Περιβαλλοντικοί Πρόσφυγες

0

Στις μέρες μας η συστηματική καταστροφή του περιβάλλοντος επιφέρει αναμφισβήτητα συνέπειες όχι μόνο στην αλλαγή των κλιματικών συνθηκών αλλά και επηρεάζει άμεσα τη διαβίωση χιλιάδων ανθρώπων. Ποικίλες καταστροφές (φυσικές ή ανθρωπογενείς) προκαλούν το θάνατο σε ένα σημαντικό αριθμό ατόμων και αναγκάζουν μια ολοένα αυξανόμενη μερίδα ανθρώπων να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους.
Πρόκειται για ένα καινούριο φαινόμενο στο διεθνή χώρο: τους πρόσφυγες εξαιτίας της καταστροφής του περιβάλλοντος ή « περιβαλλοντικούς πρόσφυγες ». Κατά συνέπεια, πληθυσμοί που πλήτονται από την άνοδο του επιπέδου των θαλασσών, την απερήμωση, τις υψηλές θερμοκρασίες ή τις πλημμύρες, πράγματι, σύμφωνα με μεγάλη πιθανότητα, θα υποχρεωθούν να εγκαταλείψουν τις περιοχές της προέλευσής τους, όταν οι περιβαλλοντικές συνθήκες θα έχουν γίνει ανυπόφορες. Σύμφωνα με τον Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών, 50 εκκατομμύρια άνθρωποι ειναι πιθανόν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους μέχρι το 2010 (1) . Ωστόσο, το φαινόμενο αυτό της μετατόπισης των πληθυσμών δεν είναι νέο. Σύμφωνα με την υποβολή εκθέσεως, το 2001, των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με τον παγκόσμιο πληθυσμό, ήδη έως το 1998, 25 εκκατομύρια άτομα αναγκάστηκαν να απομακρυθούν από τις εστίες τους λόγω των οικολογικών καταστροφών (2) . Αριθμός μεγαλύτερος εν συγκρίσει με το ποσοστό των πληθυσμών που απομακρύνθηκαν από τις χώρες τους λόγω ενόπλων συρράξεων. Αυτοί εγκαταλείπουν το σπίτι τους, μερικές φορές τη χώρα τους, εξαιτίας των καταστροφών που προκαλούνται τόσο από φυσικές όσο και από ανθρώπινες παρεμβάσεις ή αδράνειες (3) . Το Τουβαλού, μία από τις μικρότερες χώρες στον κόσμο – ένα αρχιπέλαγος που αποτελείται από 9 νησιά με συνολική έκταση 26τ.χμ. – αποτελεί το πρώτο παράδειγμα αυτού του φαινομένου. Το αρχιπέλαγος πρόκειται να εξαφανιστεί κάτω από τα νερά και οι 11.600 κάτοικοί του θα γίνουν πρόσφυγες εξαιτίας της κλιματολογικής αλλαγής.
Στα πλαίσια του Προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών για τον Περιβάλλον, ο ερευνητής Essam El-Hinnawi, από τους πρωτοπόρους στο εν λόγω θέμα, δίνει έναν πρώτο ορισμό στο φαινόμενο των « περιβαλλοντικών προσφύγων » χαρακτηρίζοντάς τους ως τους ανθρώπους που έχουν αναγκαστεί να αφήσουν τον παραδοσιακό βιότοπό τους, προσωρινά ή μόνιμα, λόγω μιας περιβαλλοντικής διάσπασης (φυσικής ή/και προκαλούμενης από τους ανθρώπους), που διακινδύνευσε την ύπαρξή τους ή/και είχε σοβαρές επιπτώσεις στην ποιότητα της ζωής τους (4).
Ο καθηγητής του πανεπιστημίου της Οξφόρδης, εξάλλου, Norman Myers, δίνει ένα διαφορετικό ορισμό, αντιμετωπίζοντας το θέμα από άλλη οπτική γωνία. Μιλά, λοιπόν, για τους ανθρώπους που δε μπορούν πλέον να κερδίσουν ασφαλείς οικονομικούς πόρους στις πατρίδες τους λόγω τη ξηρασίας, της εδαφολογικής διάβρωσης, της ερήμωσης, της αποδάσωσης και άλλων περιβαλλοντικών προβλημάτων, τα οποια συνδέονται με τα σχετικά προβλήματα της βαθιάς ένδειας και της πυκνότητας των πληθυσμών. Μεγάλη μερίδα αναγκάζεται να αφήσει τη χώρα τους, ενώ άλλοι μετατοπίζονται προς το εσωτερικό της. Αλλά όλοι έχουν εγκαταλείψει τον τόπο διαμονή τους σε μόνιμη ή μη βάση, με λίγη ελπίδα μιας προβλέψιμης επιστροφής (5).
Ο Οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών, αναμένωντας τις μελλοντικές μετατοπίσεις άλλων πληθυσμών, συνηγορεί πλέον για μια διεθνή νομική αναγνώριση αυτού του νέου τύπου πρόσφυγα, που αγνοείται παντελώς αυτή την περίοδο από τις διεθνείς συμβάσεις. Μολονότι διεθνώς υπάρχει ικανός αριθμός συνθηκών που ρυθμίζουν επαρκώς τόσο το θέμα του περιβάλλοντος όσο και των προσφύγων, παρόλα αυτά καμία συνθήκη δεν αγγίζει το ευαίσθητο θέμα της αντιμετώπισης των « περιβαλλοντικών προσφύγων ».
Από νομικής σκοπιάς, η έννοια του πρόσφυγα στο διεθνές δίκαιο, σύμφωνα με τη Σύμβαση του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το Πρωτόκολλο του 1967, χαρακτηρίζει το άτομο εκείνο που εξαιτίας « δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την υπηκοότητα και δεν δύναται ή , λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης, ή εάν μη έχον υπηκοότητα τινά και ευρισκόμενον συνεπεία τοιούτων γεγονότων εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους αυτού διαμονής, δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να επιστρέψη εις ταύτην » (6) .
Εύλογα λοιπόν γίνεται αντιληπτό, σε ό,τι αφορά στην προστασία των « περιβαλλοντικών προσφύγων », και δεδομένου ότι δεν εμπίπτει στην παραδοσιακή έννοια του όρου, εναπόκειται αφενός στις ενέργειες του κράτους προέλευσης και αφετέρου στη δυνατότητα του κράτους υποδοχής να αντιμετωπίσει αυτή την ομάδα ανθρώπων ανάλογα με τους όρους της μεταναστευτικής του πολιτικής και σύμφωνα πάντοτε με τις διεθνείς συμβάσεις για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Είναι ουσιώδες στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι τόσο η Διεθνής Χάρτα των Ανθρωπίνων δικαιωμάτων του 1948, όσο και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου το 1950, δεν αναφέρονται ρητά στην προστασία του ανθρώπου από τις ποικίλες καταστροφές, φυσικές ή ανθρωπογενείς. Κατά την ίδια έννοια, τα Διεθνή Σύμφωνα των Ηνωμένων Εθνών του 1966 για τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν περιέχουν καμία πρόβλεψη για την προστασία των εν λόγω δικαιωμάτων σε περίπτωση οικολογικής καταστροφής. Ακολούθως, λοιπόν, γίνεται αντιληπτό ότι τα παραπάνω νομικά κείμενα κάνουν λόγο για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών ενάντια στην αυθαίρετη παρέμβαση οποιουδήποτε κράτους, παραβλέποντας ωστόσο την προάσπιση τους σε ενδεχόμενη περίπτωση οικολογικών καταστροφών, φυσικών ή ανθρωπογενών.
Ο καθηγητής και Διευθυντής του Πανεπιστημίου των Ηνωμένων Εθνών, Ηans van Ginkel, θεωρεί ότι πρόκειται για ένα πολύ περίπλοκο διακύβευμα, και ότι θα πρέπει από τώρα να καθορίσουμε, να προσαρμόσουμε και να ενσωματώσουμε αυτήν την νέα κατηγορία των προσφύγων μέσα από διεθνείς συμφωνίες (7) . Αναμφισβήτητα, με την πάροδο των χρόνων, περισσότερο από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι σε όλο τον κόσμο θα αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τον τόπο διαμονής τους εξαιτίας της ερήμωσης, της ανόδου των νερών, της ξηρασίας, της αλλαγής της θερμοκρασίας, της υποβάθμισης των φυσικών πόρων, των φυσικών και τεχνολογικών ρίσκων. Η δημιουργία, παρόλα αυτά, ενός νομικού πλαισίου για την προστασία των περιβαλλοντικών προσφύγων φαντάζει για την ώρα ιδιαίτερα πολύπλοκη διαδικασία. Η καθιέρωση, ωστόσο, ενός διεθνώς αναγνωρισμένου και αποδεκτού ορισμού θα αποτελούσε αναμφισβήτητα το πρώτο βήμα για αυτήν την νέα κατηγορία προσφύγων.

ΧΟΤΟΥΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
____________________________
1. Μελέτη δημοσιευμένη από το Institut pour la Sécurité Environnementale et Humaine, Université des Nations Unies (UNU, Bonn), 11 Οκτωβρίου 2005.
2. JULIENNE (M.), 25 millions de réfugiés écologiques, Québec Science, Ιούνιος 2002.
3. Ενδεικτικά αναφέρεται η καταστροφή του εργοστασίου του Μποπάλ, στην Ινδία το 1984, η έκρηξη του πυρηνικού αντιδραστήρα του Τσερνόμπιλ του 1986 καθώς και η κατασκευή του φράγματος των Τριών Φαραγγιών στην Κίνα
4. EL-HINNAWI (E.), Environmental Refugees, Nairobi, United Nations Environment Programme, 1985.
5. MYERS (N.), Environmental Refugees, Population and Environment, November 1997, vol.19.
6. Άρθρο 1 παρ.2 της Σύμβασης του 1951 για το Καθεστώς των προσφύγων.
7. Αναφέρθηκε στο Συνέδριο που οργανώθηκε από το Πανεπιστήμιο του Laval (ΚΕΜΠΕΚ), με θέμα Différentes perspectives pour un même but : un meilleur environnement, 16 Μαρτίου 2007. Διαθέσιμο στην ηλεκρονική σελίδα www.ihqeds.ulaval.ca.

Σχόλια