Προτάσεις της Ένωσης Εισαγγελέων επί του ν/σ του ΚΠΔ

0

ΠΡΟΣ :
Τον Υπουργό Δικαιοσύνης, κ. Κωνσταντίνο Τσιάρα.

Αξιότιμε κ. Υπουργέ,

Σε συνέχεια της από 23/10/2019 συνάντησής μας που αφορούσε, μεταξύ άλλων, και ορισμένες διατάξεις του ισχύοντος Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Ν. 4620/2019) και του υπό κατάθεση και ψήφιση νομοσχεδίου που αφορά τροποποιήσεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σας παραθέτουμε τα εξής:

Α. Με το υπό ψήφιση νομοσχέδιο αντικαθίσταται η περίπτωση στ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 14 ως εξής:
«στ) ο δικαστής και ο εισαγγελέας που έχουν συμπράξει στην έκδοση παραπεμπτικού βουλεύματος ή στην παραπομπή του κατηγορουμένου με απευθείας κλήση κατ’ άρθρο 309 ειδικά στη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, εκτός εάν δεν είναι εφικτή η συγκρότηση του δικαστηρίου από άλλα πρόσωπα».
Προτείνουμε να απαλειφθεί ο λόγος αποκλεισμού του δικαστή και του εισαγγελέα που συνέπραξαν στην παραπομπή του κατηγορουμένου με απευθείας κλήση κατ’ άρθρο 309 ΚΠΔ, λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαίτερη δυσχέρεια που θα επιφέρει στις συνθέσεις των δικαστηρίων των εφετών. Στις πολυμελείς εισαγγελίες εφετών, όπου ανάλογες προτάσεις για παραπομπή σύμφωνα με το άρθρο 309 § 2 ΚΠΔ έχουν συνταχθεί από πλείονες εισαγγελικούς λειτουργούς και οι υποθέσεις έχουν προσδιοριστεί, χωρίς να είναι δυνατή η μέριμνα για την αντιμετώπιση του κωλύματος αυτού, θα είναι αναγκαία η παρουσία περισσοτέρων αναπληρωτών, για να εκδικάζουν τις σχετικές υποθέσεις, ενώ στις εισαγγελίες εφετών όπου υπηρετούν μικρός αριθμός εισαγγελικών λειτουργών, θα είναι αναγκαία η παρουσία όλων, γεγονός που θα δυσχεράνει το λοιπό εισαγγελικό τους έργο.

Β. Στο άρθρο 511 ΚΠΔ που αφορά στους λόγους αναίρεσης που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως ορίζεται ότι:

«Αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ. Β. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και την παραγραφή που επήλθαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επίσης, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της».
Προτείνουμε την επαναφορά της προϊσχύουσας διάταξης, κατά την οποία, πέραν του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης, απαιτείτο και η κρίση για τη βασιμότητα ενός λόγου αναίρεσης, καθώς η διατήρησή της ως έχει οδηγεί στη παραγραφή υποθέσεων μόνο με τον τυπικό έλεγχο του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης.

Γ. Στο υπό κατάθεση και ψήφιση νομοσχέδιο προβλέπεται η πρόσθεση εδαφίου στο τέλος της
παρ. 5 του άρθρου 42 του ν. 4557/2018 ως εξής: «Τα χρονικά όρια διάρκειας των μέτρων δέσμευσης που περιγράφονται στο εδάφιο α’ της παραγράφου 2 του άρθρου 34 ΚΠΔ ισχύουν και για την περίπτωση που η απαγόρευση της κίνησης λογαριασμών, τίτλων και χρηματοπιστωτικών προϊόντων, του ανοίγματος θυρίδων και της μεταβίβασης ή εκποίησης οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου, διατάσσεται από τον Πρόεδρο της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου».
Το χρονικό διάστημα δέσμευσης από τον εισαγγελέα οικονομικού εγκλήματος τραπεζικών λογαριασμών, περιεχομένου τραπεζικών θυρίδων και περιουσιακών εν γένει στοιχείων που αναφέρεται στο άρθρο 34 § 2 εδ. α του ΚΠΔ είναι εννέα (9) μήνες με δυνατότητα παράτασης για ακόμη εννέα (9) μήνες. Η προθεσμία αυτή είναι ιδιαίτερα σύντομη για τις δεσμεύσεις που διατάσσονται από τον Πρόεδρο της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και υπάρχει ορατός κίνδυνος απώλειας των ήδη δεσμευθέντων περιουσιακών στοιχείων. Μετά τη δέσμευση από τον Πρόεδρο της ανωτέρω Αρχής ο φάκελος της υπόθεσης διαβιβάζεται στις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές, χωρίς να υπάρχει επισήμανση για την ύπαρξη δέσμευσης και χωρίς δυνατότητα εντοπισμού τους, η δε ολοκλήρωση της ποινικής δίκης με –τουλάχιστον- οριστική απόφαση εντός του διαστήματος των συνολικά δεκαοκτώ (18) μηνών είναι αδύνατη με τις παρούσες συνθήκες προσδιορισμού κι εκδίκασης των υποθέσεων.
Προτείνουμε την αύξηση του συγκεκριμένου χρονικού ορίου με ελάχιστο προβλεπόμενο διάστημα εκείνο του ενός (1) έτους και με δυνατότητα παράτασης για ένα (1) έτος ακόμη. Επίσης προτείνεται η ρητή αναφορά στην μη αναδρομικότητα της διάταξης αυτής και στην εφαρμογή της επί όλων, και των προγενέστερων, διατάξεων δέσμευσης από την ημέρα ισχύος του νέου νόμου.

Σχόλια