Πρόταση για τη φορολογία των διασυνοριακών δωρεών

0

Ο γενικός εισαγγελέας Πάολο Μενγκότσι προτείνει στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να δεχθεί υπέρ των διασυνοριακών δωρεών τα ίδια φορολογικά πλεονεκτήματα που ισχύουν για τα εθνικά ιδρύματα.

Με τη δήλωση εισοδήματος για το έτος 2003 ο Hein Persche, Γερμανός υπήκοος, ζήτησε φορολογική έκπτωση για μια δωρεά σε είδος αξίας περίπου 18.180 ευρώ, υπέρ αναγνωρισμένου ιδρύματος γενικού συμφέροντος εγκατεστημένου στην Πορτογαλία (γηροκομείου, μαζί με παιδικό σταθμό). Η φορολογική αρχή αρνήθηκε τη σχετική έκπτωση με την αιτιολογία ότι ο δικαιούχος της δωρεάς δεν είναι εγκατεστημένος στη Γερμανία.
Το ανώτατο γερμανικό δικαστήριο επί φορολογικών υποθέσεων, που επελήφθη της διαφοράς σε τελευταίο βαθμό, ρώτησε το ΔΕΚ αν μια δωρεά με τη μορφή αγαθού τρέχουσας καταναλώσεως υπόκειται στην αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας κεφαλαίων και αν τα κράτη μέλη μπορούν να εξαρτούν τη δυνατότητα εκπτώσεως φόρου από την προϋπόθεση ότι ο δωρεοδόχος κατοικεί ή είναι εγκατεστημένος στην ημεδαπή.
Με τις σημερινές προτάσεις του ο γενικός εισαγγελέας Μενγκότσι σημειώνει καταρχάς ότι, κατά την άποψή του, οι δωρεές σε είδος (κινητών ή ακινήτων) αποτελούν κίνηση κεφαλαίων, διότι τα στοιχεία από τα οποία αποτελούνται δεν περιορίζονται στο εσωτερικό ενός μόνου κράτους μέλους. Το γεγονός ότι η δωρεά πραγματοποιήθηκε με μορφή αγαθών τρέχουσας καταναλώσεως αποτελεί απλώς στοιχείο που αφορά τον τρόπο της παροχής. Υπενθυμίζει επίσης ότι τα περισσότερα εκ των κρατών μελών χορηγούν στους δωρητές φορολογικά πλεονεκτήματα –με διάφορες μορφές– τα οποία, μειώνοντας το κόστος της δωρεάς για τον δωρητή, του παρέχουν ένα κίνητρο να προβεί εκ νέου σε τέτοια πράξη. Επομένως, η λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση των διασυνοριακών δωρεών μπορεί να αποθαρρύνει τα άτομα που μπορούν να προβούν σε τέτοιες δωρεές. Κατά συνέπεια, θεωρεί ότι η γερμανική νομοθεσία αποτελεί περιορισμό στις κινήσεις κεφαλαίων.

Στη συνέχεια, ο γενικός εισαγγελέας εξετάζει αν η λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση των διασυνοριακών δωρεών μπορεί ενδεχομένως να δικαιολογείται από το γεγονός ότι τα δικαιούχα ιδρύματα βρίσκονται σε διαφορετική κατάσταση. Στην υπό κρίση υπόθεση, πρέπει να εξακριβωθεί αν το αλλοδαπό δικαιούχο ίδρυμα που έχει αναγνωριστεί ως γενικού συμφέροντος βρίσκεται σε κατάσταση αντικειμενικά συγκρίσιμη προς εκείνη ιδρύματος γενικού συμφέροντος εγκατεστημένου στη γερμανική επικράτεια, το οποίο μπορεί να τύχει φοροαπαλλαγής –κατά τον γερμανικό φορολογικό κώδικα– λόγω των σκοπών τους οποίους επιδιώκει.

Κατά τον γενικό εισαγγελέα, όταν τα εγκατεστημένα στην αλλοδαπή ιδρύματα έχουν ως αποστολή την προώθηση γενικών συμφερόντων απολύτως όμοιων προς εκείνα που προβλέπει ο γερμανικός νόμος προκειμένου να δεχθεί τη φοροαπαλλαγή –εν προκειμένω, την αρωγή σε άτομα παιδικής ηλικίας και σε ηλικιωμένους– και πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο νόμος αυτός για τα εθνικά ιδρύματα, τότε οι καταστάσεις αυτές είναι απολύτως συγκρίσιμες μεταξύ τους. Εναπόκειται στις εθνικές αρχές, περιλαμβανομένων των δικαστηρίων, να προβούν σε εκτίμηση της αντιστοιχίας αυτής.

Τέλος, ο γενικός εισαγγελέας εξετάζει αν η λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση των διασυνοριακών δωρεών μπορεί να δικαιολογείται από την ανάγκη εξασφαλίσεως της αποτελεσματικότητας των φορολογικών ελέγχων, λόγος ο οποίος, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μπορεί να στηρίξει έναν περιορισμό στην άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας.

Καταρχήν, κατά το γερμανικό δίκαιο, αν το δικαιούχο ίδρυμα είναι εγκατεστημένο στην ημεδαπή, δεν εναπόκειται στον δωρητή να αποδείξει ότι αυτό ασκεί δραστηριότητα γενικού συμφέροντος σύμφωνα με το καταστατικό του (η Γερμανία έχει προβλέψει για παράδειγμα ένα έντυπο υπόδειγμα δικαιολογητικού χορηγούμενο από τον δικαιούχο και συναπτόμενο από τον δωρητή στη δήλωση εισοδήματος). Αντιθέτως, όταν πρόκειται για αλλοδαπό ίδρυμα, ο γενικός εισαγγελέας θεωρεί ότι θα έπρεπε να επιτρέπεται στον δωρητή να προσκομίζει δικαιολογητικά προκειμένου να μπορούν οι φορολογικές αρχές να εξακριβώνουν τα προβλεπόμενα από το οικείο καταστατικό και τον τρόπο λειτουργίας, όπως απαιτεί ο νόμος, προκειμένου να γίνει αποδεκτή από πλευράς εθνικής νομοθεσίας η επιδίωξη σκοπού γενικού συμφέροντος. Οι ως άνω φορολογικές αρχές εξακολουθούν να έχουν τη δυνατότητα να αρνούνται την έκπτωση φόρου σε περίπτωση που δεν τους υποβάλλονται ισχυρά δικαιολογητικά ή αν δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση των πληροφοριών που παρέχει ο δωρητής.

Συνεπώς, κατά τον γενικό εισαγγελέα, το γεγονός ότι αποκλείεται εντελώς η δυνατότητα προσκομίσεως σχετικών αποδείξεων αντιβαίνει προς την αρχή της αναλογικότητας, σε σχέση με τον σκοπό της εξασφαλίσεως της αποτελεσματικότητας των φορολογικών ελέγχων.

Ο δωρητής θα μπορεί εξάλλου να συναντά δυσχέρειες προκειμένου να συλλέξει τις αποδείξεις σχετικά με το καταστατικό ή/και τον τρόπο λειτουργίας αλλοδαπού ιδρύματος. Σε τέτοιες περιπτώσεις, προς εξασφάλιση της ουσιαστικής εφαρμογής της ελεύθερης κυκλοφορίας κεφαλαίων, οι αρχές των κρατών μελών οφείλουν να καταβάλλουν προσπάθεια να συλλέξουν τις οικείες αποδείξεις, χωρίς όμως να πρέπει να υφίστανται μια δυσανάλογα μεγάλη διοικητική επιβάρυνση, μέσω των μηχανισμών συνεργασίας μεταξύ αρχών των κρατών μελών στον τομέα των αμέσων φόρων, ή στο πλαίσιο εφαρμογής μιας διμερούς φορολογικής συμβάσεως.

Σχόλια