Ευρωπαϊκό Πρωτοδικείο: απόφαση για τις δημόσιες συμβάσεις

0

Προσφεύγουσα στην υπόθεση Τ-232/06 ήταν η ελληνική κοινοπραξία «Ευρωπαϊκή Δυναμική», η οποία ζητούσε την ακύρωση της επιλογής άλλης εταιρείας ως αναδόχου και την επιδίκαση προσήκουσας αποζημίωσης.

Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης είχαν ως εξής: η δραστηριοποιούμενη στον τομέα των συστημάτων πληροφορικής «Ευρωπαϊκή Δυναμική» υπέβαλε υποψηφιότητα στον διαγωνισμό που προκήρυξε η Γενική Διεύθυνση Φορολογίας και Τελωνειακής Ένωσης (TAXUD) με αντικείμενο την εύρεση κατάλληλου αναδόχου για την ανάπτυξη και συντήρηση τελωνειακών συστημάτων πληροφορικής. Όταν η Διεύθυνση ανακοίνωσε την απόφαση επιλογής άλλου επιτυχούς υποψηφίου, η  «Ευρωπαϊκή Δυναμική» –αφού πρώτα ζήτησε διευκρινίσεις και επανεξέταση του ζητήματος από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή- προσέφυγε στο δικαστήριο.

Η προσφεύγουσα ζήτησε ακύρωση της επιλογής λόγω μη τήρησης των διαδικαστικών προϋποθέσεων του ευρωπαϊκού δημοσιονομικού κανονισμού no.2342/2002 (Financial Regulation). Συγκεκριμένα επικαλέστηκε παραβιάσεις των άρθρων 89, 98, 140, 141. Οι ισχυρισμοί αφορούσαν άνιση μεταχείριση λόγω προηγούμενης συμβατικής σχέσης της Επιτροπής με άλλους υποψηφίους, παραβίαση της αρχής της διαφάνειας και χρηστής διοίκησης λόγω της παράτασης προθεσμίας υποβολής προτάσεων κατά 35 ημέρες, σφάλματα και πεπλανημένες εκτιμήσεις των οργάνων της Κομισιόν στις εκθέσεις αξιολόγησης, που αποτέλεσαν κριτήριο για την τελική επιλογή.

Το Πρωτοδικείο απέρριψε κατ’ αρχάς το αίτημα επιδίκασης αποζημίωσης ως απαράδεκτο, εφόσον η προσφεύγουσα ούτε διευκρίνιζε τη φύση της ζημίας, ούτε θεμελίωνε τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ ζημίας και συμμετοχής στο διαγωνισμό. Ως προς το αίτημα ακύρωσης της διαδικασίας, το δικαστήριο απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς, επισημαίνοντας στην αιτιολογία του κάποια σημαντικά στοιχεία που ισχύουν σχετικά με το καθεστώς δημόσιων συμβάσεων (public service contracts) που συνάπτουν τα ευρωπαϊκά όργανα με διάφορες εταιρείες. Έτσι, η παράταση της προθεσμίας κατά 35 μέρες θεωρήθηκε νόμιμη, εφόσον αποτελεί ένα εύλογο και συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για να μπορούν οι υποψήφιοι να προετοιμάσουν καλύτερα τις προτάσεις τους. Εξάλλου, το αρχικό όριο των 52 ημερών που ορίζει ο Κανονισμός είναι ένα ενδεικτικό μίνιμουμ, ενώ η κρίση για τον ορισμό προθεσμίας σχηματίζεται από τα αρμόδια Τμήματα της Επιτροπής διαφορετικά, ως ad hoc αξιολόγηση των ειδικών συνιστωσών κάθε δημόσιας διαγωνισμού. Ως προς τον ισχυρισμό της άνισης μεταχείρισης, το δικαστήριο θεώρησε ότι εκ των πραγμάτων οι υποψήφιοι που είχαν συμβληθεί στο παρελθόν με την Επιτροπή έχουν «εγγενές de facto πλεονέκτημα», το οποίο όμως δεν τους δίνει οποιαδήποτε προνομιακή μεταχείριση, από τη στιγμή που ο διαγωνισμός είναι ανοιχτός και ισχύουν οι ίδιοι όροι για όλους.

Η περίπτωση υποψηφίων, που είχαν ξανασυνεργαστεί με την Επιτροπή σε συμβάσεις με απευθείας ανάθεση, εξηγείται, αν λάβει κάποιος υπόψη τις διαφορετικές ανάγκες των διαφορετικών τμημάτων της Επιτροπής. Επιπλέον, το Δικαστήριο τόνισε ότι οι ίδιες ακριβώς διευκρινίσεις δόθηκαν σε όλους τους υποψηφίους κατά το στάδιο προετοιμασίας των προτάσεων, ανεξαρτήτως του ποιός απηύθυνε την ερώτηση. Τελευταίος ισχυρισμός που προτάθηκε ήταν η άνιση και ελαττωματική αξιολόγηση από τα αρμόδια όργανα. Το Δικαστήριο αρχικά σημείωσε ότι δεν έχει αρμοδιότητα να κρίνει επί της ουσίας την αξιολόγηση της Επιτροπής – η οποία εξάλλου έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια στην επιλογή του καταλληλότερου αναδόχου- και ότι μόνο τυπικές, διαδικαστικές πλημμέλειες μπορεί να ελέγξει. Άρα, απέρριψε τον ισχυρισμό, αφενός διότι οι τυπικοί όροι είχαν εν προκειμένω τηρηθεί –η Επιτροπή είχε προβεί σε αναλυτική εκτίμηση των υποψηφίων με βάση το νόμιμο κριτήριο αναλογίας τιμής/ποιότητας προσφορών και είχε κοινοποιήσει τις εκθέσεις αξιολόγησης- κι αφετέρου διότι η προσφεύγουσα δεν επισύναψε στο δικόγραφο όλα τα απαραίτητα αρχεία που επικαλούνταν, όπως οι εκθέσεις αξιολόγησης, οι απαντήσεις της Επιτροπής κ.ό.κ., για να στηρίξει αποτελεσματικά τον ισχυρισμό της.

Αξιοπρόσεκτο είναι ότι η «Ευρωπαϊκή Δυναμική» ενεπλάκη προσφάτως και δεύτερη φορά σε αντιδικία με την Επιτροπή για απόρριψη προσφοράς σε δημόσιο διαγωνισμό, στην υπόθεση T-86/09. Η απάντηση του Πρωτοδικείου ήταν και πάλι απορριπτική, μάλιστα με παρόμοια περίπου αιτιολογία.

Σχόλια