ΔΕΕ: Υποχρεωτική η θεώρηση για την είσοδο των Τούρκων υπηκόων στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης

0

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), απαντώντας σε προδικαστικό ερώτημα της γερμανικής δικαιοσύνης, διευκρίνισε, ότι οι Τούρκοι υπήκοοι δεν έχουν δικαίωμα να εισέρχονται χωρίς θεώρηση στο έδαφος κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να λάβουν εκεί υπηρεσίες.

Η υπόθεση αφορά στην τουρκικής ιθαγένειας L.E Demirkan, η οποία έπειτα από την άρνηση των γερμανικών αρχών να της χορηγήσουν θεώρηση, ώστε να επισκεφτεί τον πατριό της στη Γερμανία, προσέφυγε στα γερμανικά δικαστήρια, επικαλούμενη ρήτρα του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμφωνίας για τη Σύνδεση ΕΟΚ-Τουρκίας, του 1963.

Αντικείμενο της Συμφωνίας αυτής ήταν η προαγωγή της συνεχούς και ισόρροπης ενισχύσεως των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, με σκοπό να βελτιωθεί το βιοτικό επίπεδο του τουρκικού λαού και να διευκολυνθεί μεταγενέστερα η προσχώρηση της Τουρκίας στην Κοινότητα. Στην ίδια συμφωνία προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να εμπνέονται από τα άρθρα της Συνθήκης ΕΟΚ, σχετικά με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών μεταξύ των κρατών-μελών, για την κατάργηση των μεταξύ τους περιορισμών στην ελευθερία αυτή.
Το Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Συμφωνίας, το οποίο υπογράφηκε το 1970, περιλαμβάνει ρήτρα «standstill» η οποία απαγορεύει στα συμβαλλόμενα κράτη να επιβάλλουν νέους περιορισμούς στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, από την έναρξη της ισχύος του.

Κατά τους ισχυρισμούς της Demirkan η ρήτρα αυτή δεν επιτρέπει την επιβολή νέων περιορισμών, όπως υποχρεώσεως θεωρήσεως, όχι μόνον έναντι εκείνων που επιθυμούν να προσφέρουν υπηρεσίες ( «ενεργητική» ελευθερία παροχής υπηρεσιών), αλλά και έναντι εκείνων που επιθυμούν να λάβουν εκεί υπηρεσίες («παθητική» ελευθερία παροχής υπηρεσιών). Η Demirkan υποστήριξε, ότι, στο βαθμό που μια οικογενειακή επίσκεψη στη Γερμανία εμπεριέχει τη δυνατότητα λήψεως υπηρεσιών εκεί, πρέπει η ίδια να θεωρηθεί, ως δυνητικώς έχουσα το δικαίωμα λήψεως υπηρεσιών.

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ωστόσο, απαντώντας σε σχετικό προσδικαστικό ερώτημα του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου του Βερολίνου, διαπίστωσε, ότι η έννοια της «ελεύθερης παροχής υπηρεσιών», όπως νοείται στη ρήτρα «standstill» του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου δεν καλύπτει την παθητική ελευθερία παροχής υπηρεσιών, δηλαδή την ελευθερία των Τούρκων υπηκόων, να μεταβαίνουν σε κράτος-μέλος ως αποδέκτες υπηρεσιών.

 Σύμφωνα με την απόφαση, παρότι η ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών, όπως την εγγυώνται οι Συνθήκες της Ένωσης, καλύπτει και την παθητική ελευθερία παροχής υπηρεσιών για τους υπηκόους των κρατών-μελών, λόγω των θεμελιωδών διαφορών που υπάρχουν μεταξύ των Συνθηκών της Ένωσης, αφενός, και της Συμφωνίας Συνδέσεως καθώς και του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της, αφετέρου, ως προς τον σκοπό και το περιεχόμενό τους, η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή στην υπό κρίση περίπτωση.

Συγκεκριμένα, σε αντίθεση με τις Συνθήκες της Ένωσης, η Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ–Τουρκίας επιδιώκει σκοπό αποκλειστικά οικονομικό, καθώς η Συμφωνία Συνδέσεως και το Πρόσθετο Πρωτόκολλό της αποσκοπούν κυρίως στην προώθηση της οικονομικής αναπτύξεως της Τουρκίας. Η ανάπτυξη των οικονομικών ελευθεριών ώστε να επιτρέπεται εν γένει ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων η οποία να είναι παρεμφερής με εκείνη που εφαρμόζεται σύμφωνα με τις Συνθήκες της Ένωσης στους πολίτες της Ένωσης, δεν αποτελεί σκοπό της Συμφωνίας Συνδέσεως.
Τέλος, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη στη Συμφωνία Συνδέσεως και στο Πρόσθετο Πρωτόκολλο εννοούσαν, κατά την υπογραφή τους την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, ως περιλαμβάνουσα και την παθητική ελευθερία παροχής υπηρεσιών.
 

Σχόλια