Διευκρινίσεις για την απόλυση εργαζομένων λόγω συνταξιοδότησης

0

Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων διευκρίνισε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν την απόλυση εργαζομένων λόγω συνταξιοδότησης.
Μια εθνική νομοθεσία μπορεί να προβλέπει γενικά ότι το είδος αυτό διαφορετικής μεταχειρίσεως που στηρίζεται στην ηλικία δικαιολογείται αν αποτελεί σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας μέσο προς επίτευξη θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής ο οποίος συνδέεται με την εργασιακή πολιτική, την αγορά εργασίας ή την επαγγελματική κατάρτιση.
Η οδηγία 2000/78 απαγορεύει τις δυσμενείς διακρίσεις που στηρίζονται στην ηλικία στον τομέα της απασχολήσεως. Όλως εξαιρετικώς, προβλέπει ότι ορισμένες περιπτώσεις διαφορετικής μεταχειρίσεως που στηρίζονται στην ηλικία δεν αποτελούν δυσμενή διάκριση όταν δικαιολογούνται αντικειμενικά και λογικά από θεμιτούς σκοπούς, όπως είναι οι συνδεόμενοι με την πολιτική στον τομέα της απασχολήσεως, της αγοράς εργασίας ή της επαγγελματικής καταρτίσεως.
Επιπλέον, τα μέσα προς επίτευξη του οικείου σκοπού πρέπει να είναι πρόσφορα και αναγκαία. Η οδηγία απαριθμεί ορισμένες περιπτώσεις διαφορετικής μεταχειρίσεως που μπορούν να δικαιολογούνται.
Ο βρετανικός νόμος που μεταφέρει στην εθνική έννομη τάξη την οδηγία προβλέπει ότι οι υπάλληλοι που συμπληρώνουν τη συνήθη ηλικία συνταξιοδοτήσεως που καθορίζει ο εργοδότης ή, διαφορετικά, την ηλικία των 65 ετών μπορούν να απολύονται λόγω της συνταξιοδοτήσεώς τους, χωρίς τούτο να μπορεί να θεωρηθεί ως δυσμενής διάκριση.
Ο νόμος προβλέπει ορισμένα κριτήρια προς εξακρίβωση του ότι ο λόγος που δικαιολογεί την απόλυση είναι η συνταξιοδότηση, επιβάλλει δε την τήρηση μιας συγκεκριμένης διαδικασίας. Για τους εργαζομένους ηλικίας κάτω των 65 ετών, ο νόμος δεν περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις και περιορίζεται στη διατύπωση της αρχής κατά την οποία κάθε δυσμενής διάκριση που στηρίζεται στην ηλικία είναι παράνομη, εκτός αν ο εργοδότης μπορεί να αποδείξει ότι πρόκειται «για σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας μέσο προς επίτευξη θεμιτού σκοπού».
Το National Council on Ageing (Age Concern England), μια φιλανθρωπική ένωση φροντίδας ηλικιωμένων, αμφισβήτησε τη νομιμότητα της ως άνω ρυθμίσεως με την αιτιολογία ότι δεν αποτελεί ορθή μεταφορά της οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη. Υποστηρίζει ότι η δυνατότητα απολύσεως εργαζομένου ηλικίας 65 ετών και άνω λόγω συνταξιοδοτήσεως αντιβαίνει προς την οδηγία.
Το Ανώτατο Δικαστήριο της Βρετανίας ρώτησε το ΔΕΚ αν η οδηγία επιβάλλει στα κράτη μέλη να προσδιορίζουν με τη μορφή καταλόγου τις διάφορες περιπτώσεις διαφορετικής μεταχειρίσεως που μπορούν να δικαιολογούνται και αν εμποδίζει την εφαρμογή νομοθεσίας η οποία περιορίζεται στο να προβλέψει, γενικά, ότι μια διαφορετική μεταχείριση που στηρίζεται στην ηλικία δεν συνιστά δυσμενή διάκριση αν αποτελεί σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας μέσο προς επίτευξη θεμιτού σκοπού.
Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η μεταφορά μιας οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη δεν επιβάλλει πάντοτε την κατά γράμμα επανάληψη των διατάξεών της με ρητή και συγκεκριμένη διάταξη νόμου. Εν προκειμένω, η οδηγία δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη να καταρτίσουν έναν ειδικό κατάλογο των περιπτώσεων διαφορετικής μεταχειρίσεως τις οποίες δικαιολογεί ενδεχομένως κάποιος θεμιτός σκοπός.
Εντούτοις, αν δεν υπάρχει τέτοια διευκρίνιση, ο σκοπός που διαπνέει το μέτρο πρέπει να προκύπτει από άλλα στοιχεία του γενικού πλαισίου του συγκεκριμένου μέτρου, ενόψει ασκήσεως δικαστικού ελέγχου ως προς τη νομιμότητά του αλλά και ως προς τον πρόσφορο και αναγκαίο χαρακτήρα των μέσων που εφαρμόζονται προς επίτευξή του.
Το Δικαστήριο σημειώνει ότι οι σκοποί που μπορούν να θεωρηθούν ως «θεμιτοί» κατά την έννοια της οδηγίας και, κατά συνέπεια, ως ικανοί να δικαιολογήσουν μια παρέκκλιση από την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που στηρίζονται στην ηλικία, είναι σκοποί κοινωνικής πολιτικής, όπως εκείνοι που συνδέονται με την πολιτική απασχολήσεως, την αγορά εργασίας ή την επαγγελματική κατάρτιση. Λόγω του αφορώντος το γενικό συμφέρον χαρακτήρα τους, οι θεμιτοί αυτοί σκοποί διακρίνονται από αμιγώς ατομικούς λόγους οι οποίοι συνδέονται ειδικά με την κατάσταση του εργοδότη, όπως είναι η μείωση του κόστους ή η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας.
Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει, αφενός, αν η βρετανική κανονιστική ρύθμιση έχει έναν τέτοιο θεμιτό σκοπό και, αφετέρου, αν τα επιλεγέντα μέσα είναι πρόσφορα και αναγκαία προς επίτευξή του.

Σχόλια