ΕΔΑΔ: Η συνέχιση της κράτησης απεργού πείνας δεν συνιστά παραβίαση της ΕΣΔΑ

0

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, με απόφασή του, έκρινε [Link] ότι η συνέχιση της κράτησης καταδικασθέντος, ο οποίος έχει ξεκινήσει απεργία πείνας και η μη ελαστικοποίηση των μέτρων κράτησης δε συνιστά παραβίαση των διατάξεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, ο Bernard Rappaz, Ελβετός υπήκοος καταδικάσθηκε το 2008 σε ποινή φυλάκισης πέντε ετών και οκτώ μηνών. Δύο χρόνια αργότερα, ξεκίνησε απεργία πείνας προκειμένου να αποφυλακιστεί καθώς, όπως ισχυριζόταν, η καταδίκη στερείτο νομικής βάσης. Στη συνέχεια, βάσει του άρθρου 92 του ελβετικού Ποινικού Κώδικα ζήτησε την αποφυλάκισή του καθώς η κατάσταση της υγείας του είχε επιδεινωθεί λόγω της στέρησης τροφής. Το Συμβούλιο των φυλακών αποφάσισε την αποφυλάκισή του για δεκαπέντε (15) ημέρες. Επιστρέφοντας όμως στη φυλακή συνέχισε την απεργία πείνας. Με δεδομένο ότι η υγεία είχε επιβαρυνθεί, μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο της Γενεύης προκειμένου να εκτίσει ένα μέρος της ποινής του υπό ιατρική επίβλεψη. Όταν επέστρεψε στο κατάστημα κράτησης, ζήτησε εκ νέου την αναστολή της ποινής επικαλούμενος λόγους υγείας. Ενώπιον μάλιστα του Συμβουλίου των φυλακών υποστήριξε ότι το χρονικό διάστημα της απεργίας πείνας ισοδυναμεί με απόπειρα αυτοκτονίας, ισχυρισμός, ο οποίος όμως δε στάθηκε ικανός να πείσει τα μέλη του Συμβουλίου, τα οποία απέρριψαν το αίτημα του κρατούμενου για αποφυλάκιση. Τότε, προσέφυγε ενώπιον του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου, το οποίο αποφάσισε ο B. Rappaz να τεθεί σε κατ’ οίκον κράτηση για όσο χρόνο θα διαρκέσει η δίκη. Σύμφωνα με την εκδοθείσα δικαστική απόφαση, η αίτηση του B. Rappaz απερρίφθη καθώς διαπιστώθηκε ότι παρά την επιδείνωση της υγείας του, δεν ήταν απαραίτητη η διακοπή της εκτέλεσης της ποινής καθώς υπήρχε η δυνατότητα άσκησης πίεσης εκ μέρους των σωφρονιστικών υπαλλήλων προκειμένου αυτός να τραφεί. Η δια εξαναγκασμού σίτιση του κρατουμένου είναι συμβατή με το άρθρο 36 παρ.1 του ελβετικού Συντάγματος, με το οποίο προβλέπεται η δυνατότητα του κράτους να επιβάλει περιορισμούς σε θεμελιώδη δικαιώματα προκειμένου να αποφευχθεί μια σοβαρή, άμεση και επικείμενη απειλή. Ο B. Rappaz επέστρεψε στη φυλακή και ξεκίνησε για άλλη μια φορά απεργία πείνας, η οποία κατέληξε σε μεταφορά του σε νοσοκομείο. Αρνήθηκε οποιαδήποτε πρόσληψη τροφής διεκδικώντας την άμεση αποφυλάκισή του. Οι αρμόδιες υπηρεσίες του υπουργείου Ασφαλείας αρνήθηκαν τη σχετική αίτησή του και επεσήμαναν στους γιατρούς τα προβλεπόμενα στην ανωτέρω δικαστική απόφαση. Στη συνέχεια, έχοντας εξαντλήσει τα εσωτερικά ένδικα μέσα, αφέθηκε σε καθεστώς ημι-ελευθερίας.

Προσέφυγε δε, στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επικαλούμενος παραβίαση των άρθρων 2 (δικαίωμα στη ζωή) και 3 (απαγόρευση των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης μεταχείρισης) της ΕΣΔΑ καθώς, όπως ισχυρίσθηκε, η άρνηση των Αρχών να τον απελευθερώσουν παρά την παρατεταμένη απεργία πείνας έθεσε τη ζωή του σε άμεσο κίνδυνο.

Το ΕΔΑΔ, με την απόφασή του, έκρινε ότι στόχος του B. Rappaz δεν ήταν να θέσει τέλος στη ζωή του αλλά να ασκήσει πίεση στις σωφρονιστικές Αρχές. Επισημάνθηκε μάλιστα ότι οι αρμόδιοι φορείς είχαν αντιληφθεί πλήρως την κρισιμότητα της κατάστασής του και είχαν λάβει όλα τα αναγκαία και κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση των κινδύνων ενώ η πρόθεσή τους για προστασία της ζωής του B. Rappaz δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Συνεπώς, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι παραβιάσθηκε το κατοχυρωμένο από την ΕΣΔΑ δικαίωμά στη ζωή.

Επίσης, το Δικαστήριο έκρινε ότι η επιδείνωση της φυσικής και ψυχολογικής κατάστασης του προσφεύγοντος ήταν άμεση απόρροια της απεργία πείνας. Η δε, συνέχιση της κράτησής του δεν έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ καθώς συνέχιζε να λαμβάνει την αναγκαία ιατρική περίθαλψη και χορήγηση των φαρμάκων και μέσα στο σωφρονιστικό κατάστημα.

Με βάση τα ανωτέρω, το ΕΔΑΔ απέρριψε την αίτησή του ως απαράδεκτη.

Σχόλια