Δ.Σ. Λάρισας: Δήλωση του Προέδρου κ.Κατσαρού για το πολυνομοσχέδιο του υπ.Δικαιοσύνης

0

      Δήλωση για το Σχέδιο Νόμου:

«Για τη Δίκαιη Δίκη και την αντιμετώπιση φαινομένων Αρνησιδικίας»

[με βάση το αναλυτικο σημείωμα που δόθηκε στη δημοσιότητα από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και την επισήμανση ότι το πλήρες κείμενο του σχεδίου νόμου θα δοθεί στη δημοσιότητα στις αρχές της επόμενης εβδομάδας]

      Παρατηρήσεις –Ενστάσεις.   

     Για μια ακόμη φορά επιχειρείται παρέμβαση στο χώρο της Δικαιοσύνης η οποία για να ευδοκιμήσει απαιτεί την προύπαρξη υλικοτεχνικών υποδομών οι οποίες αυτή τη στιγμή δεν υφίστανται. Δεν μπορεί να έχει πιθανότητες επιτυχίας αυτό το εγχείρημα, όταν αυτή τη στιγμή οι Γραμματείες των Δικαστηρίων δεν έχουν ακόμα και την αναγκαία γραφική ύλη (κόλλα χαρτί, κ.λ.π), πολύ περισσότερο όταν δεν υπάρχει το αναγκαίο προσωπικό μετά  μάλιστα το κύμα εξόδου από την υπηρεσία έμπειρων  δικαστικών γραμματέων που επικράτησε τελευταία.

     Η μεταφορά της πλειονότητας των υποθέσεων εκουσίας δικαιοδοσίας στο Ειρηνοδικείο, σε λίγο θα αποδειχθεί ότι αποτελεί λάθος το οποίο θα «τελματώσει» την ήδη επιβαρυμένη διαδικασία. Τούτο διότι ήδη τα Ειρηνοδικεία ανέλαβαν το βάρος της εκδίκασης του πλήθους  των υποθέσεων των «υπερχρεωμένων νοικοκυριών», ενώ με την αύξηση του ποσού της υλικής αρμοδιότητας αυξήθηκαν ο αριθμός των υποθέσεων σε βαθμό που θα επιδεινώσει εκρηκτικά το πρόβλημα, το οποίο δεν θα λύσει ούτε η πρόσληψη εκατό ειρηνοδικών, ούτε η αμφιβόλου λύσης συγχώνευση ειρηνοδικείων, καθώς δεν θα είναι και πάλι  ικανός ο αριθμός των δικαστών, ενώ υπάρχει ήδη έλλειψη προσωπικού δικαστικών γραμματέων.

     Λόγω της έλλειψης προσωπικού είναι αδύνατον υπό τις παρούσες συνθήκες να μπορέσουν οι δικαστές να ανταποκριθούν ευπρόσωπα στις προθεσμίες για την έκδοση των αποφάσεων. Όσον αφορά τους δικαστές των Πρωτοδικείων, οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας που μεταφέρονται στο Ειρηνοδικείο, δεν είναι ικανές να δημιουργήσουν τη κατάλληλη προϋπόθεση για την επιτυχία της ρύθμισης. Ασφαλώς και είναι γνωστό αυτό ότι πρώτοι οι δικηγόροι επιζητούν έγκαιρη έκδοση απόφασης, αλλά αυτό απαιτεί προϋποθέσεις που δεν υπάρχουν. Σε αντίθετη περίπτωση υπάρχει μεγάλος κίνδυνος έκδοσης αποφάσεων χωρίς το στοιχείο της ποιότητας γεγονός που συνιστά μεγάλο κίνδυνο για τα δικαιώματα του πολίτη. Για τους ίδιους λόγους σε συνδυασμό και με την έλλειψη υλικοτεχνικών υποδομών είναι ανέφικτο, παρότι ασφαλώς και θα το χαιρετίζαμε, να γίνει γρήγορη εκδίκαση των  υποθέσεων στις εργατικές διαφορές και στις ανακοπές. Πολύ φοβούμεθα ότι μάλλον θα αποδειχθεί σε λίγο, όπως και στο παρελθόν, οι εξαγγελίες αυτές αποτελούν επικοινωνιακά πυροτεχνήματα άνευ ουσίας.

     Είναι θετικό του ότι μετά την πανελλήνια κινητοποίηση των δικηγόρων, παραμένουν τελικά στη δικαιοδοτική κρίση της δικαστικής εξουσίας οι υποθέσεις που κατά την έναρξη του διαλόγου το Υπουργείο Δικαιοσύνης σκόπευε να αφαιρέσει από αυτή. Παρά ταύτα ανακύπτουν πλείστα όσα νομικά ζητήματα που έχουν να κάνουν με την δικαστική προστασία των πολιτών για τις υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας ( π.χ κληρονομητήριο, σωματεία,) για τις οποίες θα εκδίδεται διάταξη του Ειρηνοδίκη, αφού σ’ αυτές διακυβεύονται δικαιώματα τρίτων που πρέπει να έχουν νομική δυνατότητα παρέμβασης. Αναφορικά με την έκδοση των συναινετικών διαζυγίων το κύριο αίτημα των δικηγόρων είναι να παραμείνει στην αρμοδιότητα του Δικαστή. Κάθε άλλη εκδοχή δεν μας βρίσκει σύμφωνους και θεωρούμε ότι στερείται συνταγματικού και νόμιμου ερείσματος με αποτέλεσμα τη δημιουργία πλείστων όσων νομικών ζητημάτων. Αν αποσαφηνιστεί ότι θα γίνεται η έκδοση του συναινετικού διαζυγίου με δικαστική απόφαση διότι δεν διευκρινίζεται στο δοθέν στη δημοσιότητα σημείωμα , τότε παραμένει η ένστασή μας για την δεύτερη συζήτηση η οποία κατά τη γνώμη μας πρέπει να γίνεται για λόγους προστασίας του θεσμού του γάμου και της οικογένειας όπως επιβάλει το Σύνταγμα.

     Έντονη ανησυχία  προκαλεί σε δικηγόρους και πολίτες   η εμμονή του Υπουργείου στη θέσπιση των Μονομελών Εφετείων Κακουργημάτων, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες των δικηγορικών συλλόγων, λόγω της βαρύτητας των υποθέσεων που δικάζουν αλλά και της ανασφάλειας που σημαίνει η παρουσία ενός μόνον δικαστή. Άλλως και αυτή η πρόβλεψη δύσκολα θα υλοποιηθεί διότι αν υποτεθεί ότι επιδιώκεται η ταυτόχρονη συνεδρίαση τριών δικαστηρίων [κακουργημάτων] αυτό «σκοντάφτει» στο ότι δεν υπάρχουν άλλες δυο αίθουσες, άλλοι δυο δικαστές, άλλοι δυο γραμματείς.

     Δεν είναι δυνατόν να νοηθεί πώς πρακτικά θα γίνει με τις αναβολές των δικαστηρίων ώστε ο προεδρεύων δικαστής να αναβάλει σε δικάσιμο που θα προεδρεύει πάλι ο ίδιος. Πέραν του ότι στα μάτια του κατηγορουμένου ο συγκεκριμένος δικαστής θα φαντάζει ως ατομικός διώκτης του.

     Η πταισματικοποίηση ορισμένων υποθέσεων πλημμελληματικής μορφής μας βρίσκει αντίθετους. Π.χ η απειλή είναι αδίκημα που μπορεί να κάνει δύσκολη τη ζωή ενός πολίτη, μιας οικογένειας. Φαντασθείτε πόσο εύκολα κάποιος πολίτης θα δέχεται τηλεφωνικές η δια ζώσης απειλές για τη ζωή αυτού η για την οικογένειά του όταν ο απειλών θα γνωρίζει ότι θα τιμωρείται σε βαθμό πταίσματος.

          Έρχεται σε αντίθεση με το δικαίωμα δικαστικής προστασίας του πολίτη καθώς και με διατάξεις εθνικής και υπερνομοθετικής ισχύος η θέσπιση παραβόλων [300ευρώ] π.χ για όποιον προσφεύγει στον Εισαγγελέα Εφετών κατά απορριπτικής της έγκλησης διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών η αν πρόκειται να υποβάλει προσφυγή κατά κλητηρίου θεσπίσματος.Η επιμήκυνση του ωραρίου των συνεδριάσεων των δικαστηρίων κατά δυο ώρες δηλ. 9π.μ -5μ.μ συνιστά οπισθοδρόμηση στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Είναι αξιοσημείωτο ότι το παραπάνω ζήτημα δεν υπήρχε στα αρχικά 53 σημεία του διαλόγου που είχε δώσει το Υπουργείο. Δεν μπορούμε να τη δεχθούμε διότι έχουμε δικαίωμα σε συνθήκες ανθρώπινης εργασίας όπως ο κάθε εργαζόμενος. Όπως είναι γνωστό οι δικηγόροι εργάζονται απογευματινές –βραδυνές ώρες στα γραφεία τους και μια επέκταση του ωραρίου θα σημάνει πλήρη εξουθένωση. Εξάλλου ορθή απονομή της δικαιοσύνης δεν μπορεί να γίνει με κατάκοπους τους δικαστικούς λειτουργούς και τους λοιπούς παράγοντες της δίκης.

     Σε κάθε περίπτωση οι δικηγορικοί σύλλογοι  βρίσκονται σε θέση αγωνιστικής ετοιμότητας προτάσσοντας καταρχήν το διάλογο με το Υπουργείο Δικαιοσύνης στο στάδιο αυτό και μέχρι τη ψήφιση του σχεδίου νόμου μέσα από τα κεντρικά θεσμοθετημένα όργανα του κλάδου στη βάση των προτάσεων που ηδη έχουν κατατεθεί. 

                                ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΚΑΤΣΑΡΟΣ

             ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΛΑΡΙΣΑΣ 

 

Σχόλια