Αλλαγές στις εκκρεμείς ακυρωτικές δίκες για υποθέσεις αλλοδαπών | μελέτη Ευ. Πουλαράκη

0

Με αφορμή το σχέδιο νόμου του υπουργείου Δικαιοσύνης «Ενέχυρο – ποινική συνδιαλλαγή σε εγκλήματα εις βάρος του Δημοσίου. Σύσταση ειδικού προανακριτικού σώματος. Θέματα αστικής ευθύνης του τύπου και άλλες διατάξεις», το οποίο έχει τεθεί από την 4η Απριλίου σε δημόσια διαβούλευση, ο κ. Ευ. Πουλαράκης, Δικηγόρος και υποψήφιος Διδάκτωρ Νομικής, σε σχετική μελέτη [Link] του, επισημαίνει ορισμένα καίρια σημεία και υπογραμμίζει τις συνέπειες των μεταρρυθμίσεων στη νομική πραγματικότητα.

Ειδικότερα, ο κ. Πουλαράκης επικεντρώνεται στο άρθρο 28 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου [PDF], με το οποίο επέρχονται σημαντικές αλλαγές στις εκκρεμείς ακυρωτικές δίκες που αφορούν πράξεις εκδοθείσες σύμφωνα με τη νομοθεσία περί αλλοδαπών.

Ο κ. Πουλαράκης τονίζει ότι με το άρθρο 20 Σ. κατοχυρώνεται το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, το ατομικό-δικονομικό δηλαδή δικαίωμα καθενός, είτε ημεδαπού είτε αλλοδαπού, να προσφεύγει με τα προβλεπόμενα ένδικα βοηθήματα ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου όταν βλάπτονται τα δικαιώματά του από ενέργειες φυσικών ή νομικών προσώπων και κρατικών οργάνων. Η παρεχόμενη προστασία θα πρέπει να είναι πλήρης, έγκαιρη και αποτελεσματική. Η συνταγματική κατοχύρωση της παροχής δικαστικής προστασίας δεν αποκλείει στο νομοθέτη την ευχέρεια να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις για την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης. «Με την προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 28 του εν λόγω σχεδίου νόμου προβλέπεται η δυνατότητα κατάργησης, από το Δικαστήριο εν Συμβουλίω, εκκρεμών δικών για αιτήσεις ακυρώσεως και συναφούς απόρριψης αιτήσεων αναστολής που ασκήθηκαν μέχρι 31-1-2010 και αφορούν ακυρωτικές διαφορές, υπαγόμενες στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου και του τριμελούς διοικητικού εφετείου, οι οποίες δημιουργήθηκαν από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων, που εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών και ασύλου (όχι ιθαγενείας) εκτός εάν υποβληθεί εκ μέρους του πληρεξουσίου δικηγόρου δήλωσης εντός τριάντα (30) ημερών από σχετική έγγραφη ή προφορική ενημέρωσή του, ότι επιθυμεί τη συζήτηση της υπόθεσης, προσκομίζοντας σχετική εξουσιοδότηση του αλλοδαπού διαδίκου, θεωρημένη αρμοδίως για το γνήσιο της υπογραφής του τελευταίου».

Επίσης όπως τονίζεται, η συγκεκριμένη διάταξη φαίνεται να εξυπηρετεί το νόμιμο καταρχήν σκοπό της επιτάχυνσης της δίκης ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων. Πράγματι, αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος των εκκρεμών υποθέσεων ενώπιον των διοικητικών πρωτοδικείων και εφετείων αφορά σε πράξεις εκδοθείσες σύμφωνα με τη νομοθεσία περί αλλοδαπών. Όμως, αντί να καταβληθεί προσπάθεια εκ μέρους των Αρχών για ορθολογική εφαρμογή της μεταναστευτικής νομοθεσίας, με παράλληλη αύξηση της θέσεων των υπηρετούντων δικαστικών λειτουργών, των κενών θέσεων των γραμματέων και της εν γένει υλικοτεχνικής υποδομής των δικαστηρίων επιλέγεται τελικώς, μία «ιδιότυπη» (αναδρομική) κατάργηση των νομίμως ασκηθέντων ενδίκων βοηθημάτων και εκκρεμών δικών μέχρι 31.1.2010. Αναδρομική, παρά το γεγονός ότι κατά γενικό δικονομικό κανόνα το παραδεκτό της αιτήσεως ακυρώσεως και της υπαλληλικής προσφυγής κρίνεται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης ή της συντέλεσης της προσβαλλόμενης παράλειψης.

Ένα ακόμα προβληματικό σημείο της επίμαχης διάταξης είναι ότι επιχειρεί να καταργήσει επί μακρόν εκκρεμούσες (άνευ υπαιτιότητας των προσφευγόντων) δίκες μόνο αναφορικά με υποθέσεις εισόδου και διαμονής αλλοδαπών και όχι λοιπές εκκρεμείς υποθέσεις, πολλές εκ των οποίων ήδη εκκρεμούν, επίσης, προς εκδίκαση για αρκετά χρόνια.

Σύμφωνα με τον κ. Πουλαράκη, «η προτεινόμενη ρύθμιση του άρθρου 28 του εν λόγω σχεδίου νόμου αποτελεί έναν δυσανάλογο περιορισμό σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και οδηγεί εκ των πραγμάτων σε έμμεση κατάλυση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας ενώ δει είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι το σχετικό δικαίωμα εξασφαλίζεται μέσω της ενημέρωσης του υπογράφοντος το σχετικό ένδικο βοήθημα δικηγόρου προκειμένου να κατατεθεί σχετική αίτηση περί συζητήσεως της υποθέσεως. Τούτο, ενόψει των χιλιάδων εκκρεμών συναφών υποθέσεων αλλά και της πρακτικής δυσκολίας ενημέρωσης τόσο του ιδίου του πληρεξουσίου δικηγόρου όσο και κυρίως του ιδίου του αλλοδαπού». Παράλληλα δε, τίθενται ζητήματα συμβατότητας με διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος, και δη της ΕΣΔΑ και του κοινοτικού δικαίου.

Τέλος, αναφορικά με την πρακτική εφαρμογή της διάταξης, χαρακτηρίζεται ως πρακτικά ανέφικτη η προβλεπόμενη υποχρέωση έγκαιρης ενημέρωσης του πληρεξουσίου δικηγόρου και κατ’ επέκταση του αλλοδαπού προσφεύγοντος, και υποβολή σχετικής αίτησης περί συζήτησης της υποθέσεως με ταυτόχρονη προσκόμιση εξουσιοδότησης του αλλοδαπού διαδίκου εντός 30 ημερών.

Σχόλια