Πρώην στέλεχος του ΟΗΕ καταδικάζεται για απάτη και χρηματισμό στις ΗΠΑ

0

Ο πρώην επικεφαλής της Υπηρεσίας Προμήθειας Εμπορευμάτων του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών Sanjaya Bahel έχασε την έφεση ενώπιον αμερικανικού δικαστηρίου, με την οποία ζητούσε εξαφάνιση της καταδικαστικής πρωτόδικης απόφασης που τον έκρινε ένοχο για απάτη και χρηματισμό στη διάρκεια της θητείας του.

O Bahel είχε καταδικαστεί το 2007, επειδή μέσω συμφωνιών που σύναπτε στο πρόσωπο του ΟΗΕ διοχέτευσε συνολικά 50 εκατομμύρια δολάρια σε εταιρείες, που  ανήκαν στον προσωπικό του φίλο Nanak Kohli. Σε αντάλλαγμα για το κλείσιμο των επικερδέστατων συμφωνιών, ο Kohli έδινε στον Bahel 5000 δολάρια ανά μήνα για όλη τη διάρκεια των συμβάσεων μαζί με άλλες μη χρηματικές παροχές, όπως αεροπορικά εισιτήρια πρώτης θέσης για εξωτικές χώρες, VIP θέσεις σε τουρνουά τένις και χαμηλό ενοίκιο σε διαμέρισμα στο Μανχάταν. Αργότερα, μάλιστα, πούλησε το εν λόγω διαμέρισμα στον Bahel 600.000 δολάρια κάτω από την αγοραία τιμή.Στην έφεση που άσκησε ο Bahel ισχυρίστηκε αφενός ότι απολαμβάνει ασυλίας λόγω της ιδιότητάς του ως υπαλλήλου του ΟΗΕ, αφετέρου ότι ο αμερικανικός νόμος για την απαγόρευση απάτης και την υποχρέωση καλόπιστης και τίμιας παροχής υπηρεσιών (Honest Services Fraud Law) δεν εφαρμόζονται επί εργαζομένων του ΟΗΕ. Επιπλέον, αμφισβήτησε την επιμήκυνση της ποινής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι συνέτρεχε για αυτόν η επιβαρυντική περίσταση του «δημόσιου αξιωματούχου» (public official) κατά το αμερικανικό δίκαιο.Το Δικαστήριο κατ’ αρχάς απέρριψε τον ισχυρισμό περί ασυλίας, διευκρινίζοντας ότι ο Οργανισμός είχε ρητώς και δύο φορές μάλιστα συμφωνήσει για την άρση ασυλίας του Bahel, προκειμένου αυτός να διωχθεί για τα οικονομικά του εγκλήματα, κατά το αμερικανικό δίκαιο. Η πρώτη περίπτωση ήταν το 2006, όταν ο τότε Γενικός Γραμματέας Κόφι Ανάν είχε συντάξει επιστολή, με την οποία γνωστοποιούσε στις δικαστικές αρχές ότι είχε αρθεί η ασυλία υπέρ του πρώην υπαλλήλου Bahel, ώστε να είναι δυνατή η ποινική του δίωξη.

Παρόμοια επιστολή για να επιβεβαιώσει την άρση ασυλίας είχε στείλει και ο διάδοχος του Ανάν, Μπαν Κι Μουν. Οι δικαστές, μάλιστα, τόνισαν ότι ακόμη και να μην είχαν μεσολαβήσει οι δύο επιστολές, ο ίδιος ο κατηγορούμενος είχε νομιμοποιήσει την άσκηση της δίωξής του, παραιτούμενος σιωπηρά από το δικαίωμα της ασυλίας, αφού συμμετείχε κανονικά στην προδικασία και την κύρια δίκη εγείροντας το ζήτημα της ασυλίας μόνο μετά την έκδοση καταδικαστικής απόφασης. «Δεν είναι πλέον επίκαιρο το ζήτημα που θέτει ο διάδικος. Έχει πλέον αποδεχθεί τη δίκη και δεσμεύεται από το αποτέλεσμα αυτής», σχολίασε η δικαστής Rosemary Pooler. Ο Bahel στη συνέχεια επικαλέστηκε την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Skilling v. United States, με την οποία ανατράπηκε η καταδίκη πρώην στελέχους της Enron για κακόπιστη παροχή υπηρεσιών και απάτη, επειδή οι πράξεις του δεν περιελάμβαναν δωροδοκία.

Το δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι η υπόθεση αυτή δημιουργεί δικαίωμα εξαίρεσης των αλλοδαπών υπηκόων που εργάζονται σε διεθνείς οργανισμούς – όπως ο Bahel- από την άσκηση ποινικής δίωξης. «Η απόφαση που επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος στην πραγματικότητα σημαίνει ότι η εφαρμογή του νόμου περιορίζεται ανάλογα με τη φύση της πράξης και όχι ανάλογα με τη φύση του προσώπου που τις τελεί», αιτιολόγησαν οι δικαστές.Αναφορικά με το κατά πόσον είναι «δημόσιος αξιωματούχος», οι δικαστές έκριναν ότι δεν τίθεται θέμα, εφόσον η έννοια ερμηνεύεται ευρέως, ώστε στο πεδίο εφαρμογής να εμπίπτουν και διευθυντικά στελέχη διεθνών οργανισμών. «Ο ΟΗΕ είναι αναμφίβολα ένας τέτοιος οργανισμός και ο κατηγορούμενος δεν ήταν απλώς υπάλληλος, αλλά διευθυντικό στέλεχος, δηλαδή Υπεύθυνος της Υπηρεσίας Προμήθειας Εμπορευμάτων (Chief of Commodity Procurement Service). Σύμφωνα με τα ανωτέρω το δικαστήριο απέρριψε την έφεση του Bahel.

Σχόλια