ΔΕΚ: Απόφαση επί της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει»

0

Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων απεφάνθη ότι η αρχή ο ρυπαίνων πληρώνει επιτάσσει την ανάληψη του κόστους για τη διάθεση των απόβλητων που προκαλεί ναυάγιο δεξαμενόπλοιου.

Η απαιτούμενη, σύμφωνη προς το άρθρο 15 αυτής, μεταφορά της οδηγίας «περί αποβλήτων» στο εσωτερικό δίκαιο έχει ενδεχομένως ως συνέπεια ότι ο παραγωγός του γενεσιουργού της ρυπάνσεως προϊόντος φέρει το κόστος για τη διάθεση των αποβλήτων που προκάλεσε η τυχαία απόρριψη υδρογονανθράκων στη θάλασσα.

Η ιταλική εταιρία ENEL συνήψε με την Total International Ltd σύμβαση προμηθείας βαρέος μαζούτ και μεταφοράς του από το λιμάνι της Δουνκέρκης (Γαλλία) στο λιμάνι του Μιλάτζο (Ιταλία).

Σε εκτέλεση της ανωτέρω συμβάσεως, η Total raffinage distribution, την οποία διαδέχθηκε η Total France SA, πώλησε το βαρύ μαζούτ στην Total International Ltd, η οποία ναύλωσε το υπό σημαία Μάλτας δεξαμενόπλοιο Erika.

Στις 12 Δεκεμβρίου 1999 το Erika βυθίστηκε στα ανοικτά των ακτών της Βρετάνης, αφού προηγουμένως απέρριψε τμήμα του φορτίου και των δεξαμενών του στη θάλασσα προκαλώντας ρύπανση στις γαλλικές ακτές του Ατλαντικού.

Κατά των εταιριών του ομίλου Total ο Δήμος Mesquer άσκησε αγωγή με αντικείμενο την απόδοση των δαπανών που οφείλονταν στις πράξεις καθαρισμού και απορρυπάνσεως των παραλίων του, βάσει της οδηγίας «περί αποβλήτων». Κατά τον ενάγοντα Δήμο, οι ανωτέρω εταιρίες Total International Ltd και Total France όφειλαν, ως εκ τούτου, υπό την ιδιότητά τους ως «προηγούμενων κατόχων» ή ως «παραγωγού του γενεσιουργού της ρυπάνσεως προϊόντος», να φέρουν το βάρος της διαθέσεως των απορριφθέντων τυχαίως στη θάλασσα και μετατραπέντων σε απόβλητα, κατά την έννοια της οδηγίας, υδρογονανθράκων.

Προκειμένου να αποφανθεί επί της αιτήσεως αναιρέσεως της οποίας επελήφθη συναφώς, το Ακυρωτικό Δικαστήριο της Γαλλίας υπέβαλε στο ΔΕΚ ερωτήματα που αφορούν την ερμηνεία των εφαρμοστέων κοινοτικών διατάξεων.

Επί του ερωτήματος αν το απορριφθέν τυχαίως στη θάλασσα κατόπιν ναυαγίου βαρύ μαζούτ πρέπει να χαρακτηριστεί ως απόβλητο κατά την έννοια της οδηγίας το Δικαστήριο εκτιμά ότι το μεταφερόμενο με πλοίο βαρύ μαζούτ δεν συνιστά «απόβλητο» εφόσον αποτελεί αντικείμενο εκμεταλλεύσεως ή εμπορίας υπό οικονομικώς συμφέροντες όρους και δύναται να χρησιμοποιηθεί στην πράξη ως καύσιμο, χωρίς να απαιτεί προηγούμενη πράξη μεταποιήσεως.

Πάντως, παρόμοιοι υδρογονάνθρακες που απορρίφθηκαν κάτω από συνθήκες ναυαγίου, αναμειχθέντες με ύδωρ ή και ιζήματα και παρασυρθέντες κατά μήκος των ακτών κράτους μέλους όπου και κατέληξαν, πρέπει να θεωρούνται ως ουσίες τις οποίες ο κάτοχός τους δεν είχε την πρόθεση να παραγάγει και τις οποίες απορρίπτει, αν και ακουσίως, επ’ ευκαιρία της μεταφοράς τους, μολονότι πρέπει να χαρακτηριστούν ως απόβλητα κατά την έννοια της οδηγίας.

Επί του ερωτήματος αν, σε περίπτωση ναυαγίου ενός δεξαμενοπλοίου, ο παραγωγός του απορριφθέντος στη θάλασσα βαρέος μαζούτ και/ή ο πωλητής αυτού και ναυλωτής του πλοίου που μετέφερε την επίμαχη ουσία οφείλουν ενδεχομένως να φέρουν το συνδεόμενο με τη διάθεση των ούτω προκληθέντων αποβλήτων κόστος, τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία η απορριφθείσα στη θάλασσα ουσία μεταφέρθηκε από τρίτο, εν προκειμένω τον δια θαλάσσης μεταφορέα το Δικαστήριο υπενθυμίζει κατ’ αρχάς ότι, υπό περιστάσεις όπως αυτές της κύριας δίκης, η οδηγία «περί αποβλήτων» προβλέπει ότι, σύμφωνα με την αρχή ο ρυπαίνων πληρώνει, το κόστος της διαθέσεως των αποβλήτων πρέπει να φέρουν οι «προγενέστεροι κάτοχοι» ή ο «παραγωγός του γενεσιουργού των αποβλήτων προϊόντος».

Σε περίπτωση ναυαγίου, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι ο πλοιοκτήτης που μεταφέρει τους υδρογονάνθρακες βρίσκεται στην κατοχή τους αμέσως πριν αυτοί καταστούν απόβλητα. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ο πλοιοκτήτης θεωρείται ενδεχομένως ως έχων παραγάγει τα εν λόγω απόβλητα και χαρακτηρίζεται ως «κάτοχος» κατά την έννοια της οδηγίας.

Εντούτοις, ο εθνικός δικαστής, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που μόνον ο ίδιος είναι σε θέση να κρίνει, δύναται να εκτιμήσει ότι ο πωλητής των υδρογονανθράκων αυτών και ναυλωτής του πλοίου που τους μεταφέρει «παρήγαγε απόβλητα», εφόσον ο ίδιος δικαστής διαπιστώνει ότι ο ανωτέρω πωλητής-ναυλωτής συνέτεινε στον κίνδυνο επελεύσεως της ρυπάνσεως που προκάλεσε το συγκεκριμένο ναυάγιο, ειδικότερα αν παρέλειψε να λάβει τα σκοπούντα στην πρόληψη παρόμοιου περιστατικού μέτρα, όπως τα αφορώντα την επιλογή του πλοίου.

Το Δικαστήριο έκρινε συναφώς ότι δεν προσκρούει στην οδηγία «περί αποβλήτων» το να προβλέπουν τα κράτη μέλη, κατ’ εφαρμογή των συμβάσεων περί αστικής ευθύνης και FIPOL, περιορισμούς και απαλλαγές από την ευθύνη τους υπέρ του πλοιοκτήτη και του ναυλωτή, καθώς και την ίδρυση ταμείου όπως το διεθνές ταμείο αποζημιώσεως ζημιών εκ ρυπάνσεως από πετρέλαιο (FIPOL).

Πάντως, αν το FIPOL δεν αναλαμβάνει ή καθίσταται αδύνατο να αναλάβει το κόστος διαθέσεως των αποβλήτων και αν, κατ’ εφαρμογή των προβλεπόμενων περιορισμών και/ή απαλλαγών από την ευθύνη, το εθνικό δίκαιο κράτους μέλους, συμπεριλαμβανομένου του απορρέοντος από διεθνείς συμβάσεις δικαίου, δεν επιτρέπει το κόστος αυτό να φέρει ο πλοιοκτήτης και ο ναυλωτής του πλοίου, μολονότι οι ανωτέρω πρέπει να λογίζονται ως «κάτοχοι», το συγκεκριμένο εθνικό δίκαιο θα πρέπει να προβλέπει τη δυνατότητα το κόστος να φέρει ο «παραγωγός του γενεσιουργού των ούτως απορριφθέντων αποβλήτων προϊόντος».

Εντούτοις, σύμφωνα με την αρχή ο ρυπαίνων πληρώνει, ο συγκεκριμένος παραγωγός οφείλει ενδεχομένως να φέρει το κόστος αυτό μόνον εφόσον, λόγω της δραστηριότητάς του, συνέτεινε στον κίνδυνο επελεύσεως της ρυπάνσεως που προκάλεσε το ναυάγιο του πλοίου.

Σχόλια