Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων: Υπόμνημα των Δικαστικών Ενώσεων προς τον Υπουργό Οικονομικών σχετικό με τις Αποδοχές των Δικαστικών Λειτουργών

0

Κύριε Υπουργέ ,

            Έχουμε την τιμή να σας γνωρίσουμε τα εξής :

            Τα Διοικητικά Συμβούλια των Ενώσεων μας, ύστερα από ομόφωνες αποφάσεις τους, σας εκθέτουν τα ακόλουθα : 

1.Με έκπληξη και απογοήτευση πληροφορηθήκαμε από δημοσιεύματα του Τύπου ότι με τροπολογία που κατατέθηκε την τελευταία στιγμή στο σχέδιο νόμου «Ρυθμίσεις για την ανάπτυξη και τη δημοσιονομική εξυγίανση – Θέματα αρμοδιότητας Υπουργείων Οικονομικών Πολιτισμού και Τουρισμού και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης» προβλέφθηκε η αναδρομική (από 01.07.2011) περικοπή κατά 15% του ποσού του επιδόματος του άρθρου 30 και 33 περίπτωση Α3 του ν.3205/2003, όπως ισχύει ήδη περικεκομμένο κατά 28% σε σχέση με το αρχικό του ύψος (άρθρο 1 παρ.2 υποπαρ. 2 του ν.3833/2010 και άρθρο τρίτο παρ.1 του ν.3845/2010). Τούτο δε, χωρίς να υπάρξει καμία επικοινωνία ή διάλογος κι ενώ επανειλημμένα σας  έχει διαβιβασθεί,   σχετικό αίτημά μας  για συνάντηση και παρά το ότι είχαμε προς τούτο διαβεβαιώσεις από τον πρώην Υπουργό Οικονομικών κ. Γεώργιο Παπακωνσταντίνου.

 2.Πρέπει να σας επισημάνουμε εκ νέου ότι τα τελευταία δύο χρόνια, οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών και των μελών του ΝΣΚ υπέστησαν σοβαρές απώλειες, ορισμένες από τις οποίες έπληξαν αποκλειστικά και μόνο τον κλάδο μας και αναφέρονται στη συνέχεια ως ειδικές, ενώ άλλες έπληξαν και τους δημόσιους υπαλλήλους και αναφέρονται ως γενικές, κατά , παράβαση της 13/2006 απόφασης του Ειδικού Δικαστηρίου .

3. Με τη 13/2006 απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 99 του Συντάγματος κρίθηκε ότι η χορήγηση στον Πρόεδρο της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων αποδοχών ανώτερων από τις καταβαλλόμενες στον Πρόεδρο Ανώτατου Δικαστηρίου παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 88 παρ.2 του Συντάγματος και δημιουργεί υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου για αποζημίωση των δικαστικών λειτουργών κατά το αρ. 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, οι οποίοι δικαιούνται να λάβουν, κατ’ αναλογία των αποδοχών μας προς αυτές του Προέδρου Ανώτατου Δικαστηρίου, την προκύπτουσα διαφορά ως τμήμα του βασικού μισθού μας (σκέψη 9 της απόφασης).

4. Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι, τουλάχιστον ως προς το ποσό που αυξήθηκαν με το άρθρο 57 του ν. 3691/2008, τα εν λόγω «επιδόματα» αποτελούν στην πραγματικότητα βασικό μισθό, η δε διάταξη του άρθρου 57 του ν. 3691/2008 ήδη παραβιάζει ως προς το σημείο αυτό τη 13/2006 απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 99 του Συντάγματος.

5. Πέραν αυτού, με την 3150/1999 απόφαση του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας και με αδιάλειπτη σειρά αποφάσεων όλων των αρμοδίων διοικητικών δικαστηρίων έκτοτε, κρίθηκε ότι το αντισταθμιστικό «επίδομα» αντικρίζει πραγματικές δαπάνες, στις οποίες υποβάλλονται οι δικαστικοί λειτουργοί κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους και για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεκπεραίωση των υποθέσεων, έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα για την κάλυψη των εν λόγω δαπανών και δεν αποτελεί φορολογητέο εισόδημα κατά την έννοια των άρθρων 78 παρ.1 του Συντάγματος και 4 παρ.1 του κώδικα φορολογίας εισοδήματος, ούτε συγκεκαλυμμένο φορολογικό προνόμιο υπέρ των δικαστών (σκέψη 6 της απόφασης). Η απόφαση αυτή ερμήνευσε μεν την προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 2 παρ.3 του ν.2521/1997 (ΦΕΚ Α-174), όμως η φύση του επιδόματος δεν μεταβλήθηκε με τη διάταξη του άρθρου. 30 περ. Α΄ αριθ. 3 του ν.3205/2003 (ΦΕΚ Α-297), η οποία, όπως τροποποιήθηκε, κατά το ύψος του ποσού από το άρθρο 57 παρ.2 του ν.3691/2008, αποτελεί το ισχύον δίκαιο.

6. Θα πρέπει, ακόμα, να σημειωθεί ότι οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές των δικαστικών λειτουργών με βαθμό πρωτοδίκη ή αντίστοιχο, οι οποίοι αποτελούν το ήμισυ του συνόλου των Ελλήνων δικαστών (οργανικές θέσεις 1.637 σε σύνολο 3.396), ανέρχονται στο ποσό των 2573,68 ευρώ, ενώ το Σύνταγμα (άρθρο 89 παρ.1) απαγορεύει, ως γνωστόν, στους δικαστικούς λειτουργούς να παρέχουν κάθε άλλη μισθωτή υπηρεσία καθώς και να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα. Με τα δεδομένα αυτά, οι αποδοχές των Ελλήνων δικαστών, ακόμα και μετά την πρόσφατη αναβάθμισή τους με το ν.3691/2008, κάθε άλλο παρά προκλητικές και υπέρογκες μπορούν να χαρακτηριστούν.

7. Επιπλέον θα πρέπει να ληφθεί υπ όψη ότι α) με το άρθρο 1 παράγραφος 2 υποπαράγραφος 1 του ν. 3833/2010, η προβλεπόμενη από τα άρθρα 30 παρ. α5 και 33 , όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 57 παρ.2 ν.3691/2008, πάγια αποζημίωση μειώθηκε κατά 12% , ενώ με το άρθρο 1 παρ.2 υποπαράγραφος 2 του ν. 3833/2010, η προβλεπόμενη από τα άρθρα 30 παρ. Α3 και 33 του Ν. 3205/2003, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 57 παρ. 2 Ν. 3691/2008, «αποζημίωση για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεκπεραίωση των υποθέσεων, καθώς και για την αντιστάθμιση των δαπανών στις οποίες υποβάλλονται οι δικαστικοί λειτουργοί και το δικαστικό προσωπικό του ΝΣΚ κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους (δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης, οργάνωση γραφείου, κ.λπ.)»-η οποία, κατά τα ανωτέρω έχει κριθεί ότι δεν αποτελεί επίδομα αλλά καλύπτει πραγματικές δαπάνες των δικαστικών λειτουργών, μειώθηκε ευθύς εξαρχής κατά 20%, γεγονός το οποίο, όπως έχουμε ήδη επισημάνει, συνιστά διακριτική μεταχείριση σε βάρος μας και παραβίαση της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της ισότητας. Μάλιστα, η μείωση αυτή αφενός επιβλήθηκε στο αρχικό (μεγαλύτερο) ποσό της ως άνω αποζημίωσης, και αφετέρου είχε αναδρομική (από 1.1.2010) ισχύ.   β) με το άρθρο 3 του ν. 3845/ 2010 έγινε νέα μείωση των ανωτέρω επιδομάτων που λαμβάνουν οι Δικαστικοί Λειτουργοί κατά ποσοστό οκτώ τοις εκατό (8%).

8. Οι ανωτέρω  απώλειες μας είναι γενικές  και  ειδικές , ως εξής :

Στις ειδικές απώλειες συγκαταλέγονται: α) Η μείωση αρχικά κατά 20% (άρθρο 1 παρ. 2 υποπαρ. 2 του ν. 3833/2010) και στη συνέχεια κατά ακόμα 8% (άρθρο τρίτο παρ. 1 του ν. 3845/2010) του αντισταθμιστικού επιδόματος. β) Η μείωση αρχικά κατά 12% (άρθρο 1 παρ. 2 υποπαρ. 1 του ν. 3833/2010) και στη συνέχεια κατά ακόμα 8% (άρθρο τρίτο παρ. 1 του ν. 3845/2010) της πάγιας αποζημίωσης. γ) Η μείωση αρχικά κατά 12% (άρθρο 1 παρ. 2 υποπαρ. 1 του ν. 3833/2010) και στη συνέχεια κατά ακόμα 8% (άρθρο τρίτο παρ. 1 του ν. 3845/2010) της αποζημίωσης εξόδων παράστασης. δ) Η κατάργηση των επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας (άρθρο τρίτο παρ. 6 του ν. 3845/2010).

Στις γενικές απώλειες συγκαταλέγονται: α) Η μείωση του αφορολόγητου ορίου από 12.000 ευρώ σε 8.000 ευρώ (άρθρο 27 παρ. 1 του ν. 3986/2011). β) Η επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης (άρθρο 29 του ν. 3986/2011). γ) Η επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας (άρθρο 38 παρ. 2 περ. α΄ του ν. 3986/2011). δ) Η επιβολή ειδικής εισφοράς υπέρ του ΤΠΔΥ (άρθρο 38 παρ. 2 περ. β΄ του ν. 3986/2011).

Ως ποσοστό επί τοις εκατό επί των νυν καταβαλλόμενων καθαρών ετήσιων αποδοχών μας, τα ως άνω ποσά απωλειών ανέρχονται για τον Ειρηνοδίκη Δ΄ σε 34,40%, για τον Πάρεδρο Πρωτοδικών σε 34,30%, για τον Πρωτοδίκη σε 35,03%, για τον Πρόεδρο Πρωτοδικών σε 34,85%, για τον Εφέτη σε 35,23%, για τον Πρόεδρο Εφετών σε 36,81%, για τον Αντιπρόεδρο Ανώτατου Δικαστηρίου σε 37,08% και για τον Πρόεδρο Ανώτατου Δικαστηρίου σε 35,08%, ήτοι οι δικαστικοί λειτουργοί έχουν ήδη υποστεί μείωση σε ποσοστό 35,35% κατά μέσον όρο.

Επιπλέον, θα πρέπει να συνυπολογισθεί και η μείωση την οποία θα υποστούν οι δικαστικοί λειτουργοί από την εφαρμογή του άρθρου 38 παρ.5 περ.β του ν. 3986/2011 (ΦΕΚ Α΄ 152/01.07.2011)  με τίτλο «Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής  2012-2015»   με την οποία αναστέλλονται οι μισθολογικές προαγωγές των αμειβομένων με τις διατάξεις του Β’ Μέρους του ν. 3205/2003.

     Κατόπιν των ανωτέρω και αφού σας επισημάνουμε ότι η  ανωτέρω μείωση των αποδοχών μας , όσο και κάθε ενδεχόμενη στο μέλλον μας βρίσκει αντίθετους, όπως και η σύνδεση των αποδοχών μας με αυτές των δημοσίων υπαλλήλων, ζητούμε   την άμεση απόσυρση της  διάταξης του σχεδίου Νόμου που μας αφορά, και την άμεση  συνάντησή μας, επιφυλασσόμενοι για τις περαιτέρω αντιδράσεις και κινητοποιήσεις μας, όπως  π.χ. μεταβολή των όρων ασκήσεως του λειτουργήματός μας , γεγονός το οποίο θα προκαλέσει , ενδεχομένως ,την ανάγκη αναπροσαρμογής του πλαισίου παροχής των οφειλομένων υπηρεσιών , ως προς τον τόπο και το χρόνο , σε σχέση με τα μέχρι σήμερα ισχύοντα , με συνέπειες που δεν μπορούν να προβλεφθούν .

     Πρέπει να σημειωθεί ότι αν το  αντισταθμιστικό επίδομα  ( αρ. 30 περ Α΄του ν. 3205/2003 ) , μειωθεί κατά 15% ακόμη, τότε οι ετήσιες απώλειες των Δικαστικών Λειτουργών θα ανέλθουν , κατά μέσο όρο σε 38,35% επί των μέχρι τούδε καταβαλλομένων. Δηλαδή, σε  απόλυτους αριθμούς θα υπάρξει επιπλέον μείωση  από το βαθμό του Ειρηνοδίκη μέχρι των ανωτάτων βαθμών,  από 730 έως 1457 ευρώ ετησίως .

Σχόλια