Επιστολή του ΔΣΑ και του ΔΣΠ σχετικά με το άρθρο 20 παρ. 7 του σχεδίου νόμου για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής κλπ. (4-3-2011)

0

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΕΙΡΑΙΑ Αθήνα, 2.3.2011 Αρ. Πρωτ. 2412 Προς τον Υπουργό Οικονομικών κ. Γεώργιο Παπακωνσταντίνου ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ: κ. Χάρη Καστανίδη Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Σε συνέχεια του υπ.αριθμ 2401/23.02.2011 εγγράφου μας, σας επισημαίνουμε τα ακόλουθα: Άρθρο 20§7 του σχεδίου νόμου για την «καταπολέμηση της φοροδιαφυγής» κλπ. Αναφερόμαστε στο άρθρο 20§7 του σχεδίου νόμου «Καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, στελέχωση των ελεγκτικών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών» και επιθυμούμε να επιστήσουμε την προσοχή σας στα εξής: 1. Υποχρεωτική έγγραφη συμφωνία για κάθε είδους δικηγορική αμοιβή Η καθιέρωση του εγγράφου τύπου ως υποχρεωτικού όχι μόνον για τις αμοιβές που υπερβαίνουν τις «νόμιμες», αλλά για οποιαδήποτε εν γένει συμφωνία μεταξύ δικηγόρου και εντολέα όσον αφορά το ύψος της δικηγορικής αμοιβής δεν προκύπτει από τον Νόμο για την «Αρχή της επαγγελματικής ελευθερίας κλπ.» [ίδετε την αιτιολογική έκθεση υπό το άρθρο 5§7 και το άρθρο 5§13]. Όμως φαίνεται να επιβάλλεται από τις προτεινόμενες διατάξεις του νέου φορολογικού νόμου [ίδετε το πρώτο «υποχρεωτικά» στο άρθρο 20§7(α) εδάφ. α’]. Η επιβολή υποχρεωτικώς έγγραφου τύπου στην συμφωνία περί αμοιβής του δικηγόρου για όλες τις νομικές υπηρεσίες (δικαστικές ή εξωδικαστικές) υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο για να επιτευχθεί ο σκοπός του νόμου, δηλαδή η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, περιορίζοντας αδικαιολόγητα την επαγγελματική ελευθερία του δικηγόρου. Για τον λόγο αυτό δεν φαίνεται να συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25§1 του Συντάγματος). Επίσης, από την στιγμή που ο υποχρεωτικός έγγραφος τύπος για κάθε συμφωνία περί αμοιβής επιβάλλεται μόνον στους δικηγόρους, ενώ αντίθετα οι λοιποί ελεύθεροι επαγγελματίες δύνανται να συμφωνούν τις αμοιβές τους με οποιονδήποτε τρόπο, παραβιάζεται και η αρχή της ισότητας (άρθρο 4§1 του Συντάγματος). Στην πράξη, η καθολική υποχρέωση για έγγραφο τύπο σηματοδοτεί τεράστιο όγκο εργασίας για τους Δικηγορικούς Συλλόγους που θα κληθούν να διαχειριστούν την παραλαβή των κατατιθεμένων στοιχείων όσο και την είσπραξη και απόδοση των προκαταβλητέων φόρων αλλά, αντίστοιχα, σημαντική απώλεια πραγματικού χρόνου εργασίας των δικηγόρων οι οποίοι θα πρέπει να προσέρχονται στον Δικηγορικό Σύλλογο κάθε φορά που καταρτίζουν συμβάσεις με εντολέα τους. Στο πλαίσιο αυτό, η διατύπωση του άρθρου 20§7 του νέου φορολογικού νόμου οφείλει να αποσαφηνίζει ότι η έγγραφη συμφωνία περί δικηγορικής αμοιβής είναι υποχρεωτική μόνον όταν πρόκειται για συμφωνία περί αμοιβής μεγαλύτερης από την «νόμιμη» (ήτοι για δίκες ή συμβολαιογραφικές πράξεις). 2. Γενική υποχρέωση προκαταβολής φόρου 15% Η υποχρέωση προκαταβολής φόρου δεν είναι άγνωστη στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος. Όμως, είτε συνδέεται με εξαιρετικές πράξεις όπως είναι η εκποίηση περιουσιακών στοιχείων κεφαλαίου (άρθρο 13§1 και 2 ΚΦΕ) είτε έχει στενό οικονομικό και χρονικό δεσμό με εισόδημα που έχει ήδη βεβαιωθεί (άρθρο 52 ΚΦΕ). Στην περίπτωση του νέου άρθρου 20§7(β), κατά τον χρόνο της προκαταβολής ο δικηγόρος έχει απλή προσδοκία για αμοιβή. Με την σύναψη της έγγραφης συμφωνίας το εισόδημα του δικηγόρου όχι μόνον δεν έχει προκύψει (αξίωση για αμοιβή) ή πραγματοποιηθεί (είσπραξη αμοιβής), αλλά δεν έχει ούτε καν «δημιουργηθεί» αφού η δικηγορική υπηρεσία δεν έχει -κατά κανόνα- αρχίσει να παρέχεται. Έτσι κατά τον χρόνο της προκαταβολής, ο δικηγόρος δεν έχει την σχετική «φοροδοτική ικανότητα» (άρθρο 4§5 του Συντάγματος) για να υποβληθεί σε οικονομική θυσία. Μάλιστα, στις περισσότερες περιπτώσεις (π.χ. στις συμφωνίες αμοιβής για δίκη), το εισόδημα του δικηγόρου θα αποκτηθεί μετά από 2 ή και 5 χρόνια. Περαιτέρω, μία τέτοια γενική υποχρέωση προκαταβολής φόρου για εισόδημα που δεν υπάρχει, δεν φαίνεται συμβατή ούτε με την αρχή της ισότητας (άρθρο 4§1 του Συντάγματος), αφού δεν επιβάλλεται σε κανένα άλλο ελεύθερο επαγγελματία παρά μόνον στην επαγγελματική κατηγορία των δικηγόρων. Στο πλαίσιο αυτό, το 20§7(β) αφενός οφείλει να περιορισθεί ρητά στις έγγραφες συμφωνίες για αμοιβές μεγαλύτερες από τις «νόμιμες» (ήτοι αμοιβές για δίκες ή συμβολαιογραφικές πράξεις) και, αφετέρου, να προβλέπει «προκαταβολή φόρου» υπολογιζόμενη επί του «ποσού αναφοράς» Μία τέτοια προκαταβολή φόρου θα γίνεται -όπως και σήμερα- στους Δικηγορικούς Συλλόγους ακόμη όταν ο ΚΦΕ δεν προβλέπει παρακράτηση φόρου 20% (π.χ. ιδιώτες, αλλοδαπές εταιρείες χωρίς εγκατάσταση στην Ελλάδα). 3. Προκαταβολή φόρου 15% επί της «νόμιμης» αμοιβής Εκτιμούμε ότι η διάταξη του άρθρου 20§7 θα πρέπει να προβλέπει ρητώς ότι υπάρχει υποχρέωση προκαταβολής φόρου 15% στον Δικηγορικό Σύλλογο όταν η δικηγορική αμοιβή είναι η «νόμιμη», χωρίς να υπάρχει έγγραφη συμφωνία για μεγαλύτερη αμοιβή. 4. Καθήκον εχεμύθειας του δικηγόρου Βασική και θεμελιώδης υποχρέωση του δικηγόρου αποτελεί κατά τον Κώδικα Δικηγόρων και τον Κώδικα Δεοντολογίας του Δικηγορικού Λειτουργήματος η τήρηση εχεμύθειας όσον αφορά την υπόθεση που χειρίζεται. Το καθήκον εχεμύθειας διασφαλίζει τον ρόλο του δικηγόρου ως παράγοντα της απονομής δικαιοσύνης, καθώς και την προσήκουσα υπεράσπιση των συμφερόντων του εντολέα του. Στο πλαίσιο αυτό, οποιαδήποτε γνωστοποίηση στοιχείων προς τον Δικηγορικό Σύλλογο ή την φορολογική αρχή σύμφωνα με το άρθρο 20§7(α), (στ) και (ζ) σχετικά με την χειριζόμενη υπόθεση πρέπει να έχει περιεχόμενο κατ’ αρχήν γενικό, και πάντως τέτοιο ώστε να μην παραβιάζεται η εμπιστευτική φύση της σχέσης του δικηγόρου με τον εντολέα του και να μην ανακοινώνονται προσωπικά δεδομένα του εντολέα. Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΔΣΑ Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΔΣΠ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Χ. ΠΑΞΙΝΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ

Σχόλια