ΔΕΕ: Τοξική για την αναπαραγωγή η δισφαινόλη Α

0

Η δισφαινόλη Α είναι ουσία που χρησιμοποιείται ιδίως ως ενδιάμεσο προϊόν στην παραγωγή πολυμερών. Χρησιμοποιείται επίσης για σκοπούς μη ενδιάμεσων χρήσεων για την παραγωγή θερμικού χαρτιού. Στις 19 Ιουλίου 2016, η Επιτροπή εξέδωσε κανονισμό 1 βάσει του οποίου η δισφαινόλη Α ταξινομήθηκε ως ουσία τοξική για την αναπαραγωγή. Σύμφωνα με τη σχετική διαδικασία, ο Γαλλικός Οργανισμός για την υγειονομική ασφάλεια της διατροφής, του περιβάλλοντος και της εργασίας υπέβαλε στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Χημικών Προϊόντων (ECHA) φάκελο σχετικά με τη δισφαινόλη Α στον οποίον αναφέρεται ότι η ουσία αυτή χρησιμοποιείται για σκοπούς μη ενδιάμεσων χρήσεων, αλλά ότι δεν πρόκειται για τη μοναδική χρήση της.

Η επιτροπή των κρατών μελών του ECHA, κατόπιν συνεδρίασής της, αποφάσισε ομοφώνως να ταξινομηθεί η δισφαινόλη Α ως ουσία που προκαλεί πολύ μεγάλη ανησυχία βάσει των κριτηρίων που προβλέπονται στο άρθρο 57, στοιχείο γ΄, του κανονισμού REACH 2 . Στις 4 Ιανουαρίου 2017, ο εκτελεστικός διευθυντής του ECHA εξέδωσε απόφαση δυνάμει της οποίας η δισφαινόλη Α περιλήφθηκε στον κατάλογο των υποψήφιων ουσιών προς ενδεχόμενη εγγραφή στον κατάλογο των υποκείμενων σε αδειοδότηση ουσιών ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 59, παράγραφος 1, του κανονισμού REACH.

Η ένωση PlasticsEurope εκπροσωπεί τα συμφέροντα κατασκευαστών και εισαγωγέων πλαστικών προϊόντων στην Ένωση, μεταξύ των οποίων τεσσάρων εταιριών που δραστηριοποιούνται στην εμπορία της δισφαινόλης Α. Κατά την εν λόγω ένωση, ο ECHA, εκδίδοντας την προσβαλλόμενη απόφαση της 4ης Ιανουαρίου 2017 χωρίς να αποκλείει ρητώς, από την εγγραφή της δισφαινόλης Α στον κατάλογο των υποψήφιων ουσιών, τις χρήσεις της ως ενδιάμεσου προϊόντος, παρέβη τις διατάξεις του κανονισμού REACH. Κατά την PlasticsEurope, ο ECHA παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως μη λαμβάνοντας υπόψη στοιχεία σχετικά με τις χρήσεις της δισφαινόλης Α ως ενδιάμεσου προϊόντος. Άσκησε, ως εκ τούτου, προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά της αποφάσεως του εκτελεστικού διευθυντή του ECHA, της 4ης Ιανουαρίου 2017, ζητώντας την ακύρωσή της.

Με τη σημερινή απόφασή του, το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι μια ουσία που χρησιμοποιείται ως απομονωμένο ενδιάμεσο προϊόν στις εγκαταστάσεις παρασκευής ή ως μεταφερόμενο απομονωμένο ενδιάμεσο προϊόν δεν εξαιρείται αυτομάτως από το σύνολο των διατάξεων του κανονισμού REACH. Μια τέτοια ουσία δεν εξαιρείται από τη διαδικασία προσδιορισμού που προβλέπεται στον κανονισμό αυτόν.

Ειδικότερα, η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο β΄, του κανονισμού REACH αφορά μόνον τη διαδικασία αδειοδότησης. Αντιθέτως, ο κανονισμός δεν αποκλείει τον προσδιορισμό μιας ουσίας ως ουσίας που προκαλεί πολύ μεγάλη ανησυχία και τούτο παρά την αποκλειστική χρήση της ως απομονωμένου ενδιάμεσου προϊόντος στις εγκαταστάσεις παρασκευής ή ως μεταφερόμενου απομονωμένου ενδιάμεσου προϊόντος. Το Γενικό Δικαστήριο διευκρινίζει, επιπλέον, ότι ο ECHA δεν ήταν υποχρεωμένος να συμπεριλάβει στον «κατάλογο των υποψήφιων ουσιών» ρητή αναφορά σύμφωνα με την οποία η εγγραφή της δισφαινόλης Α στον εν λόγω κατάλογο δεν αφορά τις χρήσεις της ως ενδιάμεσου προϊόντος.

Το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι ένας εκ των σκοπών του καταλόγου των υποψήφιων ουσιών είναι ο καθορισμός των υποχρεώσεων κοινοχρησίας, στο πλαίσιο της αλυσίδας εφοδιασμού και με τους καταναλωτές, των πληροφοριών σχετικά με ουσίες οι οποίες προκαλούν πολύ μεγάλη ανησυχία. Ο προσδιορισμός μιας ουσίας ως ουσίας που προκαλεί πολύ μεγάλη ανησυχία εξυπηρετεί τη βελτίωση της πληροφόρησης του κοινού και των επαγγελματιών όσον αφορά τους πάσης φύσεως κινδύνους που διατρέχουν. Το Γενικό Δικαστήριο φρονεί επομένως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνάδει πλήρως με τον σκοπό της κοινοχρησίας, στο πλαίσιο της αλυσίδας εφοδιασμού και με τους καταναλωτές, των πληροφοριών σχετικά με ουσίες οι οποίες προκαλούν πολύ μεγάλη ανησυχία. Αναφέρει ότι τα έννομα αποτελέσματα της απόφασης αυτής δεν βαίνουν πέραν του κατάλληλου και αναγκαίου για την επίτευξη του σκοπού αυτού μέτρου.

Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο φρονεί ότι η χρήση μιας ουσίας ως ενδιάμεσου προϊόντος δεν συνιστά κρίσιμο στοιχείο δεδομένου ότι η πληροφόρηση που συνδέεται με την εν λόγω χρήση δεν αφορά τις εγγενείς ιδιότητες της ουσίας αυτής ενώ, αντιθέτως, ο προσδιορισμός και η εγγραφή μιας ουσίας στον κατάλογο των υποψήφιων ουσιών πραγματοποιούνται μόνο λόγω των εγγενών ιδιοτήτων μιας ουσίας και όχι λόγω των χρήσεών της. Το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει συνεπώς την προσφυγή στο σύνολό της.


1 Κανονισμός (ΕΕ) 2016/1179 της Επιτροπής, της 19ης Ιουλίου 2016, για την τροποποίηση, με σκοπό την προσαρμογή στην τεχνική και επιστημονική πρόοδο, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία των ουσιών και των μειγμάτων, με σκοπό την προσαρμογή του στην τεχνική και επιστημονική πρόοδο (ΕΕ 2016, L 195, σ. 11). 2 Κανονισμός (ΕΚ) 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45/EΚ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 793/93 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1488/94 της Επιτροπής καθώς και της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ (ΕΕ 2006, L 396, σ. 1, διορθωτικό ΕΕ 2007, L 136, σ. 3).

Σχόλια