυρίως με τις δύσκολες σοβαρές μη επιδεκτικές συμβιβασμού υποθέσεις, έχοντας και τον ανάλογο χρόνο να τις μελετήσουν, και τον οποίο σήμερα, δυστυχώς, δεν έχουν, λόγω του φόρτου των πινακίων. Θα μπορούσαμε εν κατακλείδι να σκεφτούμε ότι η διαμεσολάβηση μπορεί να συμβάλλει αποφασιστικά στην επιτάχυνση της Δικαιοσύνης (με τη μείωση των υποθέσεων) και να αντιληφθούμε ότι όχι μόνο δεν υποκαθιστά τη Δικαιοσύνη, αλλά αντιθέτως την υπηρετεί.

                      Χρήστος Παπουτσής
Δικηγόρος Θεσσαλονίκης
Δ. Διαμεσολαβητής Υπουργείου Δικαιοσύνης
www.papoutsislaw.gr

Σχόλια