Απόφαση ΔΕΚ για τις άδειες οδήγησης

0

Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων απεφάνθη ότι η Γερμανία οφείλει κατ’ αρχήν να αναγνωρίζει τις τσεχικές άδειες οδήγησης που χορηγούνται στους υπηκόους της μετά την αφαίρεση της γερμανικής τους άδειας.

Εντούτοις, η Γερμανία μπορεί να αρνηθεί να αναγνωρίσει τις άδειες αυτές, αν από την τσεχική άδεια ή από άλλες πληροφορίες προερχόμενες από τη Δημοκρατία της Τσεχίας προκύπτει ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως των αδειών αυτών, οι υπήκοοί της δεν είχαν την κανονική διαμονή τους στη Δημοκρατία της Τσεχίας.

Δυνάμει κοινοτικής οδηγίας, τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν αμοιβαίως τις άδειες οδηγήσεως που εκδίδουν. Σύμφωνα με την οδηγία αυτή, ο κάτοχος άδειας οδηγήσεως πρέπει, κατά την έκδοσή της, να έχει την κανονική διαμονή του στο κράτος μέλος που την εκδίδει. Επιπλέον, ο κάτοχος πρέπει να έχει επιτύχει σε δοκιμασία ελέγχου των ικανοτήτων και της συμπεριφοράς και σε δοκιμασία ελέγχου των γνώσεων, καθώς και να πληροί ορισμένα προαπαιτούμενα υγείας.

Στην περίπτωση αφαιρέσεως της άδειας οδηγήσεως στη Γερμανία, το δικαίωμα χρήσεως στη χώρα αυτή νέας άδειας, που έχει χορηγηθεί στον ίδιο κάτοχο από άλλο κράτος μέλος, χορηγείται κατόπιν αιτήσεώς του, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν εκλείψει οι λόγοι που δικαιολόγησαν την αφαίρεση.

Πολλοί Γερμανοί υπήκοοι, από τους οποίους οι γερμανικές αρχές αφαίρεσαν την άδεια οδηγήσεως διότι οδηγούσαν υπό την επήρεια οινοπνεύματος ή ναρκωτικών, μετέβησαν, κατά τα έτη 2004 και 2005, στη Δημοκρατία της Τσεχίας, προκειμένου να αποκτήσουν τσεχική άδεια οδηγήσεως.

Ορισμένοι κατοικούσαν στη Γερμανία κατά την έκδοση της τσεχικής άδειάς τους, όπως προκύπτει από στοιχεία που αναγράφονταν στις άδειες αυτές. Μολονότι, κατά τον χρόνο εκείνο, δεν τους απαγορευόταν να ζητήσουν νέα άδεια στη Γερμανία, εντούτοις, τα πρόσωπα αυτά δεν κατόρθωσαν να πληρούν μια επιπλέον προϋπόθεση που επιβάλλει το γερμανικό δίκαιο για την εκ νέου χορήγηση άδειας οδηγήσεως: κάθε πρόσωπο από το οποίο έχει αφαιρεθεί η άδεια διότι οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος ή ναρκωτικών οφείλει να προσκομίσει στην αρμόδια αρχή ιατρική-ψυχολογική γνωμάτευση που να αποδεικνύει ότι εξέλιπαν οι λόγοι που δικαιολόγησαν την αφαίρεση.

Επειδή οι εν λόγω οδηγοί δεν προσκόμισαν τέτοια γνωμάτευση, οι γερμανικές αρχές τους αφαίρεσαν το δικαίωμα να κάνουν χρήση της τσεχικής άδειάς τους οδηγήσεως επί γερμανικού εδάφους. Οι σχετικές διοικητικές αποφάσεις προσβλήθηκαν ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων, τα οποία ανέλαβαν να εξετάσουν τη νομιμότητά τους.

Τα δικαστήρια αυτά ερωτούν το Δικαστήριο σχετικά με την έκταση της δυνατότητας των κρατών μελών να αρνούνται την αναγνώριση στο έδαφός τους των αδειών οδηγήσεως που έχουν εκδοθεί από άλλα κράτη μέλη.

Με τη σημερινή του απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι, κατά κανόνα, κάθε κράτος μέλος οφείλει να αναγνωρίζει, χωρίς καμιά προηγούμενη διατύπωση, τις άδειες οδηγήσεως που εκδίδονται από άλλο κράτος μέλος, ακόμη και αν αυτό το τελευταίο δεν επιβάλλει τα ίδια προαπαιτούμενα με το πρώτο, όσον αφορά την ιατρική εξέταση που επιτρέπει την απόκτηση της άδειας.

Το Δικαστήριο σημειώνει ότι στο κράτος μέλος εκδόσεως εναπόκειται να διαπιστώσει αν πληρούνται οι ελάχιστες προϋποθέσεις που επιβάλλει η οδηγία για την απόκτηση άδειας οδηγήσεως.

Κατά συνέπεια, η κατοχή άδειας οδηγήσεως που έχει χορηγηθεί από κράτος μέλος πρέπει, κατ’ αρχήν, να θεωρείται ως απόδειξη ότι ο κάτοχος της άδειας αυτής πληρούσε, κατά τον χρόνο εκδόσεώς της, τις προϋποθέσεις αυτές.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει, ωστόσο, ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να αρνηθεί σε πρόσωπο στο οποίο έχει επιβάλει μέτρο αφαιρέσεως της άδειας οδηγήσεως, συνοδευόμενο από απαγόρευση αιτήσεως νέας άδειας επί ορισμένο χρονικό διάστημα, την αναγνώριση νέας άδειας οδηγήσεως που εκδόθηκε από άλλο κράτος μέλος κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου απαγορεύσεως.

Αντιθέτως, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να αρνηθεί την αναγνώριση νέας άδειας οδηγήσεως που εκδόθηκε από άλλο κράτος μέλος, σε χρόνο κατά τον οποίον δεν απαγορευόταν στον ενδιαφερόμενο να ζητήσει νέα άδεια, για τον λόγο ότι ο κάτοχός της δεν έχει υποβληθεί στις προϋποθέσεις που απαιτούνται στο πρώτο κράτος μέλος για τη χορήγηση νέας άδειας μετά την αφαίρεση προηγούμενης, μεταξύ των οποίων και ο έλεγχος της ικανότητας οδηγήσεως, προκειμένου να πιστοποιηθεί ότι εξέλιπαν οι λόγοι που δικαιολόγησαν την εν λόγω αφαίρεση.

Επιπλέον, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, για λόγους ασφάλειας της οδικής κυκλοφορίας, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν τις εθνικές τους διατάξεις περί αφαιρέσεως του δικαιώματος οδηγήσεως σε κάθε κάτοχο άδειας που έχει την κανονική διαμονή του στο έδαφός τους. Εντούτοις, η δυνατότητα αυτή μπορεί να ασκηθεί μόνο λόγω συμπεριφοράς του ενδιαφερομένου που σημειώθηκε μετά την απόκτηση της εκδοθείσας από άλλο κράτος μέλος άδειας οδηγήσεως.

Τέλος, το Δικαστήριο τονίζει, πάντως, ότι η προϋπόθεση της μοναδικής διαμονής εγγυάται την οδική ασφάλεια, καθόσον είναι απαραίτητη για να ελεγχθεί αν πληρούται η προϋπόθεση της ικανότητας οδηγήσεως.

Κατά το μέτρο στο οποίο είναι δυνατό να αποδειχθεί, στις παρούσες υποθέσεις, όχι βάσει των πληροφοριών που προέρχονται από τις γερμανικές αρχές, αλλά βάσει ενδείξεων που αναγράφονται στις ίδιες τις τσεχικές άδειες ή αδιαμφισβήτητων στοιχείων που προέρχονται από τη Δημοκρατία της Τσεχίας, ότι η προϋπόθεση της διαμονής δεν πληρούνταν, η Γερμανία μπορεί να αρνηθεί την αναγνώριση στο έδαφός της του δικαιώματος οδηγήσεως που απορρέει από τις επίδικες τσεχικές άδειες οδηγήσεως.

Σχόλια