Οικονομική ανάλυση της Ελληνικής Μουσικής Βιομηχανίας

0

1. Εισαγωγή

Η εγχώρια αγορά των δισκογραφικών προϊόντων ακολουθεί μία πτωτική πορεία τα τελευταία χρόνια, η οποία οφείλεται κατά κύριο λόγο στην πειρατεία που θέτει σοβαρή απειλή στην ομαλή λειτουργία του κλάδου και ενισχύει την παραοικονομία, με όλες τις οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες που αυτή συνεπάγεται. Ο σκοπός του άρθρου είναι να παρουσιάσει τα βασικά οικονομικά μεγέθη του κλάδου και να αναλύσει τα κυριότερα προβλήματα αλλά και τις προοπτικές που δημιουργούνται, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο φαινόμενο της πειρατείας και τις σχετικές εξελίξεις στην τεχνολογία.

2. Σύντομη περιγραφή της παραγωγικής διαδικασίας στη μουσική βιομηχανία
Ένα δισκογραφικό προϊόν είναι αποτέλεσμα προσπάθειας διαφόρων επαγγελματιών, οι οποίοι συμμετέχουν σε μια παραγωγική διαδικασία που αποτελείται από πολλά στάδια. Αρχικά, για τη δημιουργία ενός τραγουδιού απασχολούνται διάφοροι καλλιτέχνες όπως είναι ο συνθέτης, ο στιχουργός, ο τραγουδιστής, ο ενορχηστρωτής και οι απαραίτητοι μουσικοί. Ακολουθεί η ηχογράφηση του τραγουδιού σε κάποιο studio με τον κατάλληλο ηχολήπτη. Μετά την ηχογράφηση πραγματοποιείται η αναπαραγωγή των διαφόρων μέσων (κοπή CD, κασετών κλπ.). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η συσκευασία αφορά σημαντικό μέρος της παραγωγής ενός δισκογραφικού προϊόντος, για την οποία εργάζονται γραφίστες, φωτογράφοι, τυπογράφοι κλπ. Μετά την ολοκλήρωση της παραγωγής, το δισκογραφικό προϊόν «περνάει στα χέρια» μίας διαφημιστικής εταιρίας για την προώθησή του στην αγορά.
Όλα σχεδόν τα παραπάνω στάδια δημιουργίας ενός δισκογραφικού προϊόντος αναλαμβάνονται από παραγωγούς, που στις περισσότερες περιπτώσεις αντιπροσωπεύουν κάποια δισκογραφική εταιρία. Ορισμένες δισκογραφικές επιχειρήσεις διαθέτουν δικό τους studio ηχογράφησης, ενώ η αναπαραγωγή πραγματοποιείται σε εγκαταστάσεις τρίτων.
Η διανομή των δισκογραφικών προϊόντων στην αγορά γίνεται μέσω επιχειρήσεων χονδρικού εμπορίου, οι οποίες μεταπωλούν τα συγκεκριμένα προϊόντα στα δισκοπωλεία, αλλά και απευθείας από δισκογραφικές εταιρίες προς καταστήματα λιανικής. Επίσης, ορισμένες δισκογραφικές εταιρίες αναλαμβάνουν τη διανομή προϊόντων για λογαριασμό άλλων ομοειδών επιχειρήσεων. Οι μεγαλύτερες δισκογραφικές εταιρίες και επιχειρήσεις χονδρικού εμπορίου πραγματοποιούν και εισαγωγές δισκογραφικών προϊόντων. Τέλος υπάρχουν και περιπτώσεις όπου μεγάλα δισκοπωλεία αλλά και μικρότερα καταστήματα που εξειδικεύονται σε συγκεκριμένα είδη ρεπερτορίου εισάγουν απευθείας δισκογραφικά προϊόντα από το εξωτερικό.

3. Δομή και διάρθρωση του κλάδου
Ο κλάδος των δισκογραφικών προϊόντων στην ελληνική αγορά περιλαμβάνει τρεις βασικές κατηγορίες επιχειρήσεων:
· Δισκογραφικές
· Χονδρικής Πώλησης
· Λιανικής Πώλησης Δισκογραφικών Προϊόντων
Οι δισκογραφικές εταιρίες αναλαμβάνουν την παραγωγή των εξεταζόμενων προϊόντων αλλά και την προώθησή τους στην αγορά. Στη χώρα μας δραστηριοποιούνται λίγες μεγάλες δισκογραφικές εταιρίες. Οι περισσότερες επιχειρήσεις αυτής της κατηγορίας είναι μικρού έως μεσαίου μεγέθους, πραγματοποιούν σχετικά μικρό αριθμό παραγωγών ετησίως, ορισμένες δε από αυτές εξειδικεύονται σε κάποιο συγκεκριμένο ρεπερτόριο.
Ο αριθμός των επιχειρήσεων χονδρικού εμπορίου είναι αρκετά περιορισμένος. Οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις εκτός από το εμπόριο του ελληνικού ρεπερτορίου πραγματοποιούν απευθείας εισαγωγές ξένου ρεπερτορίου.
Από την άλλη πλευρά, ο τομέας του λιανικού εμπορίου δισκογραφικών προϊόντων αποτελείται από μεγαλύτερο αριθμό επιχειρήσεων, η πλειοψηφία των οποίων είναι μικρού μεγέθους. Πέρα από τα καταστήματα, στο λιανικό εμπόριο δισκογραφικών προϊόντων δραστηριοποιούνται και αρκετές επιχειρήσεις που πραγματοποιούν απευθείας πωλήσεις στους καταναλωτές (direct marketing) μέσω του τηλεφώνου, της τηλεόρασης ή του δια-δικτύου.

4. Ανάλυση της εγχώριας αγοράς δισκογραφικών προϊόντων
Στο συγκεκριμένο κεφάλαιο αναλύεται η εγχώρια αγορά δισκογραφικών προϊόντων για την περίοδο 1999-2002, σύμφωνα με στοιχεία της Ένωσης Ελλήνων Παραγωγών Ηχογραφημάτων (Ε.Ε.Π.Η. / I.F.P.I.) και πρόσφατη μελέτη της ICAP, «Δισκογραφικά Προϊόντα 2002». (Το παράρτημα που ακολουθεί περιγράφει την Ε.Ε.Π.Η καθώς και τις ενώσεις προστασίας συγγενικών δικαιωμάτων, όπως αυτά ορίζονται από το νόμο 2121/93).
Σύμφωνα με τις παραπάνω πηγές, η εγχώρια αγορά νόμιμων δισκογραφικών προϊόντων (σε τεμάχια) εμφάνισε άνοδο 4,7% το 2000 σε σχέση με το 1999. Το 2001 η αγορά μειώθηκε κατά 11,0% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, οι δε εκτιμήσεις για το 2002 τοποθετούν το αντίστοιχο μέγεθος στα 7.290.000 τεμάχια (μείωση κατά 13,0% σε σχέση με το 2001).¨Η αξία που προκύπτει από τις πωλήσεις των δισκογραφικών εταιριών ακολούθησε αντίστοιχη εξέλιξη με αυτή της ποσότητας, εκτιμάται δε σε €54,7 εκ. το 2002 από € 62,1 εκ. το 2001.
Υπενθυμίζεται ότι τα αναφερόμενα μεγέθη προέρχονται από νόμιμες δραστηριότητες και δεν περιλαμβάνουν την παράνομη πώληση δισκογραφικών προϊόντων. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ε.Ε.Π.Η., η ποσότητα των πειρατικών δισκογραφικών προϊόντων που διατέθηκε στην Ελλάδα κατά το 2001 ανήλθε στα ίδια περίπου επίπεδα με την αντίστοιχη νόμιμη. Δηλαδή, τα πειρατικά δισκογραφικά προϊόντα κατέλαβαν το 50% της συνολικής εγχώριας αγοράς (νόμιμης και παράνομης). Όσον αφορά τον αριθμό τεμαχίων που διακινήθηκαν κατά το 2001, το μεγαλύτερο μέρος της αγοράς κατά το 2001 καλύφθηκε από τα CD (περίπου 81%) και ακολούθησαν τα CD singles και οι κασέτες με 14% και 4% αντίστοιχα.

5. Βασικά οικονομικά μεγέθη του κλάδου
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ICAP, οι συνολικές πωλήσεις των 15 μεγαλύτερων εταιριών ανήλθαν σε €73.604 χιλ.(συμπεριλαμβανομένων των πωλήσεων σε εκδοτικές επιχειρήσεις) το 2001 εμφανίζοντας μείωση κατά περίπου 17% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Για την αξιολόγηση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων του κλάδου χρησιμοποιούνται οι αριθμοδείκτες μικτού (gross), λειτουργικού (operating) και καθαρού περιθωρίου κέρδους (net profit margin), που εκφράζουν το ποσοστό των μικτών, λειτουργικών και προ φόρων κερδών στο σύνολο του κύκλου εργασιών της κάθε επιχείρησης. O μέσος όρος μικτού κέρδους για τις παρουσιαζόμενες δισκογραφικές εταιρίες κατά την περίοδο 1997-2001 ανήλθε σε 44,10%. Ωστόσο, τα υψηλά λειτουργικά έξοδα, εκτός του κόστους πωληθέντων, μείωσαν αρκετά το αντίστοιχο λειτουργικό και καθαρό περιθώριο κέρδους σε 5,76% και 4,79% αντίστοιχα.
Η εικόνα των εταιριών λιανικής πώλησης δισκογραφικών προϊόντων είναι πιο δυσοίωνη από αυτή των δισκογραφικών εταιριών. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, ο μέσος όρος περιθωρίου μικτού κέρδους 1997-2001 για τις 12 πιο μεγάλες εταιρίες λιανικής πώλησης, ανήλθε σε 26,51% ενώ τα υψηλά λειτουργικά έξοδα, εκτός κόστους πωληθέντων, διαμόρφωσαν το αντίστοιχο λειτουργικό και καθαρό περιθώριο κέρδους σε αρνητικά επίπεδα που κυμαίνονται κατά μέσο όρο στο -6% και -10% αντίστοιχα.

6. Η πειρατεία στη μουσική
Στο χώρο της μουσικής βιομηχανίας σαν πειρατεία ορίζεται η παράνομη αντιγραφή και διάθεση μουσικών έργων. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ε.Ε.Π.Η / IFPI, τα πειρατικά δισκογραφικά προϊόντα ανάλογα με το περιεχόμενό τους κατατάσσονται σε τρεις κατηγορίες:
· Πειρατικά: Αφορά την αναπαραγωγή πρωτότυπου ηχογραφήματος με σκοπό το κέρδος, χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου. Η συσκευασία των πειρατικών αντιτύπων διαφέρει από αυτή των γνήσιων. Συνήθως πρόκειται για συλλογές τραγουδιών ενός καλλιτέχνη ή συγκροτήματος (π.χ. “greatest hits”) ή συλλογές με τραγούδια συγκεκριμένου είδους (π.χ. “dance tracks”).
· Παραχαραγμένα δισκογραφικά προϊόντα: Πρόκειται για αντίγραφα συσκευασμένα κατά τρόπο ώστε να μοιάζουν όσο το δυνατόν περισσότερο με τα γνήσια. Τα λογότυπα και τα εμπορικά σήματα των παραγωγών εταιριών τοποθετούνται στη συσκευασία, έτσι ώστε ο αγοραστής να παραπλανάται από τον πωλητή και να νομίζει ότι αγοράζει το γνήσιο και νόμιμο προϊόν.
· Bootlegs: Αναφέρεται σε παράνομες ηχογραφήσεις χωρίς τη σχετική άδεια των δικαιούχων ζωντανών εκτελέσεων ραδιοτηλεοπτικού ή άλλου προγράμματος.
Η πειρατεία αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή που αντιμετωπίζει ο κλάδος της δισκογραφίας σε όλο τον κόσμο σήμερα. Η σημαντική πτώση των πωλήσεων των δισκογραφικών εταιριών διεθνώς, αλλά και όλων των επιχειρηματικών φορέων που ασχολούνται με την εμπορία μουσικών CD, οφείλεται κατά κύριο λόγο στη δράση της πειρατείας. Η Ε.Ε.Π.Η / IFPI αλλά και η διεθνής βιομηχανία ηχογραφημάτων προσπαθούν συνεχώς μέσα από μια σειρά ενεργειών να καταπολεμήσουν το συγκεκριμένο πρόβλημα απώλειας πωλήσεων , το οποίο υπολογίζεται ότι ανέρχεται ετησίως σε US$4.3 δισ. σε παγκόσμια βάση.
Από την πειρατεία δεν πλήττονται μόνο οι καλλιτέχνες και οι δισκογραφικές εταιρίες, που χάνουν σημαντικά έσοδα, τα οποία καρπώνονται τα παράνομα κυκλώματα διανομής πειρατικών CD με ελάχιστο κόστος, αλλά ζημιώνεται και το κράτος από διαφυγόντα έσοδα φορολογίας. Επίσης, οι καταναλωτές χάνουν σε θέματα ποιότητας, συχνά είναι δε τα φαινόμενα πειρατικών προϊόντων που δεν «παίζουν» στα CD players.
Τα τελευταία χρόνια η πειρατεία της μουσικής έχει εξαπλωθεί και στο Internet. Η διάδοση της πειρατείας μέσω του internet διευκολύνθηκε α) από την ανακάλυψη νέων τρόπων συμπίεσης και διαχείρισης ψηφιακών δεδομένων και β) από την αύξηση της διαθέσιμης ταχύτητας μεταφοράς δεδομένων στο διαδίκτυο.
Υπάρχουν δύο τρόποι με τους οποίους διατίθενται μουσικά κομμάτια μέσω του Internet:
· Downloads: Η συγκεκριμένη κατηγορία αναφέρεται στη διάθεση των τραγουδιών υπό τη μορφή αρχείων ηλεκτρονικού υπολογιστή (π.χ. mp3, wma κλπ), τα οποία μπορούν να αποθηκευθούν στο σκληρό δίσκο του υπολογιστή, σε CD ή δισκέτες. Ο αποδέκτης μπορεί να επιλέξει και να ακούσει μουσικά κομμάτια οποιαδήποτε στιγμή με τη χρήση του κατάλληλου λογισμικού και μηχανήματος.
· Streaming audio: Αφορά τη διαδικτυακή έκδοση του ραδιοφώνου, όπου ο χρήστης μπορεί να ακούσει τα τραγούδια, μόνο όταν είναι συνδεδεμένος στο internet. Η δυνατότητα αποθήκευσης του τραγουδιού δεν είναι εφικτή. Η ποιότητα του ήχου είναι σκόπιμα μειωμένη, ώστε το αρχείο να καταλαμβάνει μικρότερη έκταση αποθηκευμένης μνήμης και να είναι δυνατή η ταχύτερη μεταφορά των κατάλληλων πληροφοριών και η on-line ακρόαση του τραγουδιού.
Η γνωστότερη μορφή ηλεκτρονικής μουσικής πειρατείας, σύμφωνα με τα στοιχεία της IFPI είναι η συμπίεση των τραγουδιών σε αρχεία μορφής MP3 και η διάθεσή τους μέσω του internet, χωρίς την πληρωμή των δικαιωμάτων εκμετάλλευσης στους δημιουργούς.
Εξετάζοντας την παγκόσμια μουσική πειρατεία ανά είδος (CD, CD-R και κασέτες), σύμφωνα με τα στοιχεία της Διεθνούς οργάνωσης IFPI, οι πωλήσεις των πειρατικών CD ανήλθαν σε 500 εκ. τεμάχια το 2001 από 475 εκ. το 2000. Περίπου 450 εκ. τεμάχια πειρατικά CD-R πουλήθηκαν το 2001 από 165 εκ. το 2000. Επίσης εκτιμάται ότι οι πωλήσεις των πειρατικών κασετών μειώθηκαν το 2001 και διαμορφώθηκαν στα 900 εκ. τεμάχια από 1,2 δισ. τεμάχια το 2000. Για την καλύτερη κατανόηση των παραπάνω στοιχείων σημειώνεται ότι ο όρος CD αναφέρεται στους οπτικούς δίσκους που κατασκευάζονται από εργοστάσια, με τη χρήση ειδικών μηχανημάτων μαζικής παραγωγής, ενώ τα CD-R είναι οι οπτικοί δίσκοι που κατασκευάζονται για χρήση από ηλεκτρονικό υπολογιστή. Η ανάπτυξη των CD-R το 2001 οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι το αντίστοιχο μηχάνημα αντιγραφής (burner) είναι αρκετά φθηνό και διαδεδομένο παγκοσμίως. Επιπλέον, η αντιγραφή μουσικών αρχείων γίνεται σχετικά γρήγορα. Η παραγωγή των CD-R είναι μικρότερης κλίμακας, απαιτεί μικρότερη επένδυση και συνήθως έχει τοπικό χαρακτήρα, δηλαδή η παραγωγή των CD-R και η διάθεσή τους περιορίζεται στα πλαίσια μιας πόλης ή μιας χώρας. Οι προαναφερθέντες παράγοντες αλλά και η διάδοση των προσωπικών ηλεκτρονικών υπολογιστών στο ευρύ κοινό, διευκόλυναν την ανάπτυξη των συγκεκριμένων πειρατικών προϊόντων. Σύμφωνα με δημοσιεύματα της Ε.Ε.Π.Η., τα CD-R αποτελούν το 80% των παράνομων μουσικών προϊόντων στην Ελλάδα και ακολουθούν τα CD και οι κασέτες με 15% και 5% αντίστοιχα.
Στην Ελλάδα η πειρατεία διώκεται σύμφωνα με τον προαναφερθέντα Νόμο 2121/93 περί Προστασίας Πνευματικής Ιδιοκτησίας. Περαιτέρω, το Τμήμα Δίωξης Πειρατείας της Ε.Ε.Π.Η έχει αναλάβει ορισμένες δραστηριότητες στην προσπάθεια πάταξης αυτού του φαινομένου. Το συγκεκριμένο τμήμα ενημερώνει το κοινό για τα προβλήματα και τις επιπτώσεις της μουσικής πειρατείας. Επιπλέον, παρέχει πληροφορίες αλλά και δέχεται καταγγελίες για παράνομες ενέργειες, ενώ παράλληλα επιτελεί επικουρικό έργο στις αρμόδιες Αστυνομικές και Δικαστικές Αρχές με την παροχή εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης και την υποβολή μηνύσεων.
Για την καταπολέμηση της ηλεκτρονικής πειρατείας (μέσω internet), η Ε.Ε.Π.Η ακολουθεί τις παρακάτω διαδικασίες.
· Ειδοποιήσεις προς τους service providers του internet, ζητώντας τους να “κλείσουν” τις παράνομες ιστοσελίδες.
· Αστικά και ποινικά μέτρα κατά των service providers που αρνούνται να συμμορφωθούν με τις ειδοποιήσεις.
· Αστικά και ποινικά μέτρα κατά των ιδιοκτητών των σελίδων, στις περιπτώσεις που μπορούν να εντοπιστούν.
· Αστικά και ποινικά μέτρα κατά των συνεργών των παραβατών, π.χ. όποιων προσφέρουν links προς δικτυακούς τόπους με παράνομα αρχεία, ή κατά των υπευθύνων μηχανών ανεύρεσης (search engines) που παρέχουν τη δυνατότητα εντοπισμού τέτοιων αρχείων.
Επίσης, η Ε.Ε.Π.Η σε συνεργασία με άλλους οργανισμούς διαχείρισης δικαιωμάτων επενδύει στην ανάπτυξη λογισμικού, το οποίο να είναι ικανό να ανιχνεύει με αυτοματοποιημένες διαδικασίες το σύνολο του διαδικτύου. Το λογισμικό αυτό εντοπίζει τις ιστοσελίδες με παράνομο περιεχόμενο, έτσι ώστε να απαιτείται λιγότερος χρόνος από το ανθρώπινο δυναμικό της IFPI και να μπορεί αυτό να ασχοληθεί αποτελεσματικότερα με τις νομικές ενέργειες κατά των παραβατών.
Οι δισκογραφικές εταιρίες ενσωματώνουν στα μουσικά CD διάφορους μηχανισμούς προστασίας οι οποίοι, ενώ επιτρέπουν την αναπαραγωγή τους σε ένα κανονικό CD-Player, καθιστούν αδύνατη την ακρόαση του ίδιου CD από ηλεκτρονικό υπολογιστή. Με αυτό το τρόπο οι εταιρίες αφενός εμποδίζουν την αντιγραφή των μουσικών CD από ένα CD-R και αφετέρου αποτρέπουν την ψηφιακή μετατροπή των τραγουδιών σε MP3 και την επακόλουθη διακίνησή τους μέσω του διαδικτύου. Εντούτοις, εκφράζονται ορισμένες απόψεις που αμφισβητούν ότι η συγκεκριμένη μέθοδος είναι αποτελεσματική και ισχυρίζονται ότι υπάρχουν τρόποι με τους οποίους οι παραπάνω μηχανισμοί προστασίας μπορούν να εξουδετερωθούν.

7. Συμπεράσματα και Προοπτικές
Η αγορά των νόμιμων δισκογραφικών προϊόντων παρουσιάζει πτώση τα τελευταία χρόνια, κυρίως λόγω των πειρατικών CD, η διακίνηση των οποίων γνωρίζει έξαρση. Οι δισκογραφικές εταιρίες, μέσω της Διεθνούς Ομοσπονδίας Φωνογραφικής Βιομηχανίας (I.F.P.I.), έχουν εντείνει τις προσπάθειες πάταξης αυτού του φαινομένου με υιοθέτηση προγραμμάτων ενημέρωσης του κοινού για τη νομική, οικονομική αλλά και ηθική διάσταση της συμμετοχής του στην αγορά παρανόμων δισκογραφικών προϊόντων. Χαρακτηριστική είναι η πρόσφατη ενημερωτική καμπάνια με βασικό μήνυμα «η πειρατεία σκοτώνει τη μουσική». Για τα επόμενα έτη αναμένεται περαιτέρω κινητοποίηση προς αυτή την κατεύθυνση, με απώτερο σκοπό τη μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση των αρμοδίων αρχών για πιο συστηματική εφαρμογή των σχετικών νόμων και την επιβολή αυστηρότερων κυρώσεων σε αυτούς που παρανομούν.
Όσον αφορά την εγχώρια νόμιμη δισκογραφική αγορά, αυτή εκτιμάται σε 7.290 χιλ. τεμάχια το 2002 από 8.380 χιλ. τεμάχια το 2001 (μείωση κατά 13%). Εκτιμάται ότι η πτωτική τάση συνεχίστηκε και το 2003, ενώ η περαιτέρω πορεία της θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την αποτελεσματικότητα της καταπολέμησης της πειρατείας από την Ε.Ε.Π.Η. και άλλους φορείς.
Σύμφωνα με τις ίδιες εκτιμήσεις, τα καταστήματα λιανικής πώλησης θα μειωθούν σε αριθμό κατά τα επόμενα χρόνια, τάση η οποία αποδίδεται και στον αθέμιτο ανταγωνισμό από τους πλανόδιους πωλητές παράνομων μουσικών προϊόντων. Τα μεγαλύτερα σε μέγεθος καταστήματα λιανικής πώλησης αναμένεται να αυξήσουν το μερίδιο αγοράς τους σε βάρος των μικρότερων ανταγωνιστών, παρά την ενδεχομένως περαιτέρω συρρίκνωση της αγοράς των νόμιμων δισκογραφικών προϊόντων. Ένας τρόπος, για να αντιμετωπίσουν τα μικρότερα δισκοπωλεία τον ανταγωνισμό από τις αλυσίδες καταστημάτων, είναι η εξειδίκευση σε συγκεκριμένα είδη μουσικής, τα οποία έχουν το δικό τους «αφοσιωμένο» κοινό (π.χ. heavy metal, κλασική κλπ.). Τα επόμενα χρόνια, οι αλυσίδες καταστημάτων προϊόντων δισκογραφίας αναμένεται να αντιμετωπίσουν ανταγωνισμό από άλλου είδους σημεία λιανικών πωλήσεων, όπως είναι τα πολυκαταστήματα και τα σούπερ μάρκετ. Παράλληλα, άνοδο των δραστηριοτήτων τους εκτιμάται ότι θα έχουν οι εταιρίες που ασχολούνται με εναλλακτικούς τρόπους προώθησης και διακίνησης ηχογραφημένων προϊόντων (π.χ. μέσω διαδικτύου, τηλεφώνου κλπ.), η ανάπτυξη των οποίων αποτελεί σοβαρή απειλή για τα παραδοσιακά δισκοπωλεία.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Π.1 Ένωση Ελλήνων Παραγωγών Ηχογραφημάτων (Ε.Ε.Π.Η.)
Οι περισσότερες δισκογραφικές επιχειρήσεις του κλάδου ανήκουν στην Ένωση Ελλήνων Παραγωγών Ηχογραφημάτων (Ε.Ε.Π.Η.). H εν λόγω ένωση αποτελεί μέλος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Φωνογραφικής Βιομηχανίας (International Federation of Phonographic Industry – I.F.P.I.), η οποία εκπροσωπεί πάνω από 1.400 δισκογραφικές εταιρίες- «παραγωγούς γραμμένων υλικών φορέων ήχου» σε περισσότερες από 70 χώρες στον κόσμο.
Η αποδοχή μιας επιχείρησης ως μέλους στην Ε.Ε.Π.Η γίνεται, εφόσον η επιχείρηση συμπληρώσει μία σχετική αίτηση προς την ένωση και ικανοποιεί τα παρακάτω κριτήρια:
· Να είναι παραγωγός ηχογραφημάτων
· Να έχει πραγματοποιήσει τουλάχιστον 15 καινούργιες δισκογραφικές παραγωγές τα τελευταία 3 χρόνια.
· Να δεχθεί τους όρους της ένωσης (οικονομικούς, καταστατικούς, ελεγκτικούς κ.α.).
Η Ε.Ε.Π.Η συμβάλλει στην προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) αλλά και στην αντιμετώπιση της πειρατείας.
Η προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας παρέχει το δικαίωμα στους ανθρώπους που δημιουργούν, παράγουν ή επενδύουν σε καλλιτεχνικά έργα να αποφασίζουν το αν και πώς θα γίνεται δυνατή η αντιγραφή, η διάθεση, η αναμετάδοση ή οποιαδήποτε άλλη χρήση των έργων τους. Με αυτόν τον τρόπο οι καλλιτέχνες αναπτύσσουν τις κατάλληλες προϋποθέσεις, για να επενδύσουν οι εταιρίες σ’ αυτούς. Σημειώνεται επίσης ότι μεγάλη προσπάθεια καταβάλει η Ε.Ε.Π.Η για την πάταξη της πειρατείας, η οποία αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα του εξεταζόμενου κλάδου σε όλο το κόσμο.

Π.2 Ενώσεις πνευματικών δικαιωμάτων
Ένα δισκογραφικό προϊόν και γενικότερα ένα μουσικό έργο, όπως έχει ήδη αναφερθεί, είναι αποτέλεσμα μιας συλλογικής δουλειάς. Πρωταρχικό ρόλο στη δημιουργία του έχει ο συνθέτης και ο στιχουργός, οι οποίοι κατέχουν τα πνευματικά δικαιώματα του τραγουδιού. Σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο 2121/93, άρθρο 1, οι πνευματικοί δημιουργοί με τη δημιουργία του έργου αποκτούν πάνω σε αυτό πνευματική ιδιοκτησία, που περιλαμβάνει ως αποκλειστικά και απόλυτα δικαιώματα την εκμετάλλευσή του (περιουσιακό δικαίωμα) και το δικαίωμα προστασίας του προσωπικού τους δεσμού προς αυτό (ηθικό δικαίωμα). Οι ερμηνευτές, οι μουσικοί και οι δισκογραφικές εταιρίες κατέχουν τα συγγενικά δικαιώματα του ηχογραφήματος. To άρθρο 46 του προαναφερόμενου νόμου περιγράφει τα δικαιώματα των ερμηνευτών, καλλιτεχνών.
Τα δικαιώματα σχετικά με κάποιο ηχογράφημα προστατεύονται από οργανισμούς συλλογικής προστασίας που δραστηριοποιούνται σε όλο το κόσμο. Στην Ελλάδα υπάρχουν οι κατωτέρω οργανισμοί προστασίας πνευματικών και συγγενικών δικαιωμάτων:
· Ανώνυμος Εταιρία Πνευματικής Ιδιοκτησίας–Α.Ε.Π.Ι.: Προστατεύει τα πνευματικά δικαιώματα των συνθετών και στιχουργών, ενώ παράλληλα αναλαμβάνει και τη διαχείριση των δικαιωμάτων αυτών.
· Οργανισμός Συλλογικής Διαχείρισης Δικαιωμάτων Ελλήνων Μουσικών Συν.Π.Ε.- Απόλλων
· Οργανισμός Συλλογικής Διαχείρισης Δικαιωμάτων Τραγουδιστών-Ερμηνευτών Συν.Π.Ε- Ερατώ
· Οργανισμός Συλλογικής Διαχείρισης & Προστασίας των Δικαιωμάτων των Παραγωγών Υλικών Φορέων Ήχου ή Εικόνας ή Εικόνας και Ήχου-Grammo
Η ΑΕΠΙ είναι η μόνη εταιρία στην Ελλάδα για την προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων. Οι υπόλοιποι οργανισμοί ασχολούνται με τη διαχείριση και προστασία των συγγενικών δικαιωμάτων. Η συλλογική διαχείριση δικαιωμάτων επιτρέπεται από το άρθρο 54 του νόμου 2121/93, το οποίο αναφέρει ότι οι δημιουργοί μπορούν να αναθέσουν το συγκεκριμένο θέμα σε οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης και προστασίας που έχουν αποκλειστικά αυτό το σκοπό. Οι οργανισμοί αυτοί μπορούν να λειτουργήσουν με οποιαδήποτε εταιρική μορφή. Η ανάθεση των δικαιούχων στους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης γίνεται με μεταβίβαση του δικαιώματος και των σχετικών εξουσιών ή με παροχή σχετικής πληρεξουσιότητας. Η ανάθεση γίνεται εγγράφως για ορισμένη περίοδο που κάθε φορά δεν μπορεί να ξεπερνά τα τρία έτη, ενώ ο κάθε οργανισμός συλλογικής διαχείρισης υποχρεούται να ενημερώσει το Υπουργείο Πολιτισμού με σχετική δήλωση, όπως ορίζει ο νόμος. Οι αρμοδιότητες των οργανισμών συλλογικής διαχείρισης ορίζονται από το άρθρο 55 του προαναφερθέντος νόμου. Οι κυριότερες δραστηριότητες αυτών των οργανισμών μεταξύ άλλων είναι να καταρτίζουν συμβάσεις με τους χρήστες για τους όρους εκμετάλλευσης των έργων, να εξασφαλίζουν στους δημιουργούς ποσοστιαία αμοιβή η οποία λαμβάνεται από τον οργανισμό για λογαριασμό τους και να προβαίνουν σε κάθε διοικητική, δικαστική ή εξώδικη ενέργεια για τη νόμιμη προστασία των δικαιωμάτων των μελών τους.
——————————————-

Δρ. Ζάρκος Στέφανος
Επίκουρος Καθηγητής στη Χρηματοοικονομική
ALBA

Σχόλια