ΔΕΚ: “Ναι” στην οδηγία για τη διατήρηση προσωπικών δεδομένων

0

Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων απεφάνθη ότι η οδηγία για τη διατήρηση των δεδομένων βασίζεται στην προσήκουσα νομική βάση.
Η οδηγία ορθώς εκδόθηκε βάσει του άρθρου 95 ΕΚ, δεδομένου ότι αφορά κυρίως τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
Τον Απρίλιο του 2004 η Γαλλία, η Ιρλανδία, η Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο υπέβαλαν στο Συμβούλιο σχέδιο απόφασης-πλαισίου στηριζόμενο στα άρθρα της Συνθήκης ΕΚ σχετικά με την αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις.
Το σχέδιο αυτό αφορούσε τη διατήρηση δεδομένων που υποβάλλονται σε επεξεργασία και αποθηκεύονται σε σχέση με την παροχή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή δεδομένων που διαβιβάζονται μέσω των δικτύων των δημόσιων επικοινωνιών, για τους σκοπούς της προλήψεως, της έρευνας, της εξιχνιάσεως και της διώξεως εγκλημάτων και παραβάσεων του ποινικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένης της τρομοκρατίας.
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τάχθηκε υπέρ της χρησιμοποίησης της Συνθήκης ΕΚ ως νομικής βάσης ενός μέρους του σχεδίου αυτού. Ειδικότερα, θεώρησε ότι το άρθρο 95 ΕΚ, το οποίο παρέχει τη δυνατότητα θεσπίσεως μέτρων που έχουν ως αντικείμενο την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, αποτελούσε την κατάλληλη νομική βάση για τις επιβαλλόμενες στους φορείς υποχρεώσεις διατήρησης των δεδομένων για μια ορισμένη διάρκεια.
Επιπλέον, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι τα μέτρα αυτά επηρέαζαν δύο υπάρχουσες οδηγίες και ότι το άρθρο 47 της Συνθήκης ΕΕ δεν επιτρέπει πράξη βασιζόμενη στη Συνθήκη αυτή να επηρεάζει το κοινοτικό κεκτημένο.
Κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, το Συμβούλιο επέλεξε την έκδοση οδηγίας βασιζόμενης στη Συνθήκη ΕΚ. Στις 21 Φεβρουαρίου 2006, το Συμβούλιο εξέδωσε την οδηγία για τη διατήρηση των δεδομένων με ειδική πλειοψηφία. Η Ιρλανδία και η Σλοβακία καταψήφισαν το κείμενο της οδηγίας.
Στη συνέχεια, η Ιρλανδία, υποστηριζόμενη από τη Σλοβακία, ζήτησε από το Δικαστήριο να ακυρώσει την οδηγία για τον λόγο ότι δεν εκδόθηκε δυνάμει της προσήκουσας νομικής βάσεως. Θεωρεί ότι η οδηγία δεν μπορεί να βασίζεται στο άρθρο 95 ΕΚ, δεδομένου ότι το «κέντρο βάρους» της δεν αφορά τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, αλλά τη διερεύνηση, διαπίστωση και δίωξη ποινικών αδικημάτων και, κατά συνέπεια, τα μέτρα αυτά έπρεπε να ληφθούν βάσει των άρθρων της Συνθήκης ΕΕ σχετικά με την αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικά θέματα.
Εισαγωγικά, το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι η αίτηση που υπέβαλε η Ιρλανδία αφορά μόνον την επιλογή της νομικής βάσης και όχι ενδεχόμενη προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων λόγω επεμβάσεων στην άσκηση του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής που περιλαμβάνει η οδηγία.
Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η οδηγία εκδόθηκε βάσει της προσήκουσας νομικής βάσεως.
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι διατάξεις της οδηγίας αφορούν κυρίως τις δραστηριότητες των φορέων παροχής υπηρεσιών και δεν ρυθμίζουν την πρόσβαση στα δεδομένα ούτε την αξιοποίησή τους από τις αστυνομικές ή τις δικαστικές αρχές των κρατών μελών.
Τα μέτρα που προβλέπει η οδηγία δεν συνεπάγονται, από μόνα τους, επέμβαση για την επιβολή του νόμου από τις αρχές των κρατών μελών. Αυτά τα ζητήματα, που εμπίπτουν κατ’ αρχήν στον τομέα που καλύπτει η αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικά θέματα, είχαν εξαιρεθεί από τις διατάξεις της οδηγίας. Επομένως, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η οδηγία αφορά κυρίως τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

Σχόλια