Απαγόρευση δεύτερης δίωξης για τα ίδια περιστατικά

0

Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων απεφάνθη ότι η απαγόρευση δεύτερης δίωξης για τα ίδια πραγματικά περιστατικά ισχύει και στην περίπτωση που η άμεση εκτέλεση της καταδικαστικής απόφασης δεν ήταν ποτέ δυνατή λόγω των ιδιαιτεροτήτων του δικονομικού δικαίου.

Σκοπός της ερμηνείας αυτής είναι η αποφυγή του ενδεχομένου να ασκείται ποινική δίωξη για τα ίδια πραγματικά περιστατικά στο έδαφος περισσότερων του ενός συμβαλλόμενων κρατών κατά ορισμένου προσώπου λόγω του ότι έχει ασκήσει το δικαίωμά του για ελεύθερη κυκλοφορία.

Με απόφαση που εκδόθηκε το 1961, ο Klaus Bourquain, Γερμανός υπήκοος που είχε καταταγεί στη Γαλλική Λεγεώνα των Ξένων, καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο από γαλλικό στρατοδικείο στην Αλγερία.
Το εν λόγω στρατοδικείο έκρινε ότι είχε αποδειχθεί ότι ο K. Bourquain, κατά την απόπειρά του να λιποτακτήσει, πυροβόλησε και φόνευσε έναν άλλο Γερμανό λεγεωνάριο, ο οποίος ήθελε να τον εμποδίσει να λιποτακτήσει. Ο K. Bourquain, o ο οποίος κατέφυγε στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, δεν εμφανίστηκε ποτέ ενώπιον του στρατοδικείου.
Σύμφωνα με τον γαλλικό Κώδικα Στρατιωτικής Δικαιοσύνης, όπως ίσχυε το 1961, αν εμφανιζόταν ο K. Bourquain, δεν επρόκειτο να κινηθεί η διαδικασία εκτέλεσης της ποινής, αλλά θα διεξαγόταν νέα δίκη κατ’ αντιμωλία και η επιβολή ποινής θα εξαρτιόταν από την έκβαση της δίκης αυτής.
Μετά την έκδοση της απόφασης του στρατοδικείου δεν κινήθηκε κατά του K. Bourquain καμία άλλη ποινική διαδικασία στη Γαλλία ή στην Αλγερία. Το 2002 η εισαγγελία του Regensburg άρχισε να προβαίνει στις αναγκαίες ενέργειες προκειμένου να δικαστεί ο K. Bourquain στη Γερμανία για το έγκλημα που είχε τελεστεί στην Αλγερία.
Όταν κινήθηκε η νέα διαδικασία στη Γερμανία, η ποινή που είχε επιβληθεί το 1961 δεν ήταν πλέον εκτελεστή στη Γαλλία, αφενός επειδή είχε παραγραφεί και αφετέρου επειδή η χώρα αυτή είχε εκδώσει νόμο για τη χορήγηση αμνηστίας για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν σε σχέση με τα γεγονότα της Αλγερίας.
Το Landgericht Regensburg, ενώπιον του οποίου κινήθηκε η νέα δίκη, έχει όμως αμφιβολίες σχετικά με τη νομιμότητα της νέας ποινικής διαδικασίας. Το εν λόγω γερμανικό δικαστήριο ζήτησε από το ΔΕΚ να αποφανθεί σχετικά με την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem εντός του χώρου Σένγκεν.
Η αρχή αυτή απαγορεύει την άσκηση κατά του προσώπου που έχει δικαστεί αμετάκλητα εντός ενός κράτους του χώρου Σένγκεν ποινικής δίωξης για τα ίδια πραγματικά περιστατικά σε άλλο κράτος στην περίπτωση, μεταξύ άλλων, που η ποινή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί.
Το Δικαστήριο διευκρίνισε καταρχάς ότι η ερήμην καταδίκη μπορεί καταρχήν επίσης να συνιστά δικονομικό κώλυμα για την κίνηση νέας ποινικής δίκης για τα ίδια πραγματικά περιστατικά.
Στη συνέχεια το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η απόφαση που εκδόθηκε το 1961 ερήμην του ενδιαφερόμενου είναι αμετάκλητη, μολονότι δεν είναι δυνατή η άμεση εκτέλεση της ποινής, αφού, κατά το δικονομικό δίκαιο, είναι αναγκαία η διεξαγωγή νέας δίκης σε περίπτωση επανεμφάνισης του καταδικασθέντος.
Ομοίως, το Δικαστήριο απορρίπτει την άποψη ότι, για να ισχύσει η αρχή ne bis in idem, η ποινή πρέπει να μπορούσε να εκτιθεί τουλάχιστον κατά την ημερομηνία έκδοσης της καταδικαστικής απόφασης, και αποφαίνεται ότι το κρίσιμο στοιχείο είναι να μην μπορεί πλέον να εκτιθεί η ποινή κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο κινείται η νέα ποινική διαδικασία.
Κατά το Δικαστήριο, η ορθότητα της ερμηνείας αυτής αποδεικνύεται από τον σκοπό του κεκτημένου του Σένγκεν, ο οποίος συνίσταται στην αποφυγή του ενδεχομένου να ασκείται ποινική δίωξη για τα ίδια πραγματικά περιστατικά στο έδαφος περισσότερων του ενός κρατών μελών κατά ορισμένου προσώπου λόγω του ότι έχει ασκήσει το δικαίωμά του για ελεύθερη κυκλοφορία.

Σχόλια