Εισ. ΑΠ: εγκύκλιος για τις υποθέσεις που υπάγονται στην αρμοδιότητα της Διεύθυνσης Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος

0

 

Εγκύκλιος προς τους κ.κ. Εισαγγελείς Εφετών και Πρωτοδικών της Χώρας και δι΄αυτών προς όλους τους Εισαγγελικούς Λειτουργούς των Υπηρεσιών τους (συμπεριλαμβανομένων του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος και των Εισαγγελέων Εγκλημάτων Διαφθοράς Αθηνών και Θεσσαλονίκης).

Θέμα: «Παροχή οδηγιών σχετικά με τη λειτουργία και αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος και της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος Βορείου Ελλάδος – Αποστολή ποινικών δικογραφιών και εισαγγελικών παραγγελιών που αφορούν μόνο σοβαρές υποθέσεις γνήσιων κυβερνοεγκλημάτων και εφ’ όσον αυτές απαιτούν εξειδικευμένη τεχνική ή ψηφιακή έρευνα και υπάγονται στην αρμοδιότητα της υπηρεσίας».

ΣΧΕΤ:

Α) ν. 4249/2014 (ΦΕΚ Α’ 73/24-03-2014) «Αναδιοργάνωση της Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις»

Β) ν. 4411/2016 Νόμος 4411/2016 – ΦΕΚ 142/Α/3-8-2016 «Κύρωση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για το έγκλημα στον Κυβερνοχώρο και άλλες διατάξεις».

Γ) Άρθρο 31 του πδ 178/2014 «Οργάνωση της Ελληνικής Αστυνομίας»

Δ) Υπ ‘αριθ. 1449/18/1092368 από 01/06/2018 έγραφο της ΔΙ.Δ.Η.Ε. προς όλες της Εισαγγελικές και Αστυνομικές Αρχές της Χώρας.

 

  1. Έχει παρατηρηθεί ότι κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα αποστέλλονται στην Υπηρεσία Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος της Ελληνικής Αστυνομίας, αν όχι όλες, οι πλείστες των υποθέσεων, που σχετίζονται καθ’ οποιονδήποτε τρόπο με Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών, ασχέτως πολυπλοκότητας, σοβαρότητας ή απαίτησης εξειδικευμένων γνώσεων και ερευνών για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης.
  2. Η πρακτική αυτή, η οποία βαίνει συνεχώς με αυξανόμενο ρυθμό, έχει οδηγήσει σε εκτροπή από τα κύρια διωκτικά της καθήκοντα την ως άνω υπηρεσία, που είναι η έρευνα, δίωξη και καταπολέμηση του εγκλήματος στον Κυβερνοχώρο και στον περιορισμό, κατ’ επέκταση της άσκησης αυτών σε υπέρμετρη αύξηση υποθέσεων, που καλείται να διαχειριστεί η Υπηρεσία, άνευ βάσιμου λόγου και χωρίς να απαιτείται εξειδικευμένη έρευνα, βαίνουσα σε βάρος της κυρίαρχης αποστολής της, με αρνητικές συνέπειες, ποιοτικές και ποσοτικές, στο έργο της Υπηρεσίας, επιβαρύνοντας δυσμενώς το συνολικό της έργο με διαχείριση και διερεύνηση ήσσονος σημασίας καταγγελιών- υποθέσεων, δημιουργώντας περεταίρω ζητήματα στην εύρυθμη και αποδοτική λειτουργία της Υπηρεσίας και ενασχόλησης με σοβαρές υποθέσεις γνήσιων κυβερνοεγκλημάτων.
  3. Με αφορμή και το υπ’ αριθ. 3023/1/12 από 2/2/2019 έγγραφο της Διεύθυνσης Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος της Ελληνικής Αστυνομίας, στο οποίο παρουσιάζονται τα προβλήματα που αναφύονται στη λειτουργία της ανωτέρω Υπηρεσίας, λόγω της επιβάρυνσης αυτής με μεγάλο αριθμό υποθέσεων ήσσονος σημασίας και με στόχο την αποδοτικότερη και ταχύτερη αντιμετώπιση από αυτήν, ιδίως των αμιγών υποθέσεων κυβερνοεγκλημάτων, ζητείται η συνδρομή των εισαγγελικών αρχών για τον πιο πάνω σκοπό. Για τους λόγους αυτούς, θέλουμε να σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα, με στόχο την καλύτερη αντιμετώπιση των κυβερνοεγκλημάτων μέσα από μια εύλογα προσαρμοσμένη, ως προς τη σοβαρότητα των υποθέσεων συνεργασία.
  4. Σύμφωνα με το άρθρο 31 του ανωτέρω (γ) σχετικού προεδρικού διατάγματος, το οποίο εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ανωτέρω (α) σχετικού νόμου, ιδρύθηκε και λειτουργεί η Διεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος (ΔΙ.Δ.Η.Ε.), με έδρα την Αθήνα και η Υποδιεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος Βορείου Ελλάδας (Υ.Δ.Η.Ε.Β.Ε.), με έδρα τη Θεσσαλονίκη, η δε αρμοδιότητά τους επεκτείνεται σε όλον τον τομέα της Νότιας και Βόρειας Ελλάδας, αντίστοιχα και στελεχώνεται με ειδικό επιστημονικό προσωπικό, αξιωματικούς ειδικών καθηκόντων πληροφορικής καθώς και με αστυνομικό προσωπικό γενικών καθηκόντων, το οποίο έχει εξειδικευθεί και εκπαιδευτεί σχετικά.
  5. Η ΔΙ.Δ.Η.Ε., στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, όπως αυτό καθορίζεται και προδιαγράφεται από τις διατάξεις των ανωτέρω (α), (β) και (γ) σχετικών Νομοθετημάτων είναι καθ’ ύλην αρμόδια για την διερεύνηση, αμιγών υποθέσεων γνήσιων κυβερνοεγκλημάτων stricto – sensu (ήτοι αυτών που στρέφονται εναντίον ηλεκτρονικών δικτύων επικοινωνιών και συστημάτων πληροφοριών ή και με χρήση αυτών (πχ άρθρο 370Γ ΠΚ «Παράνομη πρόσβαση σε πληροφοριακό σύστημα», άρθρο 386 ΠΚ «Απάτη με υπολογιστή», άρθρο 292 ΠΚ «Παρακώλυση λειτουργίας πληροφοριακών συστημάτων», όπως ισχύουν κλπ), καθώς και για την ανακάλυψη, εξιχνίαση και δίωξη των εγκλημάτων που διαπράττονται αποκλειστικά και μόνο μέσω του Διαδικτύου και εφόσον για την διερεύνησή τους απαιτείται εξειδικευμένη τεχνική ή ψηφιακή έρευνα, με σκοπό να καλύψει την αδυναμία των λοιπών αστυνομικών Υπηρεσιών να αντλήσουν και να αναλύσουν στοιχεία από τον Κυβερνοχώρο, καλύπτοντας έτσι το κενό στη διερεύνηση των υποθέσεων αυτών και συγκλίνοντας ή και ταυτοποιώντας τους αρχικά άγνωστους δράστες των εγκληματικών ενεργειών.
  6. Η ταχεία διάδοση της χρήσης του Διαδικτύου και η ευρεία χρήση των Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (Τ.Π.Ε.), που έχει συντελεστεί τα τελευταία χρόνια, έχει ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη εγκληματικής δραστηριότητας μέσω Η/Υ και του Διαδικτύου και την τέλεση κοινών παραδοσιακών μορφών αδικημάτων τελούμενων μέσω Διαδικτύου, τα λεγόμενα μη Γνήσια κυβερνοεγκλήματα (πχ. Εξύβριση, Απάτη, Απειλή, παράβαση της Νομοθεσίας περί Προσωπικών Δεδομένων, κλπ), όπου στις περιπτώσεις αυτές το Διαδίκτυο χρησιμοποιείται ως απλή πλατφόρμα – μέσο για την τέλεση ενός συμβατικού εγκλήματος και επουδενί δεν συνιστούν γνήσια κυβερνοεγκλήματα, υπό την έννοια των διατάξεων του ανωτέρω (β) σχετικού Νομοθετήματος και η διερεύνησή τους δεν απαιτεί ουδεμία εξειδικευμένη τεχνική ή ψηφιακή έρευνα.
  7. Για την αποτελεσματική αντιμετώπιση και διερεύνηση των ως άνω υποθέσεων (κοινά – συμβατικά αδικήματα που τελούνται μέσω Διαδικτύου, που δεν συνιστούν γνήσια κυβερνοεγκλήματα και δεν χρειάζεται εξειδικευμένη τεχνική ή ψηφιακή έρευνα), έχουν οριστεί προς υποβοήθηση των αστυνομικών υπηρεσιών όλης της Χώρας, περιφερειακοί Αστυνομικοί Σύνδεσμοι σε κάθε Διεύθυνση Αστυνομίας της  Χώρας, οι οποίοι έχουν λάβει σχετική ειδική εκπαίδευση. Και επιπρόσθετα, με το ανωτέρω (δ) σχετικό, γνωστοποιήθηκε σε όλες τις Εισαγγελικές και Αστυνομικές Αρχές, το πλαίσιο λειτουργίας τους, ενώ επισυνάφθηκαν, προς υποβοήθηση, σχετικά πρότυπα προς παρόχους υπηρεσιών διαδικτύου και αναλυτικές οδηγίες χειρισμού υποθέσεων, που δεν χρήζουν εξειδικευμένης τεχνικής ή ψηφιακής έρευνας.
  8. Παρά ταύτα, παρατηρείται σε καθημερινή βάση να αποστέλλονται τόσο στη ΔΙ.Δ.Η.Ε. όσο και στην Υ.Δ.Η.Ε.Β.Ε. μεγάλος αριθμός εισαγγελικών παραγγελιών από όλες τις Εισαγγελίες της Χώρας, είτε για τη διενέργεια ποινικής έρευνας (προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης), οι οποίες αφορούν υποθέσεις για κοινά (συμβατικά) αδικήματα τελούμενα μέσω του Διαδικτύου (Μη Γνήσια κυβερνοεγκλήματα (πχ εξύβριση ,απάτη, κακοποίηση ζώων, απειλή, παράβαση νομοθεσίας περί Προσωπικών Δεδομένων, κλπ), τα οποία, όμως, σε καμιά περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, δεν συνιστούν γνήσια κυβερνοεγκλήματα και η διερεύνησή τους δεν απαιτεί εξειδικευμένη τεχνική ή ψηφιακή έρευνα, είτε παραγγέλλονται απλές ανακριτικές πράξεις και ενέργειες, για την πραγματοποίηση των οποίων δεν απαιτείται καμιά εξειδικευμένη τεχνογνωσία ή έρευνα.
  9. Ειδικότερα, αποστέλλονται στην υπηρεσία δίωξης ηλεκτρονικού εγκλήματος, εισαγγελικές παραγγελίες από όλες τις Εισαγγελίες της Χώρας, όπου περιπτωσιολογικά οι περισσότερες εξ αυτών αφορούν:
  • τη διενέργεια απλών ανακριτικών πράξεων και ενεργειών για την πραγματοποίηση των οποίων δεν απαιτείται καμιά εξειδικευμένη τεχνογνωσία (ενδεικτικά λήψη μαρτυρικών καταθέσεων, εξακρίβωση κατόχων τηλεφωνικών συνδέσεων, φυσική εξακρίβωση και ταυτοποίηση στοιχείων γνωστών φυσικών προσώπων από εφαρμογές ΕΛ.ΑΣ., προσκόμιση – εγχείριση εγγράφων από παθόντες κλπ),
  • τη διαβίβαση δικογραφιών σε ορισμένες εκ των οποίων, δεν υπάρχει καν χρήση – εμπλοκή διαδικτύου ή ηλεκτρονικών υπολογιστών (τέλεση πχ μέσω δικτύου κινητής ή σταθερής τηλεφωνίας, κακόβουλες τηλεφωνικές κλήσεις, αποστολή εξυβριστικών sms κλπ),
  • τη διενέργεια απομαγνητοφωνήσεων καταγεγραμμένων τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, που έχουν συλλεγεί νομίμως στο πλαίσιο ποινικών ερευνών,
  • την παραγγελία απλών ενεργειών, για τις οποίες δεν απαιτείται καμιά εξειδικευμένη τεχνική ή ψηφιακή έρευνα και δύναται να διεκπεραιωθούν από οποιαδήποτε αστυνομική υπηρεσία (ενδεικτικά πχ απλή περιήγηση στο διαδίκτυο ή εκτύπωση στοιχείων από έναν ψηφιακό δίσκο, USB κλπ),
  • τη διαβίβαση δικογραφιών, στις οποίες η καταγγελλόμενη δραστηριότητα είτε προσδιορίζεται σε συγκεκριμένο γεωγραφικό – φυσικό χώρο, είτε στρέφεται κατά συγκεκριμένων φυσικών προσώπων, οι οποίοι τυγχάνουν γνωστής διαμονής, για πράξεις που τέλεσαν μέσω διαδικτύου και για τις οποίες δεν απαιτείται απολύτως καμία εξειδικευμένη τεχνική ή ψηφιακή έρευνα ή ενέργειες για την ανακάλυψη άγνωστου δράστη,
  • την τεχνική συνδρομή της Υπηρεσίας σε ανακριτικές, εισαγγελικές ή δικαστικές αρχές στην διενέργεια ερευνών σε οικίες, καταστήματα κλπ, προκειμένου να κατασχεθούν ψηφιακά πειστήρια.

 

  1. Αποτέλεσμα της ως άνω περιγραφόμενης πρακτικής και τακτικής είναι η αλματωδώς αυξανόμενη είσοδος υποθέσεων και δικογραφιών στη ΔΙ.Δ.Η.Ε. και την Υ.Δ.Η.Ε.Β.Ε. (το έτος 2018 παρατηρείται αύξηση των εισερχόμεων υποθέσεων 27% σε σχέση με το έτος 2017), που σημειωτέον δύναται να διεκπεραιωθούν  από οποιαδήποτε κατά τόπο αστυνομική Υπηρεσία (Αστυνομικό Τμήμα ή Τμήμα Ασφάλειας, ανάλογα την αρμοδιότητα ή και Υποδιεύθυνση, ανάλογα την βαρύτητα), άνευ βάσιμου λόγου και χωρίς να απαιτείται εξειδικευμένη έρευνα, βαίνουσα σε βάρος της κυρίαρχης αποστολής των ως άνω υπηρεσιών, με αρνητικές συνέπειες, ποιοτικές και ποσοτικές, στο έργο της Υπηρεσίας, επιβαρύνοντας δυσμενώς το συνολικό  της έργο με διαχείριση και διερεύνηση καταγγελιών – υποθέσεων ,εκτός των γνήσιων αρμοδιοτήτων τους, δημιουργώντας περαιτέρω ζητήματα στην εύρυθμη και αποδοτική λειτουργία της Υπηρεσίας και ενασχόλησης με σοβαρές υποθέσεις γνήσιων κυβερνοεγκλημάτων.
  2. Επισημαίνεται δε, για την τελευταία περίπτωση τεχνικής συνδρομής σε κατασχέσεις ψηφιακών πειστηρίων, καθ’ ύλην αρμόδια σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 30 παρ. 22 του πδ 128/2014 (ΦΕΚ Α’ 281/31-12-2014) τυγχάνει η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών (Δ.Ε.Ε.) και ειδικότερα το Τμήμα Εξέτασης Ψηφιακών Πειστηρίων, που δύναται να παρέχει τεχνική συνδρομή στην κατάσχεση, με την αποστολή εξειδικευμένου κλιμακίου.
  3. Κατόπιν των ανωτέρω και με γνώμονα τη εύρυθμη και αποδοτική λειτουργία της ΔΙ.Δ.Η.Ε. και της Υ.Δ.Η.Ε.Β.Ε., ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί καλύτερα και αποτελεσματικότερα στην εκτέλεση της κυρίαρχης αποστολής της και στο διωκτικό της έργο, που είναι η ενασχόληση της με ιδιαίτερα σοβαρές υποθέσεις, αμιγώς γνήσιων κυβερνοεγκλημάτων και της απεμπλοκής της Υπηρεσίας από τη διαχείριση – διερεύνηση καταγγελιών – υποθέσεων ήσσονος σημασίας, καθορίζουμε και συστήνουμε τα ακόλουθα:

Α. Στη ΔΙ.Δ.Η.Ε. και την Υ.Δ.Η.Ε.Β.Ε., ανάλογα την κατά τόπο αρμοδιότητα, να διαβάζονται για διερεύνηση, αμιγώς υποθέσεις γνήσιων κυβερνοεγκλημάτων strictο – sensu (ήτοι αυτών που στρέφονται εναντίον ηλεκτρονικών δικτύων επικοινωνιών και συστημάτων πληροφοριών ή και με χρήση αυτών (πχ άρθρο 370Γ ΠΚ «Παράνομη πρόσβαση σε πληροφοριακό σύστημα», άρθρο 386 Α ΠΚ «Απάτη με υπολογιστή» άρθρο 292 Α ΠΚ «Παρακώλυση λειτουργίας πληροφοριακών συστημάτων», όπως ισχύουν κλπ) και εφόσον για τη διερεύνησή τους απαιτείται εξειδικευμένη τεχνική ή ψηφιακή έρευνα, με την επισήμανση ότι μετά το πέρας των ενεργειών και πράξεων, που απαιτούν εξειδικευμένη τεχνική, ψηφιακή ή διαδικτυακή έρευνα και εφόσον απαιτούνται απλές ανακριτικές πράξεις γι την περαίωση τους να διαβιβάζονται απευθείας περαιτέρω στις καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιες Αστυνομικές Υπηρεσίες για την διερεύνηση και την περαίωσή τους.

Β. Οι παραγγελίες για διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης, επί υποθέσεων που συγκεντρώνουν τα παρακάτω χαρακτηριστικά, σωρευτικά ή μεμονωμένα, ήτοι:

  • Αφορούν τη διενέργεια απλών ανακριτικών πράξεων και ενεργειών για την πραγματοποίηση των οποίων δεν απαιτείται καμία εξειδικευμένη τεχνογνωσία (λήψη μαρτυρικών καταθέσεων, εξέταση ανωμοτί υπόπτων, λήψη απολογιών κατηγορουμένων, εξακρίβωση πλήρων στοιχείων γνωστών φυσικών προσώπων, μεταφράσεις εγγράφων κατόχων τ/φ συνδέσεων, φυσική εξακρίβωση και ταυτοποίηση στοιχείων γνωστών φυσικών προσώπων από εφαρμογές ΕΛ.ΑΣ., προσκόμιση – εγχείριση εγγράφων από παθόντες κλπ),
  • Αφορούν υποθέσεις που δεν υπάρχει καν χρήση – εμπλοκή διαδικτύου ή ηλεκτρονικών υπολογιστών (ενδεικτικά τέλεση πχ μέσω δικτύου κινητής ή σταθερής τηλεφωνίας, κακόβουλες τηλεφωνικές κλήσεις, αποστολή εξυβριστικών SMS κλπ) ,
  • Χρειάζονται συνήθεις ενέργειες και πράξεις, για τις οποίες δεν απαιτείται καμιά εξειδικευμένη τεχνική ή ψηφιακή έρευνα και δύναται να διεκπεραιωθούν από οποιαδήποτε αστυνομική υπηρεσία (ενδεικτικά πχ απλή περιήγηση στο διαδίκτυο για να διαπιστωθεί εάν κάποια ιστοσελίδα, δημοσίευμα κλπ είναι ενεργά ή απλή εκτύπωση στοιχείων και αρχείων από το διαδίκτυο ή εκτύπωση στοιχείων από έναν ψηφιακό δίσκο, USB κλπ),
  • Απαιτείται η διενέργεια απομαγνητοφωνήσεων καταγεγραμμένων τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, που έχουν συλλεχτεί νομίμως στο πλαίσιο ποινικών ερευνών,
  • Αφορούν καταγγελλόμενη δραστηριότητα, η οποία είτε προσδιορίζεται σε συγκεκριμένο γεωγραφικό – φυσικό χώρο, είτε στρέφεται κατά συγκεκριμένων φυσικών προσώπων, περισσότεροι εκ των οποίων είναι και γνωστής διαμονής, για πράξεις που τέλεσαν μέσω διαδικτύου και για τις οποίες δεν απαιτείται απολύτως καμιά εξειδικευμένη τεχνική ή ψηφιακή έρευνα ή ενέργειες για την ανακάλυψη άγνωστου δράστη

να απευθύνονται αποκλειστικά και μόνο στις κατά τόπους αστυνομικές υπηρεσίες (Αστυνομικά Τμήματα ή Τμήματα Ασφαλείας, ανάλογα με την αρμοδιότητα ή τις Υποδιευθύνσεις Ασφαλείας ανάλογα με τη σοβαρότητα), με την υποβοήθηση και των περιφερειακών Αστυνομικών Συνδέσμων που έχουν οριστεί για τον σκοπό αυτό και την ένδειξη ότι εάν από την πρόοδο διερεύνησής τους προκύψει ανάγκη για παροχή οποιασδήποτε πρόσθετης τεχνικής συνδρομής ή ψηφιακής έρευνας, να ζητείται εγγράφως από τη ΔΙ.Δ.Η.Ε. ή την Υ.Δ.Η.Ε.Β.Ε.  (κατά λόγο αρμοδιότητας) με τη μορφή σαφώς διατυπωμένου αιτήματος επί συγκεκριμένου εξειδικευμένου ζητήματος και σε καμιά περίπτωση να μην διαβιβάζεται ολόκληρη η δικογραφία, προκειμένου να αποφευχθεί η συσσώρευση ανώφελων ερευνών και δικογραφιών και η εν γένει δυσλειτουργία της Υπηρεσίας.

Γ. Για οποιαδήποτε τεχνική συνδρομή σε κατασχέσεις, με την αποστολή εξειδικευμένου κλιμακίου, καθ’ ύλην αρμόδια , σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 30 παρ. 22 του πδ 178/2014 (ΦΕΚ Α’ 281/31-12-2014), τυγχάνει  η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών (Ε.Δ.Ε.) και ειδικότερα το Τμήμα Εξέτασης Ψηφιακών Πειστηρίων, όπου δύναται να απευθύνεται απευθείας οποιαδήποτε ανακριτική, εισαγγελική ή δικαστική αρχή, αποστέλλονται σχετικό αίτημα και παραγγελία.

Δ. Η Διεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος της Ελληνικής Αστυνομίας, που κοινοποιείται η παρούσα, σε περιπτώσεις που διαβιβάζονται εισαγγελικές παραγγελίες για διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης, επί υποθέσεων που συγκεντρώνουν τα παραπάνω χαρακτηριστικά, δηλαδή αφορούν στη διερεύνηση μη γνήσιων κυβερνοεγκλημάτων, να επιστρέφουν αυτές στον παραγγέλλοντα Εισαγγελικό Λειτουργό, με μνεία την παρούσα εκδοθείσα Εγκύκλιο Παραγγελία μας.

  1. Υπό το πρίσμα των προεκτεθεισών επισημάνσεων παρακαλούμε εφεξής όλοι οι Εισαγγελικοί Λειτουργοί της Χώρας να εναρμονισθούν με τον υποδεικνυόμενο τρόπο χειρισμού των ποινικών δικογραφιών, υποθέσεων κυβερνοεγκλημάτων, που αφορά η παρούσα εγκύκλιος παραγγελία.
  2. Τέλος, και εν όψει όλων των ανωτέρω οι κ.κ. Εισαγγελείς Εφετών της Χώρας, που ασκούν την ανώτατη διεύθυνση στην ανάκριση (άρθρο 32 ΚΠΔ) παρακαλούνται να κοινοποιήσουν την παρούσα στους Ανακριτές της περιφέρειάς τους και οι κ.κ. Εισαγγελείς Πρωτοδικών της Χώρας στους ανακριτικούς υπαλλήλους της περιφέρειάς τους για να λάβουν γνώση της παρούσας.

 

Σχόλια