ΑΕΔ: Διαφορά από προφορικώς καταρτισθείσα σύμβαση έργου υπάγεται στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων

0

Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, με την υπ. αριθμ. 3/2012 απόφασή του [PDF], έκρινε ότι η διαφορά, η οποία απορρέει από προφορική συμφωνία που έχει καταρτιστεί χωρίς την τήρηση οιασδήποτε διοικητικής διαδικασίας είναι ιδιωτικού δικαίου διαφορά, ακόμα κι αν η συμφωνία έχει συναφθεί για την εκτέλεση έργου, με το οποίο εξυπηρετείται δημόσιος σκοπός. Ειδικότερα, το ΑΕΔ κλήθηκε να άρει τη σύγκρουση δικαιοδοσίας, η οποία προέκυψε από την έκδοση αφενός, της υπ. αριθμ. 2684/1997 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και αφετέρου, της υπ. αριθμ. 1796/2010 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με τις οποίες τα Δικαστήρια είχαν κρίνει ότι στερούνται δικαιοδοσίας για την εκδίκαση υπόθεσης με αντικείμενο προφορικώς καταρτισθείσα σύμβαση έργου.

Το πολιτικό Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την ασκηθείσα έφεση λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας καθώς έκρινε ότι η επίμαχη διαφορά (καταβολή οφειλόμενης εργολαβικής αμοιβής, δυνάμει προφορικώς καταρτισθείσας σύμβασης έργου) υπάγεται στην αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων καθώς πρόκειται για διοικητική διαφορά ουσίας δεδομένου ότι η σύμβαση αφορά την κατασκευή κοινωφελούς τεχνικού έργου υπέρ Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Αντίθετα, το διοικητικό Εφετείο δέχθηκε ότι η προφορικώς καταρτισθείσα επίμαχη σύμβαση δεν έχει χαρακτήρα διοικητικής σύμβασης, αλλά σύμβασης ιδιωτικού δικαίου και ως εκ τούτου, η ένδικη αξίωση ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Το ΑΕΔ, με την απόφασή του, έκρινε ότι, εφόσον η συμφωνία είναι προφορική, δεν μπορεί να αναζητηθεί το κανονιστικό καθεστώς που τη διέπει και επομένως, η διαφορά που απορρέει από την επίμαχη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων είναι ιδιωτικού δικαίου διαφορά, ανεξαρτήτως αν η συμφωνία αυτή, η οποία φέρεται να έχει συναφθεί για την εκτέλεση δημοτικού έργου απέβλεπε στη εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού. Συνεπώς, η υπόθεση παραπέμπεται στο Εφετείο Θεσσαλονίκης για εκ νέου εκδίκαση.

Ο κ. Αντ. Αργυρός, τ. υπουργός Επικρατείας και Νομικός Σύμβουλος του Πανεπιστημίου Αθηνών, με σχετικό σχόλιό του, επισημαίνει ότι, από τη διάταξη του άρθρου 84 του Ν.Δ. 321/1969 («πάσα σύμβασις δια λογαριασμόν του Δημοσίου, έχουσα αντικείμενον άνω των 10.000 δραχμών ή δημιουργούσα υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, υποβάλλεται εις τον τύπον του ιδιωτικού εγγράφου») σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν.Δ. 1266/1972 («δια την δι` αναδόχου κατασκευήν έργου συνάπτεται έγγραφος σύμβασις …») προκύπτει ότι για την εκτέλεση δημόσιων έργων, απαιτείται, ως συστατικός τύπος, η σύνταξη εγγράφου. Η έλλειψή του καθιστά, κατά τα άρθρα 158 και 159 παρ. 1 ΑΚ, τη σύμβαση άκυρη. Στην περίπτωση δε, της άκυρης σύμβασης, η παροχή που τυχόν έγινε σε εκτέλεση αυτής και παρά την ακυρότητα της, είναι παροχή χωρίς νόμιμη αιτία και βάσει των διατάξεων για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό μπορεί να αναζητηθεί αυτούσια η παροχή ή αναλόγως η αντίστοιχη ωφέλεια που επήλθε στο άλλο μέρος.

ΑΕΔ: Διαφορά από προφορικώς καταρτισθείσα σύμβαση έργου υπάγεται στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων… 

Σχόλια