Δ.Πρ.Πειραιά: Απόφαση της Ολομέλειας για το πολυνομοσχέδιο του Υπ.Δικαιοσύνης

0

Αποτελούμενο από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Δικαστηρίου Αγγελική Παπαπαναγιώτου-Λέζα, Εφέτη Δ.Δ., τους Προέδρους Πρωτοδικών Δ.Δ.  1) Αναστασία Αβραμοπούλου, 2) Ιωάννα Καραμπάτσου, 3) Ιφιγένεια Μετζελοπούλου, 4) Αικατερίνη Βασιλείου, 5) Δημήτριο Καραουλάνη, 6) Ελευθερία-Μαρία Λούστα,       7) Αιμιλία Τσαμουρά, 8) Βασιλική Μπούρα και 9) Αυγερινή Λάσκαρη, τους Πρωτοδίκες Δ.Δ. 1) Αικατερίνη Σακελλαροπούλου, 2) Μαρία Λαζαρίδου, 3) Χριστίνα Φίλη, 4) Ελένη Μαργαρίτη, 5) Ανδρέα Σταυρόπουλο,  6) Παναγιώτη Πρίνο, 7) Αναστασία Οικονόμου, 8) Φωτεινή Μουσαμά,   9) Νικούλα Μαρούλη, 10) Δήμο Χρυσό, 11) Γεωργία Παπανικολάου,  12) Θάλεια Τούλια,  13) Σπυρίδωνα Χαλκιόπουλο, 14) Αθανάσιο Σκουρλή, 15) Μαρίνα-Αγγελική Σούπου, 16) Βασιλική Τσιρογιάννη,    17) Βασιλική Καμβασινού, 18) Μαρία Κοσμοπούλου, 19) Αρτεμησία Καλουψή, 20) Βικτωρία Σπυροπούλου, 21) Ασημούλα Τραχανά και         22) Ασημούλα-Νικολία Βέρρα.
 Τα λοιπά μέλη, αν και κλητεύθηκαν, δεν εμφανίσθηκαν γιατί είχαν κώλυμα.
Συνεδρίασε μετά από πρόσκληση της Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου, στην αίθουσα του ακροατηρίου του, σήμερα την 20η Δε-κεμβρίου 2011, ημέρα Τρίτη και ώρα 12.00΄ με την παρουσία της Προϊ-σταμένης Διεύθυνσης της Γραμματείας Στυλιανής Κουγιουμτζή , με θέμα ημερήσιας διάταξης: «Τη συζήτηση και παρατηρήσεις-προτάσεις επί του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπί-νων Δικαιωμάτων «Για τη δίκαιη δίκη και την αντιμετώπιση φαινομένων αρνησιδικίας» και ειδικότερα επί των κεφαλαίων αυτού που αφορούν τη διοικητική δίκη και τις τροποποιήσεις στον Κώδικα Οργανισμού Δικα-στηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών.
Αφού διαπιστώθηκε η κατά το άρθρο 14 παρ. 5 του ν.1756/1988 (Α΄ 35) απαρτία, η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης έλαβε τον

λόγο και ενημέρωσε την  Ολομέλεια  ότι το  Υπουργείο Δικαιοσύνης, Δι-αφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έδωσε στις 14 Δεκεμβρίου το εν λόγω σχέδιο σε δημόσια διαβούλευση , η οποία θα διαρκέσει μέχρι τις 26 Δεκεμβρίου. Οι κρίσιμες νομοθετικές αλλαγές που επιχειρούνται  στη διοικητική δίκη καθώς και στον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και  Κατάστασης των  Δικαστικών Λειτουργών  κατέστησαν αναγκαία τη σύγκληση  της Ολομελείας του Δικαστηρίου για  την διατύπωση παρα-τηρήσεων και προτάσεων επί των διατάξεών του και ορίσθηκε εισηγη-τής ο Πρωτοδίκης κ.Ανδρέας Σταυρόπουλος. Κατόπιν αυτών έδωσε τον λόγο στον εισηγητή , ο οποίος  ανέπτυξε  προφορικά την εισήγησή του . Ύστερα  από ανταλλαγή απόψεων των μελών της , η Ολομέλεια κατέ-ληξε , καταρχάς ,  στις εξής  δύο γενικότερες διαπιστώσεις.

Α) Oι  σοβαρότατες καθυστερήσεις στην επίλυση ενός τεράστιου αριθ-μού σωρευμένων (εκκρεμών) διαφορών, που ολοένα διογκώνονται , στα διοικητικά δικαστήρια   αποβαίνουν  εξαιρετικά επιζήμιες τόσο  για τα δικαιώματα των πολιτών όσο και για το δημόσιο συμφέρον και υπο-σκάπτουν την εμπιστοσύνη της κοινωνίας στη δικαιοσύνη. Οι αιτίες της βραδύτητας είναι πολλές, σύνθετες, ετεροειδείς και ενεργούν συνδυα-στικά.
Οι νομοθετικές πρωτοβουλίες, που έχουν ληφθεί τα τελευταία χρόνια στο χώρο της διοικητικής δικαιοσύνης  με σκοπό να επέμβουν στο ι-σχύον δικονομικό πλαίσιο για να καταστήσουν τη διοικητική δίκη ορθο-λογικότερη , ταχύτερη και εντέλει αποτελεσματικότερη δεν μπορούν να επιτύχουν το στόχο τους όσο εξακολουθούν να υφίστανται οι κύριες αι-τίες παραγωγής των διαφορών που οδηγούνται ενώπιον των διοικητι-κών δικαστηρίων δηλαδή η πολυνομία , η  κακή νομοθέτηση , η κακο-διοίκηση , η αλόγιστη  άσκηση ενδίκων μέσων από το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ  σε ζητήματα μάλιστα που το κύριο νομικό ζήτημα έχει επιλυθεί αμετακλήτως από το ΣτΕ ή ακόμη  και το ΑΕΔ.

 

Κρίνει  αναγκαίο ο νομοθέτης πριν  προβεί σε νέες διαρθρωτικές αλλα-γές στο ισχύον δικονομικό πλαίσιο της διοικητικής δίκης , να αξιολογεί τα μέτρα που έχουν ληφθεί με προηγούμενους νόμους , πολλώ μάλλον,
αν είναι και πρόσφατα , και να αιτιολογεί πλήρως την αναγκαιότητα  των νέων   νομοθετικών  αλλαγών . Άλλως, ενδέχεται , ούτε αυτές να επιτύχουν το σκοπό που επιδιώκουν.

Β) Θεωρεί ότι οι  υφιστάμενοι Δικαστικοί Κώδικες ρυθμίζουν επαρκώς τα ουσιαστικά και θεμελιώδη ζητήματα των δικαστών  όπως  είναι το πειθαρχικό δίκαιο , τις  προαγωγές τους , την επιθεώρηση και διάφορα άλλα διοικητικά θέματα που  συναρτώνται  άμεσα και άρρηκτα  με την ορθή, δίκαιη, ταχεία και ποιοτική απονομή της δικαιοσύνης . Τα αρμόδια για τον πειθαρχικό έλεγχο όργανα της δικαιοσύνης οφείλουν να μην ολι-γωρούν στα περιστατικά  των επιλησμόνων των καθηκόντων τους δικα-στικών λειτουργών. Αρκετές από τις ρυθμίσεις , που περιλαμβάνονται στο Ε΄ μέρος του σχεδίου νόμου με τον τίτλο «Τροποποίηση του ν.1756/1988 (Α΄35), Κώδικας  Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών» (όπως των άρθρων 90, 91, 94, 95, 106 και 107), πέραν του ότι κάποιες εξ αυτών είναι ανεφάρμοστες ή δυσχερώς  εφαρμόσιμες [όπως αυτή του άρθρου 91 του σ.ν (μισθός–δικαστικές δι-ακοπές)], διαπνέονται και από ένα άκρως τιμωρητικό και εκδικητικό  πνεύμα για τους δικαστικούς λειτουργούς , τους οποίους θεωρούν εκ προοιμίου φυγόπονους και αποκλειστικά υπαίτιους για όλα τα δομικά  και συστημικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η ελληνική δικαιοσύνη, και όχι μόνο, δε συμβάλλουν στην ενδυνάμωση του θεσμικού τους  ρόλου αλλά αντίθετα τον υποβαθμίζουν και τον απονευρώνουν.

Ακολούθως, η Ολομέλεια του Δικαστηρίου ως προς τις κατ’ιδίαν ρυθμί-σεις του σχεδίου νόμου αποφάσισε τα εξής:

Γ) Επί των τροποποιήσεων του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.
1) Διαφωνεί με τη ρύθμιση του άρθρου 47 του σχεδίου νόμου με την οποία επιδιώκεται  εκ νέου αναδιάρθρωση  της καθ’ ύλην αρμοδιότητας των διοικητικών δικαστηρίων.
Τούτο γιατί:
αα) Επιχειρείται  πριν αποτιμηθούν τα αποτελέσματα των μεταβολών που  επέφερε ο ν.3900/2010 ( Α’193) στο  κεφάλαιο αυτό. Άλλωστε στην αιτιολογική έκθεση του νόμου δεν περιέχονται στοιχεία που να δι-καιολογούν την αναδιάρθρωση των αρμοδιοτήτων  και μάλιστα σε  τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.
ββ) Λόγοι ταχύτερης διεκπεραίωσης των  εκκρεμών φορολογικών δια-φορών, ενόψει του τεράστιου όγκου τέτοιων υποθέσεων στα διοικητικά πρωτοδικεία (156.862 έναντι 8.590 στα διοικητικά εφετεία στις 20-7-2011) επέβαλαν τη ρύθμιση του άρθρου 13 παρ.2, περ.β, του ν.3900/2010  σε συνδυασμό με το άρθρο 47 παρ.5 του ν.3943/2011,  με την οποία οι φορολογικές και τελωνειακές υποθέσεις , ποσού άνω των 150.000€, εκδικάζονται από το διοικητικό εφετείο σε πρώτο και τελευ-ταίο βαθμό. Η εκδίκαση των  υποθέσεων αυτών από το Εφετείο ανεκ-κλήτως  αντισταθμίζεται από το γεγονός ότι οι υποθέσεις αυτές, που κα-τά κανόνα είναι σοβαρές , κρίνονται  από τριμελή σύνθεση
 γγ) Από την έναρξη ισχύος του ν.3659/2008 (Α’77) (από 8-6-2008), σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου αρμόδιο για την εκδίκαση των ε-φέσεων κατά αποφάσεων του μονομελούς πρωτοδικείου ορίσθηκε το τριμελές εφετείο και όχι το τριμελές πρωτοδικείο, όπως ίσχυε, απαλλά-χθηκαν τα  ήδη υπερφορτωμένα πρωτοδικεία  από έναν ικανό αριθμό εφέσεων, ετησίως (ήδη, με τον ν.3900/2010 αρμόδιο πλέον  για την εκ-δίκαση των εφέσεων κατά των αποφάσεων του μονομελούς πρωτοδι-κείου, που  δημοσιεύονται από 1-1-2012 και μετά,  ορίζεται το μονομελές εφετείο). Περαιτέρω, αφενός η αύξηση της καθύλην αρμοδιότητας του μονομελούς πρωτοδικείου σε 20.000€ με τον ν.3659/2008 και αφετέρου η μεταφορά με τον ν.3900/2010 διαφορών από το τριμελές στο μονομελές (όπως των  κοινωνικοασφαλιστικών διαφορών  με χρηματικό περιεχόμενο) έχουν ως αποτέλεσμα οι 2 στις 3 πλέον υποθέσεις που εισάγονται στα διοικητικά πρωτοδικεία να  είναι αρμοδιότητας του  μο-νομελούς πρωτοδικείου.
Η περαιτέρω επέκταση της καθύλην αρμοδιότητας του μονομελούς πρωτοδικείου  στις 100.000€ για όλες εν γένει τις χρηματικές διαφορές και στις 150.000€ για τις φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές

είναι προβληματική  αφενός για λόγους σχετιζόμενους με τις εγγυήσεις ορθής απονομής της δικαιοσύνης, που παρέχουν οι τριμελείς συνθέσεις, αφετέρου για λόγους πρακτικούς ,στηριζόμενους στα  πραγματικά δεδομένα που ανακύπτουν από τη στελέχωση και τον τρόπο λειτουργί-ας των δικαστηρίων, ενόψει και όσων προεκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη.
Η προτεινόμενη ρύθμιση, η οποία , όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, μόνο δυσλειτουργία θα προκαλέσει στα δικαστήρια και επιβράδυνση αντί για την ζητούμενη επιτάχυνση της διοικητικής δίκης. Η αποδοχή της θα έχει ως αποτέλε-σμα την μη εκδίκαση των υποθέσεων που έχουν ήδη προσδιορισθεί και δεν έχουν συζητηθεί  και  την παραπομπή τους στο καθύλην αρμόδιο  δικαστήριο , ενώ  τα περιφερειακά πρωτοδικεία είναι  δυνατόν να μην μπορούν να συμπληρώσουν σύνθεση για την  εκδίκαση των εφέσεων κατά των αποφάσεων των μονομελών τους λόγω των πολλών οργανι-κών κενών που υπάρχουν σ’ αυτά. Εν κατακλείδι, επιχειρείται, εν τοις πράγμασι, η κατάργηση των τριμελών συνθέσεων των πρωτοδικείων πράγμα εντελώς αδικαιολόγητο.
2) Όσον αφορά το άρθρο 48 του σ.ν (συνοπτική έκθεση δικογράφου και ηλεκτρονική διεύθυνση) , θεωρεί τη  ρύθμιση  της παρ.1 αυτού   θετική , καθόσον θα συμβάλλει στην  κατηγοριοποίηση των εισαγομένων ενδί-κων βοηθημάτων και μέσων και  στον εντοπισμό των ομοίων  υποθέ-σεων. Πρέπει όμως να οριστεί ότι εφαρμόζεται μόνον στις περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες το δικόγραφο του ενδίκου  βοηθήματος ή μέσου υπογράφεται από δικηγόρο.
Επίσης , όσον αφορά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, το ορθό είναι ότι πρέπει να προστεθεί ως παράγραφος 5 στο άρθρο 45 του ΚΔΔ , που αναφέρεται στην υπογραφή των δικογράφων από δικηγόρο.
Ομοίως και η  παράγραφος 3 του άρθρου αυτού είναι  θετική διάταξη . Ωστόσο, η μη εισαγωγή του ενδίκου βοηθήματος σε δικάσιμο αφενός μπορεί να δημιουργήσει δυσλειτουργία στο δικαστήριο, αφετέρου να παρουσιαστεί το φαινόμενο να μην  συντάσσουν την περίληψη οι διάδι-κοι εκείνοι , οι οποίοι τυχόν έχουν λάβει αναστολή εκτέλεσης της προ-σβαλλόμενης με την προσφυγή απόφασης. Για το λόγο αυτό, πρέπει να εξεταστεί  η  θέσπιση  διαφορετικής  κύρωσης  λόγω  μη  υποβολής  της προβλεπόμενης στην παρ. 1 συνοπτικής έκθεσης πχ  η επιδίκαση αυ-ξημένης δικαστικής δαπάνης .
3) Κρίνει θετική  τη   ρύθμιση  του άρθρου 49 του σ.ν. (ηλεκτρονική κα-τάθεση και επίδοση δικογράφου) καθόσον θα διευκολύνει αφενός το δι-κηγόρο στην άσκηση του  λειτουργήματός του  (δε θα απαιτείται να με-ταβαίνει  στο δικαστήριο για κατάθεση του δικογράφου του ενδίκου βοη-θήματος ή μέσου) αφετέρου  τη λειτουργία των δικαστηρίων με την εξοι-κονόμηση ανθρώπινου δυναμικού σε ότι αφορά τις επιδόσεις αποφά-σεων και τις επιδόσεις των κλήσεων  προς συζήτηση, εφόσον θεωρηθεί ότι θα ισχύει ο ηλεκτρονικός τρόπος και γι’αυτές .
 Στην τελευταία αυτή περίπτωση, θα πρέπει να προστεθεί διάταξη στην παρ. 2 του άρθρου 128 του Κ.Δ.Δ., σύμφωνα με την οποία, εφόσον η επίδοση της κλήσης προς συζήτηση γίνεται με ηλεκτρονικά μέσα ,να χωρεί τρείς μήνες τουλάχιστον πριν την δικάσιμο ,ώστε αν δεν επιστρα-φεί στο δικαστήριο από τον παραλήπτη ηλεκτρονική απόδειξη ,που φέ-ρει προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή και ισχύει ως έκθεση επίδοσης, να επιδοθεί με δικαστικό επιμελητή  τριάντα (30)τουλάχιστον ημέρες πριν την δικάσιμο , διαφορετικά υφίσταται ο κίνδυνος οι υποθέσεις να αναβάλλονται λόγω μη νόμιμης (εμπρόθεσμης) επίδοσης της κλήσης προς συζήτηση.
4)Στην διάταξη της παρ.2 του  άρθρου 50 του σ.ν. (δικαστικός συμβιβα-σμός), μεταξύ της φράσης «εφόσον δεν έχει οριστεί δικάσιμος» και «ε-φαρμόζονται και στις περιπτώσεις δ’ και ε’ της προηγούμενης παρα-γράφου» πρέπει να τεθεί  η φράση «τα οποία».
5) Όσον αφορά τη ρύθμιση του άρθρου 51 του σ.ν. (διαδικασία σε συμ-βούλιο)  η Ολομέλεια  επισημαίνει, καταρχάς, ότι στα πλαίσια αξιοποιή-σεως ρυθμίσεων που εισήχθησαν με τους ν.3659/2008 (άρθρο 126Α  –
εισαγωγή σε συμβούλιο των προφανώς απαραδέκτων και αβασίμων) και 3900/2010  έχει συσταθεί ομάδα εργασίας  στο Δικαστήριο με σκοπό τον εντοπισμό μεταξύ των απροσδιορίστων υποθέσεων αφενός των προφανώς αβασίμων και απαραδέκτων ενδίκων βοηθημάτων μέσων καθώς και αυτών που εισήχθησαν στο δικαστήριο αναρμοδίως ώστε να

εισαχθούν, ακολούθως, στη διαδικασία του 126Α , αφετέρου των επανα-λαμβανομένων και  μαζικού χαρακτήρα υποθέσεων για να κινηθεί, εφό-σον η φύση και ο αριθμός το δικαιολογούν η διαδικασία της πρότυπης δίκης από τη  Γενική Επίτροπο της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητι-κών  Δικαστηρίων .
Αναφορικά με τα προφανώς βάσιμα ένδικα βοηθήματα και μέσα ,σε κά-θε περίπτωση , ο σκοπός της επιτάχυνσης της απονομής της δικαιοσύ-νης εξυπηρετείται με την εισαγωγή των ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων, που αφορούν όμοιο ζήτημα , απευθείας στο ακροατήριο, τηρουμένων και όλων των θεμελιωδών εγγυήσεων της δίκαιης δίκης. Η ρύθμιση πιθανόν να καταστεί  δυσχερώς εφαρμόσιμη, καθόσον πέραν του τυχόν τιθέμενου νομικού ζητήματος, το οποίο έχει επιλυθεί , είναι δυνατόν  να ανακύπτουν  ζητήματα επί του πραγματικού της υπόθεσης ,που να χρή-ζουν διερεύνησης  (πχ παραγραφή δικαιώματος, ύψος επιδικαζόμενου ποσού σε αγωγές κ.λ.π) με αποτέλεσμα να μην επιτυγχάνεται ο σκοπός της επιτάχυνσης , ενώ εξάλλου με την πρόβλεψη ότι μετά τη δημοσίευ-ση της απόφασης σε συμβούλιο, ο διάδικος κατά του οποίου στρεφόταν το ένδικο βοήθημα ή μέσο μπορεί να ζητήσει, εντός προθεσμίας 60 η-μερών από την κοινοποίηση της απόφασης και,  πάντως, σε χρόνο όχι μεγαλύτερο των 18 μηνών από την έκδοση της, την συζήτηση της στο ακροατήριο, παρατείνεται η εκκρεμότητα των σχετικών υποθέσεων. Σε κάθε περίπτωση, στην πράξη θα αποδειχθεί η χρησιμότητα εισαγωγής της ρύθμισης, που προτείνεται με τη διάταξη αυτού του άρθρου.
6) Θεωρεί ότι  οι διατάξεις του άρθρου 191 του ΚΔΔ (σύνταξη και υπο-γραφή πρωτοτύπου) όπως είχαν τροποποιηθεί, πρόσφατα, με το άρθρο 32 του ν.3900/2010, με το  οποίο καθιερώνεται υποχρέωση του δικαστή  που παραδίδει το σχέδιο της απόφασης σε ηλεκτρονική μορφή να πα-ραδίδει ομοίως και το πρωτότυπο αυτής με πλήρες το περιεχόμενο της είναι επιτυχείς  και δεν δικαιολογείται η τροποποίηση τους, εκ  νέου, με το άρθρο 52 του σ.ν.. Τα τμήματα καθαρογραφής τουλάχιστον  στα με-γάλα δικαστήρια της χώρας πρέπει να διατηρηθούν  και να προσαρμο-σθούν  στα νέα δεδομένα και τις διοικητικές πρακτικές που εισάγει η  ηλεκτρονική διακυβέρνηση .
7) Θεωρεί θετικές τις ρυθμίσεις των άρθρων 53  έως και 62 του Δ΄ κε-φαλαίου  του σ.ν. για τη «δίκαιη ικανοποίηση των διαδίκων λόγω υπέρ-βασης της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης» καθόσον εισάγονται προς συμμόρφωση με  την «πιλοτική» απόφαση του ΕΔΑΔ (Αθανασίου κλπ κατά Ελλάδας) και συστάσεις της Επιτροπής Υπουργών του Συμ-βουλίου της Ευρώπης .
8) Κρίνει θετική τη ρύθμιση του άρθρου 66 (πράξεις επιβολής διοικητι-κών κυρώσεων) με την οποία η δικαστική προστασία κατά των πράξε-ων επιβολής διοικητικών κυρώσεων  εν γένει χωρεί κατά τους γενικούς κανόνες του ΚΔΔ , εξασφαλίζοντας την  αποτελεσματικότερη δικαστική προστασία των θιγομένων πολιτών , καθώς και αυτή του άρθρου  67 ,με την οποία οι αιτήσεις ακύρωσης και οι αιτήσεις αναστολής  εκτέλεσης κατά των αποφάσεων των οικείων Γενικών Γραμματέων Αποκεντρωμέ-νων Διοικήσεων , με τις οποίες αυτοί αρνούνται να χορηγήσουν άδειες διαμονής σε αλλοδαπούς ή να ανανεώσουν άδειες διαμονής αλλοδα-πών ή ανακαλούν τέτοιες άδειες και διατάσσουν την επιστροφή αυτών, δεν θα ασκούνται μόνο σε 7 Πρωτοδικεία ,στην εδαφική περιφέρεια των οποίων εδρεύουν οι παραπάνω Γενικοί Γραμματείς των επτά (7) αποκε-ντρωμένων Διοικήσεων του Κράτους , αλλά θα παρέχεται η ευχέρεια δι-ασποράς των υποθέσεων αυτών στο σύνολο των τριάντα  (30) Διοικητι-κών Πρωτοδικείων της χώρας ,ώστε να εκδίδονται ταχύτερα οι δικαστι-κές αποφάσεις .
Εκφράζει επιφυλάξεις για τη ρύθμιση του άρθρου 68 του σ.ν με την  ο-ποία συστήνεται σώμα μελών επιτροπών επιλύσεως διοικητικών αμφι-σβητήσεων και το κατά πόσο αυτό θα μπορέσει να λειτουργήσει στην πράξη.

Δ) Επί των διατάξεων περί της «τροποποίησης του Ν.1756/1988, (Α΄35)  Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικα-στικών Λειτουργών».

1) Διαφωνεί με τις ρυθμίσεις του άρθρου 87 του σ.ν. (Κανονισμοί) με τις οποίες αφενός  διευρύνεται ο κύκλος των προσώπων που έχουν δικαί-ωμα να ζητήσουν τη σύνταξη, συμπλήρωση ,τροποποίηση ή αντικατά-

σταση του κανονισμού του δικαστηρίου  και αφετέρου οι κανονισμοί υ-ποβάλλονται αμέσως στις οικείες ολομέλειες των ανωτάτων δικαστηρί-ων οι οποίες έχουν δικαίωμα συμπλήρωσης, τροποποίησης ή ακύρωσης αυτών ,ως προς όλα τα σημεία και ειδικότερα τον αριθμό των δικασίμων και των υποθέσεων που προσδιορίζονται σε κάθε δικάσιμο.
Το δικαίωμα αυτό πρέπει να επιφυλάσσεται στην ολομέλεια  κάθε δικα-στηρίου, η οποία έχει άμεση άποψη για τη φύση των εισαγόμενων υπο-θέσεων, τη δυσκολία αυτών, καθώς και τη λειτουργική δυνατότητα του δικαστηρίου, ενόψει και του υπηρετούντος σε αυτό αριθμού δικαστών. Για τους  λόγους αυτούς, κρίνει ότι   οι διατάξεις των παραγράφων 4 και 7 του άρθρου 17 του Ν. 1756/1988 δεν πρέπει να  τροποποιηθούν, αλλά να εξακολουθήσουν να ισχύουν με το έως σήμερα περιεχόμενο τους. 
2) Κρίνει θετική τη ρύθμιση του άρθρου 89 (όριο ηλικίας – κωλύματα δι-ορισμού) με την οποία αυξάνεται  το όριο  ηλικίας για διορισμό στο δι-καστικό σώμα για την προσέλκυση ατόμων με εμπειρία. 
3) Εκφράζει την αντίθεσή της στη ρύθμιση της  παρ. 1 του άρθρου 90 του σ.ν. (κωλύματα εντοπιότητας)  με την οποία επαναφέρονται οι δια-τάξεις περί κωλυμάτων για ορισμένες πόλεις , χωρίς μάλιστα να  αιτιο-λογούνται  ειδικά οι λόγοι που δικαιολογούν αυτό . Με τις ισχύουσες  δι-ατάξεις, που προβλέπουν την υποχρέωση αποχής και εξαίρεσης δικα-στικών λειτουργών από την εκδίκαση υποθέσεων, για τις οποίες συ-ντρέχουν λόγοι αποκλεισμού αυτών, καθώς και εκείνες, που αφορούν την επιθεώρηση των δικαστών, αντιμετωπίζονται επαρκώς τα προβλή-ματα, που ενδεχομένως ανακύπτουν. Περαιτέρω , μετά  και την  απε-λευθέρωση του δικηγορικού επαγγέλματος, που παρέχει τη δυνατότητα σε δικηγόρους να ασκούν δικηγορία σε όλη την επικράτεια πρέπει  να αρθεί το κώλυμα  για τους δικαστικούς λειτουργούς που υπηρετούν σε δικαστήριο ή εισαγγελία στην περιφέρεια του οποίου είναι διορισμένος ως δικηγόρος σύζυγος ή συγγενής τους μέχρι δεύτερου βαθμού τουλά-χιστον για τις ίδιες πόλεις που αναφέρονται και στην παρ.4 του άρθρου 42 του ν.1756/1988.

4) Διαφωνεί κατά πλειοψηφία με την ρύθμιση της παρ.2 του άρθρου 90 με την οποία περιορίζεται ο χρόνος της άδειας ανατροφής τέκνου σε 5 μήνες, από 9 μήνες, καθόσον αυτή  αντίκειται στις συνταγματικές αρχές προστασίας της μητρότητας και της οικογένειας. Επί πλέον, αντίκειται και στην αρχή της ισότητας που επιτάσσει την ομοιόμορφη στο ζήτημα αυτό ρύθμιση της άδειας ανατροφής τέκνου για τους δικαστικούς λειτουργούς σε σχέση  με τους  δημοσίους υπαλλήλους , που απολαμ-βάνουν του δικαιώματος να κάνουν χρήση άδειας ανατροφής τέκνου, διάρκειας 9 μηνών.  Τούτο γιατί , παρά το γεγονός ότι  οι δικαστικοί λει-τουργοί τελούν σε διαφορετικές συνθήκες σε σχέση με τους τελευταίους, το συγκεκριμένο δικαίωμα  από τη φύση του δεν συνάπτεται με τις συν-θήκες  του λειτουργήματος τους , οι οποίες να δικαιολογούν τον περιο-ρισμό του γι’αυτούς.
Σε κάθε περίπτωση, σκόπιμο είναι να υπάρξει ειδική ρύθμιση, προβλέ-πουσα μεγαλύτερο χρόνο άδειας ανατροφής στις περιπτώσεις πολύδυ-μων κυήσεων.
5) Εκφράζει την διαφωνία της με τις ρυθμίσεις του  άρθρου  91 του σ.ν. (μισθός – θέματα δικαστικών διακοπών). Καταρχάς, θεωρεί ότι λανθα-σμένα ο συντάκτης του σχεδίου νόμου υπολαμβάνει ότι ο δικαστικός λειτουργός τελεί σε διακοπές τρείς μήνες   δηλαδή από 1 Ιουλίου έως 16
Σεπτεμβρίου. Αληθές είναι ότι τα δικαστήρια λειτουργούν σε  θερινά τμήματα  και οι δικαστές εργάζονται  να διεκπεραιώσουν πέραν των υ-ποθέσεων που χρεώνονται το διάστημα αυτό και τις υποθέσεις που έ-χουν χρεωθεί όλο το δικαστικό έτος, οι δε διακοπές τους είναι πολύ λι-γότερες απ’αυτές των  λοιπών εργαζομένων.
Περαιτέρω, θεωρεί ότι , σε  κάθε περίπτωση, οι λόγοι που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού και συνεπάγονται στέρηση μισθού  μπορούν να στοιχειοθετήσουν πειθαρχικά παραπτώματα, σύμφωνα με το άρθρο 107 του Κώδικα Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, η διαπίστωση της τέλεσης των οποίων  και η επιβολή κυρώσεων  στους δικαστικούς λειτουργούς επιφυλάσσεται μόνο στο αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο και δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο διάταξης νόμου.
 Όπως επίσης, και η ρύθμιση της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού, πέραν του ότι είναι πρακτικά  ανεφάρμοστη, σε κάθε περίπτωση , η αδι-καιολόγητη καθυστέρηση παράδοσης δικαστικών αποφάσεων και δικο-γραφιών μπορεί να αποτελέσει  δυσμενές στοιχείο για την υπηρεσιακή
κατάσταση και εξέλιξη του δικαστικού λειτουργού, το οποίο θα συνεκτι-μηθεί τόσο από τον εκάστοτε επιθεωρητή όσο και από το οικείο δικαστι-κό συμβούλιο, που θα αποφανθεί για την προαγωγή του, καθώς και πειθαρχικό παράπτωμα αυτού. 
6) Κρίνει θετική τη  ρύθμιση του άρθρου  93 του σ.ν. (εκπαιδευτική άδει-α) με την οποία αυξάνεται το όριο ηλικίας για τη λήψη εκπαιδευτικής ά-δειας στο εξωτερικό στο 55ο έτος , καθόσον  το ισχύον όριο  ηλικίας του 45ου έτους δημιουργούσε δυσχέρεια σε πολλούς δικαστικούς λειτουρ-γούς , ιδιαίτερα εκείνους με μικρά παιδιά, να κάνουν χρήση του δικαιώ-ματος αυτού και να επιμορφωθούν. Επίσης, κρίνει θετικές τις ρυθμίσεις σχετικά με  τον έλεγχο της λειτουργίας και της απόδοσης της εκπαιδευ-τικής άδειας.
Διαφωνεί , όμως, με την κατάργηση της δυνατότητας λήψης εκπαιδευτι-κής άδειας στην ημεδαπή , γεγονός που στερεί το δικαστικό λειτουργό της δυνατότητας περαιτέρω  επιμόρφωσης και εξειδίκευσης του, χωρίς μάλιστα οικονομική επιβάρυνση. Εναπόκειται δε στο νομοθέτη να θε-σπίσει αυστηρές διατάξεις σε ότι αφορά τη χρήση του δικαιώματος της ανωτέρω άδειας και τη δυνατότητα ανάκλησης της χορήγησής  της σε περίπτωση παραβίασης των σχετικών διατάξεων.
7) Η ρύθμιση της παρ.5 του άρθρου 94 του σ.ν (προαγωγές) για την προαγωγή κατ’απόλυτη  εκλογή στους ανώτατους βαθμούς επιβραβεύει
την ύπαρξη εξαιρετικών προσόντων στο πρόσωπο των κρινόμενων  προς προαγωγή στις ανωτέρω θέσεις δικαστικών λειτουργών και κρίνε-ται θετική, διότι στις κορυφαίες θέσεις της δικαιοσύνης πρέπει να υπη-ρετούν πρόσωπα, που διαθέτουν τα προσόντα αυτά. Κατά τα  λοιπά για τις προαγωγές στους λοιπούς βαθμούς μέχρι και τον βαθμό του Εφέτη (παρ.6) τα κριτήρια προαγωγής είναι ασαφή και αόριστα, ενώ  δεν είναι κατανοητή η ρύθμιση για  εφαρμογή της αρχής της  αξιοκρατίας  στις προαγωγές αυτές κατά ποσοστό 20%. Δεν νοείται ποσόστωση στην εφαρμογή του Συντάγματος.  Οι προαγωγές πρέπει να είναι  όλες αξιο-κρατικές  και  το υπάρχον σύστημα το εξασφαλίζει αρκεί να γίνεται σωστή  επιθεώρηση και αξιολόγηση των δικαστικών λειτουργών.
Περαιτέρω, εκφράζει την αντίθεσή της με  την προτεινόμενη ρύθμιση της παραγράφου 9 του ίδιου άρθρου και κρίνει ότι  οι αναφερόμενοι ως λό-γοι μη προαγωγής του δικαστικού λειτουργού μόνο ως τυχόν πειθαρχικά παραπτώματα αυτού μπορούν να  διαπιστωθούν και ειδικότερα το πα-ράπτωμα της περίπτωσης ε’ της παρ. 2 του άρθρου 107 του Κώδικα Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (αδικαιολόγητη καθυστέρηση της εκτέλεσης των υπηρεσιακών καθηκόντων) και να συνεκτιμηθούν κατά την επικείμενη προαγωγή του. Εξάλλου, η πρόβλεψη ως λόγου μη προαγωγής δικαστικού λειτουργού της μη δημοσίευσης απόφασης εντός 6 μηνών από τη συζήτηση της υπόθεσης αντιφάσκει με τη ρύθμιση της προαναφερόμενης διάταξης της περίπτωσης ε’ της παρ. 2 του άρθρου 107 του Κώδικα Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, σύμφωνα με την οποία θεωρείται ότι συντρέχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση της εκτέλεσης των υπηρεσιακών καθηκόντων του δικαστικού λειτουργού σε περίπτωση μη δημοσίευσης της απόφασης εντός 8 μηνών από τη συζή-τηση της. Για τους ανωτέρω λόγους,  πρέπει  η προτεινόμενη με τη διά-ταξη της παρ. αυτής ρύθμιση να απαλειφθεί. 
8)  Κρίνει θετική τη ρύθμιση της παρ.1 του  άρθρου 95 (μεταθέσεις)   σύμφωνα με την οποία το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο συνεδριάζει  μία φορά το χρόνο κατά το διάστημα  από 20 Ιουνίου έως 10 Ιουλίου ώστε να  αποφεύγονται  οι συνεχείς αλλαγές στις συνθέσεις των Δικα-στηρίων κατά τη διάρκεια του δικαστικού έτους.
Διαφωνεί κατά πλειοψηφία με τη ρύθμιση της παραγράφου 2 του άρ-θρου αυτού  και ζητά να επιτρέπεται η μετάθεση δικαστικού λειτουργού μετά τη συμπλήρωση ενός (1) δικαστικού έτους στον τόπο όπου τοπο-θετήθηκε, λόγω διορισμού, προαγωγής ή μετάθεσης.
Τέλος , η διάταξη  της παραγράφου 5 του άρθρου αυτού  είναι  πρακτικά ανεφάρμοστη, όπως είναι διατυπωμένη, διότι , όταν αποφασίζεται η με-τάθεση δικαστικού λειτουργού από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο (τέ-λος Ιουνίου – αρχές Ιουλίου του οικείου δικαστικού έτους), όλοι οι  δικα-στικοί λειτουργοί είναι χρεωμένοι με δικογραφίες , ακόμη και του ίδιου μήνα , με συνέπεια να καθίσταται εκ των πραγμάτων αδύνατη η επεξεργασία τους και η έκδοση σχετικής απόφασης έως τη λήψη της απόφασης του δικαστικού συμβουλίου.

Αποφασίστηκε  στον Πειραιά την 20η  Δεκεμβρίου 2011 .
 

Σχόλια