Εργαλειακός Ορθολογισμός στην Θεωρία Παιγνίων και Καντιανή Ηθική: Ασυμβατότητες ή Παράδοξα κοινή πορεία;

0

Στο Δίλημμα του Φυλακισμένου, ένα από τα γνωστά παίγνια της θεωρίας παιγνίων, δύο κατηγορούμενοι για ληστεία, κρατούνται από την αστυνομία. Απομονωμένοι σε διαφορετικά κελιά δέχονται την πίεση του ανακριτού ο οποίος τους θέτει ενώπιον των εξής επιλογών : α) ομολογούν και οι δύο, οπότε τιμωρούνται με μία σχετικά μικρή ποινή τριών ετών β) ομολογεί μόνον ο ένας από τους δυο, οπότε αυτός απαλλάσσεται από κάθε κατηγορία και αποχωρεί ελεύθερος ενώ ο άλλος που συνεχίζει να αρνείται τιμωρείται με 5ετή φυλάκιση γ) αρνούνται αμφότεροι τις κατηγορίες οπότε απαλλάσσονται και οι δυό.

Δύο είναι οι στρατηγικές που μπορούν να αναπτυχθούν εν προκειμένω: 1) η στρατηγική της άρνηση των κατηγοριών και 2) η στρατηγική της ομολογίας . Η πρώτη ισοδυναμεί με στρατηγική συνεργασίας, που όταν επιλέγεται και από τους δυο οδηγεί στην ελευθερία, ενώ η δεύτερη ισοδυναμεί με στρατηγική αποστασίας από τον στόχο της συνεργασίας, αφού εδώ ο κάθε παίκτης προτάσσει το προσωπικό του όφελος σε βάρος του κοινού οφέλους . Μ αυτή του όμως την επιλογή αποστασίας υπονομεύει σε τελική ανάλυση και το δικό του όφελος ( -περί αυτών βλ. Γ. Βαρουφάκης: Θεωρία παιγνίων σελ. 435-).

Ο εργαλειακός ορθολογισμός, η επιλογή δηλαδή πράξεων που ικανοποιούν καλύτερα τις προτιμήσεις μας, μας λέει ότι ο κάθε παίκτης θα πρέπει να επιλέξει την άρνηση των κατηγοριών, ελπίζοντας ότι το ίδιο θα πράξει και ο άλλος, με συνέπεια να αποχωρήσουν ελεύθεροι .

Η θεωρία των παιγνίων όμως μας αποκαλύπτει ότι η κυρίαρχη στρατηγική και για τους δύο είναι η ομολογία παρόλο που η από κοινού άρνηση , δηλαδή η συνεργασία, θα οδηγούσε σε επωφελέστερο και για τους δύο αποτέλεσμα. Ο Albert Tucker που παρουσίασε το «πρόβλημα» αποδεικνύει πως η προσπάθεια του κάθε κρατουμένου να πετύχει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα , τους οδηγεί και τους δυο στην φυλακή.

Η κριτική στο Δίλημμα του Φυλακισμένου επιμένει να προτάσσει το γενικό όφελος της συνεργασίας απέναντι σε μια στενά και εργαλειακά ορθολογική προτίμηση του προσωπικού συμφέροντος. Κατά τον Βαρουφάκη και πάλι ( -ό.π. σελ. 460- ) η εφαρμογή της καντιανής κατηγορικής προσταγής θα είχε ως αποτέλεσμα την συνεργασία των παικτών και «την υπέρβαση των στενών προτιμήσεων του ατόμου. Ο ορθολογισμός κατά τον Kant είναι αυτοσκοπός που μας αποζημιώνει με εξαιρετικά δώρα».

Όμως αυτή η θέση είναι τελικά αντι-καντιανή. Η εφαρμογή της Καντιανής ηθικής θα είχε το παράδοξο αποτέλεσμα να βρεθούν και οι δύο παίκτες στην φυλακή , να έχουμε δηλαδή την ίδια λύση που δίνει στο πρόβλημα και η θεωρία παιγνίων, όταν σύμφωνα με αυτή και οι δύο παίκτες ακολουθούν το προσωπικό τους συμφέρον και την στρατηγική της αποστασίας .

Πράγματι η πρώτη διατύπωση της κατηγορικής προσταγής ( -«Τα Θεμέλια της Μεταφυσικής των Ηθών»- ) έχει ως εξής : «Πράττε έτσι ώστε ο γνώμονας της θέλησης σου να μπορεί να ισχύει ως καθολικός νόμος» . Αυτό σημαίνει , διατυπωμένο υπό μορφήν ερωτήσεως , ότι ο πράττων θα πρέπει να αναρωτηθεί τι θα συμβεί , εάν ο γνώμονας που διέπει την θέληση του γίνει καθολικός νόμος , εάν δηλαδή όλοι έπρατταν με τον ίδιο τρόπο στις ανάλογες περιπτώσεις και συνθήκες . Ο γνώμονας της πράξεώς μας πρέπει να νοείται ως γενικός νόμος χωρίς αντίφαση ( -Ανδρουλιδάκης: «Καντιανή Ηθική» σελ. 94- ) .

Επιστρέφοντας στο Δίλημμα του Φυλακισμένου λοιπόν , ο Καντιανός παίκτης γνωρίζει κατ’ αρχήν ότι είναι ένοχος (-δεδομένο από το πρόβλημα- ). Ως Καντιανός οφείλει να εφαρμόζει την πρώτη κατηγορική προσταγή που σημαίνει ότι εφ’ όσον είναι ένοχος πρέπει να ομολογήσει διότι εάν δεν το κάνει θα αναγκαστεί να πει ψέμματα , πράγμα που θα ισοδυναμούσε με την αποδοχή ότι εφ’ όσον ο γνώμονας τη θέλησής του είναι να ψευσθεί τότε όλοι θα μπορούσαν να ψεύδονται κατά βούληση (-αφού όπως είπαμε ο γνώμονας της θέλησης του Καντιανού πρέπει να ισχύει ως καθολικό νόμος-) . Κάτι τέτοιο όμως θα ήταν απαράδεκτο διότι θα αναγόρευε ως νόμο που ισχύει για όλους την δυνατότητα να ψεύδονται. Συνεπώς ο Καντιανός παίκτης δεν έχει άλλη επιλογή από το να ομολογήσει. Σε περίπτωση που και ο έτερος παίκτης είναι Καντιανός, τότε εφόσον υποχρεωτικά και αυτός θα ομολογήσει, θα καταλήξουν αμφότεροι να μοιράζονται επί τριετία το ίδιο κελί .

Με αυτή την γραμμή σκέψης , νομίζω ότι η Καντιανή ηθική εδώ θα δυσκολευτεί πολύ να ασκήσει κριτική στον εργαλειακό ορθολογισμό της θεωρίας των παιγνίων τουλάχιστον όσον αφορά το αποτέλεσμα, αφού αυτό, όποια διαδρομή ακολουθήσουμε, θα είναι όμοιο.

Δημήτριος Ντοκατζής
Δικηγόρος

 

Βιβλιογραφία για περαιτέρω μελέτη:

Immanuel Kant: Τα θεμέλια της Μεταφυσικής των ηθών, Δωδώνη, 1984

Γιάννης Βαρουφάκης: Θεωρία Παιγνίων, Gutenberg, 2007

Κώστας Ανδρουλιδάκης : Καντιανή Ηθική-Θεμελιώδη ζητήματα και προοπτικές, Ιδεόγραμμα, 2010

 

Σχόλια