Καταδίκη της Ελλάδος για υπερβολική καθυστέρηση απονομής της Δικαιοσύνης

0

Δικαιώθηκε από το ΕΔΑΔ έλληνας υπήκοος που προσέφυγε στο Δικαστήριο ζητώντας την καταδίκη της Ελλάδας για τις υπερβολικές καθυστερήσεις απονομής της Δικαιοσύνης. Ο προσφεύγων γεννήθηκε το 1937. Στις 8.5.1992 ο Ι.Κ. άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή κατά του προσφεύγοντος και της εταιρείας του ζητώντας την καταβολή χρηματικού ποσού που είχε πληρώσει για την εξυπηρέτηση ασφάλειας τραπεζικού δανείου του.
Η αρχικά ορισθείσα δικάσιμος της 8.5.1992 αναβλήθηκε δύο φορές, λόγω αποχής των δικηγόρων, και τελικά η αγωγή δικάστηκε στις 7.4.1992 και στις 25.6.1992 απορρίφθηκε λόγω αοριστίας. Η νέα αγωγή που ασκήθηκε στις 28.1.1994 εισήχθη στο δικαστήριο στις 14.4.1994 και μετ αναβολή λόγω αποχής των δικηγόρων συζητήθηκε τελικά στις 12.1.1995. Εκδόθηκε απόφαση περί αποδείξεως με μάρτυρες στις 19.4.1996. Ο ενάγων (αντίδικος του προσφεύγοντος) απεβίωσε στις 9.4.1996 και υπεισήλθαν στη θέση του οι εκ διαθήκης κληρονόμοι του.
Η εξέταση των μαρτύρων άρχισε στις 4.12.1995 και περατώθηκε στις 5.2.2001. Οι νέοι διάδικοι του αποβιώσαντος στις 19.4.2001 ζήτησαν τον ορισμό δικασίμου και η υπόθεση μετά δύο αναβολές συζητήθηκε στις 22.1.2003. Στις 20.3.2003 το Πρωτοδικείο εξέδωσε απόφαση με την οποία υποχρέωσε τον προσφεύγοντα να καταβάλει στους αντιδίκους του το ποσό των 105.861,79 ευρώ.
Ο προσφεύγων άσκησε στις 5.5.2003 έφεση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και η υπόθεση, μετ αναβολή, δικάστηκε στις 20.5.2004, διότι ο προσφεύγων άσκησε πρόσθετους λόγους εφέσεως. Στις 25.6.2004 το Εφετείο απέρριψε την έφεση, διότι δέχθηκε ότι η εγγύηση του Ι.Κ. αποτελούσε εγγύηση όχι χαριστική, αλλά βάσει εντολής. Στις 18.10.2004 ο προσφεύγων άσκησε αναίρεση, η οποία, έπειτα από αναβολή, κατ αίτηση των διαδίκων, δικάστηκε στις 4.12.2006. Στις 18.6.2007 ο Αρειος Πάγος απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως του προσφεύγοντος.
Εξετάζοντας τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, το ΕΔΑΔ τονίζει ότι το εύλογο της διάρκειας μιας δίκης εκτιμάται σύμφωνα με τις συνθήκες της υπόθεσης και ειδικότερα της πολυπλοκότητας της υπόθεσης, της συμπεριφοράς του προσφεύγοντος, καθώς και των αρμόδιων αρχών και της συμβολής των ενδιαφερομένων στις καθυστερήσεις. Λαμβάνοντας υπόψη ότι αν αφαιρεθούν τα χρονικά διαστήματα που διέρρευσαν άπρακτα λόγων των αναβολών που ζήτησαν οι διάδικοι και της αποχής των δικηγόρων, παρά ταύτα παραμένει υπόλοιπο χρόνου δέκα ετών και τριών μηνών στα τρία δικαστήρια, περίοδος που δεν μπορεί να εξηγηθεί παρά μόνο από τη συμπεριφορά των δικαστικών αρχών. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επ αυτού υπενθυμίζει ότι ακόμη και στα δικαστικά συστήματα, όπου η επίσπευση της δίκης αφήνεται στη διάθεση των διαδίκων, δεν απαλλάσσει τους δικαστές από την υποχρέωση να διασφαλίσουν την ταχύτητα που επιβάλλει το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
Συμπερασματικά το ΕΔΑΔ δέχθηκε την προσφυγή κατά το σκέλος που αυτή αφορά παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης, λόγω υπέρβασης της εύλογης προθεσμίας για την περάτωση της δίκης, και καταδίκασε την Ελλάδα να καταβάλει στον προσφεύγοντα το ποσό των 8.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης.

Σχόλια