7839/2017 Μον. Πρ. Αθηνών: Αίτηση ανακοπής υπό ΑΚ281 – Ακύρωση Διαταγής πληρωμής τραπέζης

0

Στοιχεία αποστολέα: Γεώργιος Λ. Καλτσάς, Δικηγόρος Πειραιά (ΑΜ 3231 ΔΣΠ), Σωτήρος 6, τηλ 2104119287, 6972397827, mail: georgekaltsas1980@gmail.com

«Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος όπως αυτό της καταγγελίας της σύμβασης απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, όμως μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει ως καταχρηστική την άσκησή του, αλλά πρέπει να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον από την άσκηση του δικαιώματος του.

Στο πλαίσιο αυτό ο δανειστής, ο οποίος ασκώντας συμβατικό δικαίωμά του επιδιώκει την είσπραξη της απαίτησής του, ενεργεί ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντος του, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα κατ’ αρχήν αποφασίζει, εκτός και πάλι αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και μάλιστα προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1472/2004). Αυτό συμβαίνει και όταν η συμπεριφορά του δανειστή που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματος του, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι ο δανειστής δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του στο χρόνο που το άσκησε, με αποτέλεσμα η πρόωρη άσκησή του να προκαλεί επαχθείς συνέπειες στον οφειλέτη και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη και καταχρηστική.

Ειδικότερα οι Τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί που ασκούν αποφασιστική επίδραση στην ανάπτυξη, έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των επιχειρήσεων και των φυσικών προσώπων που χρηματοδοτούν, αφού από τη φύση της η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των τραπεζών των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι’ αυτούς συνέπειες. Συνεπώς και για το λόγο αυτό, η άσκηση των δικαιωμάτων τους θα πρέπει να κυριαρχείται από τις αρχές της καλόπιστης και σύμφωνης με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των οφειλόμενων παροχών (ΑΚ 178, 200, 288) και να αποφεύγεται αντίστοιχα κάθε κατάχρηση στη συμπεριφορά τους.

Έτσι, σε περίπτωση δυσχέρειας του οφειλέτη της Τράπεζας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του από την δανειακή σύμβαση λόγω πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του, που όμως υπερβαίνει τα όρια της αντοχής του, η καλόπιστη από την πλευρά της Τράπεζας συμπεριφορά επιβάλλει σ’ αυτή την υποχρέωση να ανεχθεί μια εύλογη καθυστέρηση στην εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη, ιδίως όταν η επιδίωξη της άμεσης εκπλήρωσης της παροχής του πρόκειται να οδηγήσει σε πλήρη οικονομική καταστροφή του, χωρίς ουσιαστικό κέρδος για την ίδια. Κατά την έννοια αυτή η Τράπεζα θα πρέπει, σε περίπτωση πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του πελάτη της, να αποφύγει την εσπευσμένη καταγγελία της μεταξύ τους δανειακής σύμβασης, προπάντων όταν οι απαιτήσεις της είναι ασφαλισμένες με εμπράγματες ή προσωπικές ασφάλειες, ο δε πελάτης της βρίσκεται σε άμεση οικονομική εξάρτηση απ’ αυτή και δεν οφείλει σε τρίτους, αφού τότε οι παραπάνω ενέργειές της προσλαμβάνουν καταχρηστικό χαρακτήρα».
«Σύμφωνα με όσα προηγήθηκαν, κρίνεται ότι η συμπεριφορά της καθ’ ης να πετύχει την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής είναι καταχρηστική. Και αυτό, διότι σύμφωνα με τα όσα ανωτέρω εκτίθενται από τη συμπεριφορά της Τράπεζας καθ’ ης, δημιουργήθηκε στην ανακόπτουσα η εντύπωση ότι αυτή δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά της, εφόσον-σύμφωνα με τα όσα ανωτέρω έγιναν δεκτά- η τράπεζα διά μέσω των προστηθέντων από αυτήν υπαλλήλων αρχικά κατανόησε το οικονομικό πρόβλημα της ανακόπτουσας και ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων μερών προς ρύθμιση της ένδικης οφειλής, με παράλληλη καταβολή των προαναφερόμενων ποσών στην καθ’ ης από την ανακόπτουσα. Η δε μεταγενέστερη έκδοση της ανακοπτόμενης καθιστά για τους ως άνω λόγους ενόψει της οικονομικής αδυναμίας της ανακόπτουσας μη ανεκτή την άσκησή της κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου συνετού κοινωνικού ανθρώπου, σύμφωνα με τα όσα ανωτέρω εκτίθενται και αντιτιθέμενη στις αρχές του άρθρου 281 ΑΚ.

Και ναι μεν η καθ’ ης ασκώντας συμβατικό δικαίωμά της επιδιώκει την είσπραξη της απαίτησής της και ενεργεί ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντός της , συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας της, πλην όμως κρίνεται ότι ενόψει της κάλυψης μεγάλου μέρους εκ του οφειλόμενου από την ανακόπτουσα ποσού σε συνδυασμό με τις συστηματικές προσπάθειές της προς ρύθμιση της οφειλής της , εν προκειμένω υπάρχει προφανής υπέρβαση των διαγραφομένων κατά τα άνω ορίων από το νόμο. Κατά συνέπεια κατά ουσιαστική παραδοχή του πρώτου λόγου ανακοπής προκύπτει ότι η καθ’ ης καταχρηστικά προέβη στην έκδοση της ανακοπτόμενης και πρέπει γι’ αυτό το λόγο να γίνει δεκτή η κρινομένη ανακοπή και να ακυρωθεί η εκδοθείσα διαταγής πληρωμής».
 

Σχόλια