Απόφαση ΔΕΚ για τη χρηματοδότηση κινηματογραφικών ταινιών

0

Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων απεφάνθη ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να υποχρεώσει τους τηλεοπτικούς οργανισμούς να διαθέτουν μέρος των λειτουργικών εσόδων τους για τη χρηματοδότηση ευρωπαϊκών κινηματογραφικών ταινιών και τηλεταινιών.
Η εθνική νομοθεσία μπορεί επίσης να προβλέψει ειδικό ποσοστό χρηματοδότησης για έργα των οποίων η γλώσσα του πρωτοτύπου είναι μια από τις επίσημες γλώσσες του ως άνω κράτους μέλους.
Η ισπανική νομοθεσία που μεταφέρει στην εσωτερική έννομη τάξη την οδηγία για τις τηλεοπτικές μεταδόσεις υποχρεώνει τους τηλεοπτικούς οργανισμούς να διαθέτουν το 5% των λειτουργικών εσόδων τους του προηγουμένου έτους για τη χρηματοδότηση της παραγωγής ευρωπαϊκών κινηματογραφικών ταινιών μεγάλου και μικρού μήκους και τηλεταινιών.
Ποσοστό 60% αυτής της χρηματοδοτήσεως πρέπει να διατίθεται για την παραγωγή έργων των οποίων η γλώσσα του πρωτοτύπου είναι μια από τις επίσημες γλώσσες της Ισπανίας.
Η Unión de Televisiones Comerciales Asociadas (UTECA) προσέφυγε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ισπανίας ζητώντας να μην εφαρμοστεί η ως άνω εθνική νομοθεσία για τον λόγο ότι παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο.
Το δικαστήριο αυτό αποφάσισε να υποβάλει ερώτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προκειμένου να μπορέσει να ελέγξει κατά πόσον η ισπανική νομοθεσία συμβιβάζεται με την οδηγία για τις τηλεοπτικές μεταδόσεις, καθώς και με ορισμένες διατάξεις της Συνθήκης.
Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να προβλέπουν λεπτομερέστερους ή αυστηρότερους κανόνες από αυτούς της οδηγίας. Ωστόσο, η αρμοδιότητα αυτή πρέπει να ασκείται τηρουμένων των θεμελιωδών ελευθεριών που εγγυάται η Συνθήκη.
Το Δικαστήριο διαπιστώνει καταρχάς ότι το μέτρο που έλαβε η Ισπανία, καθόσον προβλέπει ειδικό ποσοστό χρηματοδότησης για έργα των οποίων η γλώσσα του πρωτοτύπου είναι μια από τις επίσημες γλώσσες του ως άνω κράτους μέλους, συνιστά περιορισμό διαφόρων θεμελιωδών ελευθεριών, δηλαδή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, της ελευθερίας εγκαταστάσεως, της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων και της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων.
Εντούτοις, ένας τέτοιος περιορισμός μπορεί να δικαιολογηθεί από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, εφόσον είναι κατάλληλος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια.
Εν προκειμένω, το Δικαστήριο εκτιμά ότι οι πολιτιστικοί λόγοι που αφορούν την προάσπιση της ισπανικής πολυγλωσσίας, στους οποίους στηρίζεται το επίμαχο μέτρο, συνιστούν επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος. Καθόσον το μέτρο εισάγει υποχρέωση επενδύσεως σε κινηματογραφικές ταινίες και τηλεταινίες των οποίων η γλώσσα του πρωτοτύπου είναι μια από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους, είναι κατάλληλο για την επίτευξη του σκοπού αυτού.
Επιπλέον, ένα τέτοιο μέτρο δεν υπερβαίνει τα όρια που είναι αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Το γεγονός ότι ένα γλωσσικό κριτήριο ενδέχεται να αποτελεί πλεονέκτημα για τις επιχειρήσεις που τυγχάνουν χρηματοδότησης, οι οποίες είναι στην πλειονότητά τους επιχειρήσεις κινηματογραφικών παραγωγών εγκατεστημένες στο κράτος μέλος αυτό, δεν συνιστά από μόνο του απόδειξη του δυσανάλογου χαρακτήρα του επίμαχου μέτρου, διότι άλλως θα καθίστατο κενή περιεχομένου η αναγνώριση, ως επιτακτικού λόγου γενικού συμφέροντος, του επιδιωκόμενου από ένα κράτος μέλος σκοπού να προασπίσει και να προωθήσει μία ή περισσότερες από τις ως άνω επίσημες γλώσσες.
Το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει μέτρο που λαμβάνει κράτος μέλος, με το οποίο οι τηλεοπτικοί οργανισμοί υποχρεώνονται να διαθέτουν το 5% των λειτουργικών εσόδων τους για την προχρηματοδότηση ευρωπαϊκών κινηματογραφικών ταινιών και τηλεταινιών καθώς και, ειδικότερα, το 60% αυτού του 5% για έργα των οποίων η γλώσσα του πρωτοτύπου είναι μια από τις επίσημες γλώσσες του ως άνω κράτους μέλους.
Όσον αφορά το κατά πόσον συμβιβάζεται ένα τέτοιο μέτρο με τη νομοθεσία για τις κρατικές ενισχύσεις, το Δικαστήριο, έχοντας υπενθυμίσει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί η χρηματοδότηση προκειμένου να χαρακτηρισθεί ως κρατική ενίσχυση, διαπιστώνει ότι εν προκειμένω το πλεονέκτημα το οποίο παρέχει το επίμαχο μέτρο στην κινηματογραφική βιομηχανία δεν χορηγείται απευθείας από το κράτος ή από δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς τους οποίους έχει ορίσει ή ιδρύσει το κράτος αυτό.
Ειδικότερα, το πλεονέκτημα αυτό είναι απόρροια μιας γενικής ρυθμίσεως η οποία δεσμεύει όλους τους οργανισμούς, ανεξαρτήτως του αν είναι δημόσιοι ή ιδιωτικοί. Επιπλέον, καθόσον το επίμαχο μέτρο εφαρμόζεται σε δημόσιους τηλεοπτικούς οργανισμούς, δεν προκύπτει ότι το οικείο πλεονέκτημα υπόκειται στον έλεγχο που ασκείται από τις δημόσιες αρχές στους ως άνω οργανισμούς ή στις οδηγίες που δίνονται από τις εν λόγω αρχές.
Το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι τα μέτρα που λαμβάνονται εν προκειμένω δεν συνιστούν κρατική ενίσχυση υπέρ της κινηματογραφικής βιομηχανίας.

Σχόλια