ΔΕΚ: Η Γαλλία γλίτωσε πρόστιμο για την υπόθεση των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών

0

Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καταδίκασε τη Γαλλία να καταβάλει κατ’ αποκοπή ποσό για το λόγο ότι δεν εκτέλεσε εγκαίρως απόφαση περί διαπιστώσεως παραβάσεως την οποία εξέδωσε το ΔΕΚ το 2004, σε υπόθεση για γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς (γτο).

Λόγω των περιστάσεων της υποθέσεως αυτής, το ύψος του κατ’ αποκοπή ποσού ορίζεται στα 10 εκατομμύρια ευρώ.

Το 2004, κατόπιν προσφυγής της Επιτροπής, το Δικαστήριο έκρινε ότι η Γαλλία παραβίασε το κοινοτικό δίκαιο λόγω μη μεταφοράς στο εσωτερικό της δίκαιο, το αργότερο στις 17 Οκτωβρίου 2002, της οδηγίας για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον (ΓΤΟ).

Μετά την εκ μέρους της Επιτροπής άσκηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου λόγω μη εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής, οι γαλλικές αρχές θέσπισαν, στις 15 και 19 Μαρτίου 2007, σχετικά εθνικά μέτρα μεταφοράς ενώ ψήφισαν, εν συνεχεία, τον νόμο της 25ης Ιουνίου 2008 σχετικά με τους ΓΤΟ.

Αφού εξέτασε τα κείμενα αυτά, η Επιτροπή ενημέρωσε το Δικαστήριο, με έγγραφο της 30ής Ιουλίου 2008, ότι θεωρεί ότι τα εν λόγω εθνικά μέτρα εξασφαλίζουν την πλήρη μεταφορά της οδηγίας 2001/18 και, ως εκ τούτου, την πλήρη εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου.

Με το ίδιο έγγραφο, η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι το αίτημά της να υποχρεωθεί η Γαλλική Δημοκρατία να καταβάλει χρηματική ποινή στερείται, επομένως, αντικειμένου. Αντιθέτως, η Επιτροπή ενέμεινε στο αίτημά της να υποχρεωθεί η Γαλλία να καταβάλει κατ’ αποκοπή ποσό.

Το Δικαστήριο κρίνει ότι κρίσιμος χρόνος για να εκτιμηθεί η ύπαρξη της παραβάσεως είναι ο Φεβρουάριος 2006, ημερομηνία κατά την οποία έληξε η ταχθείσα με την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής προθεσμία και ότι είναι προφανές ότι, κατ’ αυτήν την ημερομηνία λήξης, η Γαλλία δεν είχε λάβει, εξαιρουμένης της ψήφισης ενός διατάγματος, κανένα από τα μέτρα εκτέλεσης της αρχικής αποφάσεως του 2004.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, κατά πάγια νομολογία, η διαδικασία που προβλέπει η Συνθήκη 4, σκοπό έχει να παρακινεί το παραβαίνον κράτος μέλος να εκτελέσει την αρχική απόφαση με την οποία διαπιστώθηκε παράβαση προκειμένου να εξασφαλίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Αμφότερες οι χρηματικές κυρώσεις που προβλέπει η Συνθήκη, ήτοι το κατ’ αποκοπή ποσό και η χρηματική ποινή, επιδιώκουν τον ίδιο αυτό σκοπό.

Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η επιβολή κατ’ αποκοπή ποσού δεν πρέπει να χωρεί αυτομάτως αλλά ότι εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά της διαπιστωθείσας παραβάσεως και από τη συμπεριφορά του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους. Στους παράγοντες που ασκούν συναφώς επιρροή συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, τα διακυβευόμενα ιδιωτικά και δημόσια συμφέροντα και το χρονικό διάστημα κατά το οποίο διήρκεσε η παράβαση και το οποίο παρήλθε από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως που διαπίστωσε αρχικά την παράβαση αυτή.

Το Δικαστήριο επισημαίνει, πρώτον, ότι η εκ μέρους της Γαλλίας επαναλαμβανόμενη παραβατική συμπεριφορά, στον τομέα των ΓΤΟ, μπορεί να απαιτήσει τη λήψη ενός αποτρεπτικού μέτρου όπως είναι η επιβολή κατ’ αποκοπή ποσού.

Δεύτερον, το Δικαστήριο εστιάζει στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο διήρκεσε η παράβαση και το οποίο παρήλθε από την ημερομηνία δημοσίευσης της αρχικής αποφάσεως της 15ης Ιουλίου 2004, το οποίο ουδόλως μπορεί να δικαιολογηθεί εν προκειμένω, δεδομένου ότι η Γαλλία δεν μπορεί να επικαλείται εσωτερικές δυσχέρειες για να αποφύγει την εκπλήρωση των κοινοτικών υποχρεώσεών της.

Τρίτον, το Δικαστήριο διαπιστώνει τη σοβαρότητα της παράβασης ιδιαίτερα ως προς την επίδρασή της στα εμπλεκόμενα δημόσια και ιδιωτικά συμφέροντα, δεδομένου ότι στόχος της οδηγίας είναι η προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών στον τομέα της διάθεσης στην αγορά ΓΤΟ και της σκόπιμης ελευθέρωσής τους στο περιβάλλον, η προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος καθώς και η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές δικαιολογούν επομένως την επιβολή κατ’ αποκοπή ποσού.
Ωστόσο, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ορισμένες περιστάσεις για τον καθορισμό του ύψους του κατ’ αποκοπή ποσού.

Συναφώς, το Δικαστήριο κρίνει, μεταξύ άλλων, ότι, παρά την καθυστέρηση με την οποία ελήφθησαν, τα εκτελεστικά μέτρα του Μαρτίου 2007 εξασφάλισαν την απολύτως συνεπή μεταφορά της οδηγίας –καθόσον μόνον τρεις διατάξεις της οδηγίας αυτής εξακολουθούσαν, κατά την Επιτροπή, να μην έχουν μεταφερθεί πλήρως μέχρι τις 27 Ιουνίου 2008 στο εσωτερικό δίκαιο– και ότι δεν αποδείχτηκε ότι οι γαλλικές αρχές παρέβησαν την υποχρέωση ειλικρινούς συνεργασίας που υπέχουν.
Επομένως, ο καθορισμός στα 10 εκατομμύρια ευρώ του κατ’ αποκοπή ποσού που θα πρέπει να καταβάλει η Γαλλία έγινε κατά δίκαιη εκτίμηση των περιστάσεων της προκειμένης υπόθεσης.

Σχόλια