Υπέρ της αναίρεσης απόφασης του ΠΕΚ για τη διαχείριση πνευματικών δικαιωμάτων

0

Ο γενικός εισαγγελέας Πάολο Μενγκόζι πρότεινε στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να αναιρέσει μια απόφαση του Πρωτοδικείου και να ακυρώσει μια απόφαση της Επιτροπής σχετικά με τη συλλογική διαχείριση πνευματικών δικαιωμάτων.

Στις 22 Μαρτίου 2001 η AEΠI, εταιρία ελληνικού δικαίου, επιφορτισμένη με τη συλλογική διαχείριση των δικαιωμάτων του δημιουργού στον τομέα της μουσικής, υπέβαλε καταγγελία στην Επιτροπή κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας και των τριών ελληνικών οργανισμών συλλογικής διαχείρισης δικαιωμάτων συγγενικών προς τα δικαιώματα του δημιουργού.

Η ΑΕΠΙ υποστήριξε ότι οι εν λόγω οργανισμοί παρέβησαν τα άρθρα 81 ΕΚ και 82 ΕΚ καθορίζοντας την αμοιβή των συγγενικών δικαιωμάτων σε υπερβολικό ύψος, το οποίο έφθανε μέχρι το 5% των ακαθαρίστων εσόδων των ελληνικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών και ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη το άρθρο 81 ΕΚ.

Η Επιτροπή εξέδωσε δύο αποφάσεις: Έθεσε στο αρχείο το σκέλος της καταγγελίας που αφορούσε την Ελληνική Δημοκρατία και απέρριψε το σκέλος της καταγγελίας που αφορούσε τους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης.

Η ΑΕΠΙ ζήτησε από το Πρωτοδικείο την ακύρωση της απόφασης της Κομισιόν και η εν λόγω προσφυγή απορρίφθηκε με την απόφαση του ΠΕΚ της 12ης Ιουλίου 2007.

Η ΑΕΠΙ άσκησε αναίρεση ενώπιον του ΔΕΚ. Στην παρούσα υπόθεση (C-425/07), ο γενικός εισαγγελέας κάνει τον διαχωρισμό μεταξύ, αφενός, του επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών ως προϋπόθεση εφαρμογής των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ και, αφετέρου, της ύπαρξης σημαντικών δυσλειτουργιών στην κοινή αγορά ως κριτήριο της εκτίμησης του αν υφίσταται επαρκές κοινοτικό συμφέρον για την εκ μέρους της Επιτροπής εξέταση μιας καταγγελίας.

Κατά τη γνώμη του, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο συγχέει το ζήτημα της ύπαρξης επηρεασμού του ενδοκοινοτικού εμπορίου και κατά συνέπεια παραβάσεως των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ με το ζήτημα αν μια ενδεχόμενη παράβαση είναι τόσο σοβαρή, ώστε να δικαιολογείται η διεξαγωγή έρευνας από την Επιτροπή.

Η διαδικασία προβλέπει ότι, όταν η αίτηση αναιρέσεως κριθεί βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Πρωτοδικείου. Στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο μπορεί είτε να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της διαφοράς, όταν η υπόθεση είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο για να την κρίνει.

Εν προκειμένω, η υπόθεση είναι ώριμη προκειμένου να αποφανθεί το ίδιο το Δικαστήριο οριστικά επί της διαφοράς. Κατά τον γ.ε., από την προσφυγή προκύπτει με επαρκή σαφήνεια πως η Επιτροπή δεν μπορούσε να αποκλείσει ότι οι καταγγελθείσες πρακτικές ήταν ικανές να έχουν σοβαρό αντίκτυπο στη λειτουργία της κοινής αγοράς με το αιτιολογικό ότι οι πρακτικές αυτές περιορίζονταν στο ελληνικό έδαφος.

Ο γενικός εισαγγελέας πρότεινε δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 12ης Ιουλίου 2007 στην υπόθεση T-229/04, ΑΕΠΙ κατά Επιτροπής και να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 18ης Απριλίου 2005, με την οποία απορρίπτεται καταγγελία σχετική με παράβαση των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ εκ μέρους των ελληνικών οργανισμών συλλογικής διαχείρισης των συγγενικών προς τα δικαιώματα του δημιουργού δικαιωμάτων στον τομέα της μουσικής.

Σχόλια