Ανακοίνωση της Προέδρου του Αρείου Πάγου κ. Β. Θάνου – 18/04/2016

0

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ∆ΗΜΟΚΡΑΤΙΑ – ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ ΠΡΟΕ∆ΡΟΣ

Αθήνα, 18-4-2016

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Με αφορμή τις συνεχιζόμενες βολές κατά του θεσμού του Προέδρου του Αρείου Πάγου, από ορισμένα πρόσωπα, τα οποία παραπληροφορούν τους  ́Ελληνες πολίτες, προσπαθώντας να κλονίσουν την εμπιστοσύνη τους προς τον θεσμό και προς τοπρόσωπό μου, επειδή, προφανώς, «ενοχλούνται», διότι, με τηνευσυνείδητη άσκηση των καθηκόντων μου, εμποδίζω μεγάλαδιαπλεκόμενα συμφέροντα, επιβάλλεται να επισημάνω τα εξής:

Α) Σχετικά με την αρμοδιότητα πειθαρχικού ελέγχου:

     1. Αρμοδιότητα άσκησης πειθαρχικής δίωξης, (κατά τοάρθρ. 99 παρ. 1 Κώδικα Οργανισμού ∆ικαστηρίων – Ν. 1756/1988)διαθέτουν ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και ο Προϊστάμενος Επιθεώρησης για όλους τους ∆ικαστικούς Λειτουργούς (∆ικαστές και Εισαγγελείς), καθώς και οι Πρόεδροι Εφετών, ∆ιευθύνοντες τα Εφετεία, για τους ∆ικαστές της Περιφέρειάς τους και οι Εισαγγελείς Εφετών, ∆ιευθύνοντες τις Εισαγγελίες, για τους Εισαγγελείς της Περιφέρειάς τους. Με το Ν.4356/2015, άρθρ. 46παρ. 3, προστέθηκε και η αρμοδιότητα του Προέδρου του Αρείου Πάγου. Ευλόγως, επομένως, προκύπτει το ερώτημα, ποιοίκαι γιατί ενοχλούνται, επειδή, πέραν του Εισαγγελέα Αρείου Πάγουκαι του Προϊσταμένου Επιθεώρησης απέκτησε αρμοδιότητα και οΠρόεδρος του Αρείου Πάγου. Επίσης, σαφώς προκύπτει από τοκείμενο του νόμου ότι όλα τα έχοντα αρμοδιότητα άσκησηςπειθαρχικής δίωξης όργανα είναι μονοπρόσωπα και είναι απολύτως ανακριβές ότι μέχρι τώρα το δικαίωμα άσκησηςπειθαρχικού ελέγχου είχαν μόνον πολυπρόσωπα όργανα, όπωςορισμένοι ισχυρίζονται, στα πλαίσια της προσπάθειαςπαραπληροφόρησης.

     2. Απολύτως ανακριβές, επίσης, είναι ότι η Πρόεδρος, ηοποία ασκεί την πειθαρχική δίωξη, στη συνέχεια κρίνει τον ελεγχόμενο, συμμετέχοντας στο Πειθαρχικό Συμβούλιο, δεδομένουότι «δεν μπορούν να μετάσχουν σε πειθαρχικό συμβούλιο ήδικαστήριο, για την εκδίκαση ορισμένης πειθαρχικής υπόθεσης,εκείνοι που έχουν ασκήσει την πειθαρχική δίωξη ή έχουν ενεργήσειτην ανάκριση, στην ίδια πειθαρχική υπόθεση.» (άρθρ. 97 παρ. 5 τουιδίου ως άνω νόμου).

Β. Σχετικά με την από μέρους μου άσκηση πειθαρχικούελέγχου κατά της Εισαγγελέως Εφετών Γεωργίας Τσατάνη:

1. Ο αρμόδιος για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης έχειτο δικαίωμα (άρθρ. 99 παρ. 9 του ιδίου ως άνω νόμου) να ενεργείαμέσως προκαταρκτική εξέταση, η οποία διενεργείται είτε με εντολή του, από άλλο δικαστικό λειτουργό, ανώτερο κατά βαθμόαπό τον ελεγχόμενο, είτε από τον ίδιον, αυτοπροσώπως, όπως έπραξα στην προκειμένη περίπτωση, λόγω της μεγάλης δημοσιότητας που είχε λάβει η υπόθεση αυτή και του μεγάλου κοινωνικοοικονομικού ενδιαφέροντος των υποθέσεων, πουχειρίσθηκε η ελεγχόμενη. 2. Συνεπώς, οι επικαλούμενοι ως λόγοι εξαίρεσης, πουδημιουργούν δήθεν υπόνοια μεροληψίας σε βάρος μου, ότι δηλαδήανέλαβα η ίδια την διενέργεια της πειθαρχικής έρευνας, μετά από«υπόδειξη» από τους Κύπριους αξιωματούχους, ή ότι έχω σχέσηγνωριμίας μαζί τους ένεκα της ιδιότητάς μου, ως πρώην Υπηρεσιακής Πρωθυπουργού, ή ότι διατηρώ σχέση υπηρεσιακής συνεργασίας μετον Αναπληρωτή Υπουργό ∆ικαιοσύνης κ. Παπαγγελόπουλο, δενχρήζουν καν απάντησης, διότι εάν οι τυπικές υπηρεσιακές σχέσεις ήη απλή γνωριμία εκτιμηθούν ως λόγοι εξαίρεσης, τότε όλοι οι ∆ικαστικοί Λειτουργοί θα πρέπει να εξαιρούνται. Οι λοιποί λόγοι εξαίρεσης έχουν κριθεί νόμω αβάσιμοι από τη νομολογία (ΑΠ1080/2010), πέραν του ότι είναι παντελώς αβάσιμοι κατ ́ ουσία καιανακριβείς, όπως ανακριβέστατος είναι και ο λόγος ότι δήθενσυνομολόγησα ότι η προς εκείνη επιδοθείσα κλήση για γραπτέςεξηγήσεις ήταν αόριστη.3. Ωστόσο, πέραν του αβασίμου και της καταχρηστικότηταςτης εν λόγω αίτησης εξαίρεσης, και παρά το γεγονός ότι ουδεμίαέχθρα ή αντιπάθεια είχα ουδέποτε με την ελεγχόμενη, με την οποία,αντιθέτως, διατηρούσα πάντοτε πολύ καλές υπηρεσιακές σχέσεις καιουδεμία, επίσης, ιδιαίτερη σχέση έχω με τους ασκήσαντες τιςαναφορές Κυπρίους αξιωματούχους, εν τούτοις, προς διαφύλαξη του κύρους και της αξιοπιστίας τόσο της θεσμικής μου θέσης,όσο και της ∆ικαιοσύνης γενικότερα, ανέθεσα σε Αντιπρόεδροτου Αρείου Πάγου την περαιτέρω διενέργεια της πειθαρχικήςεξέτασης και τη σύνταξη του σχετικού πορίσματος.

Γ. Σχετικά με την μήνυση κατά του Καθηγητή Σταύρου Τσακυράκη

Είναι καταφανές ότι έχει πέσει στο κενό η συνεχιζόμενη προσπάθεια ορισμένων προσώπων να πείσουν την κοινή γνώμη ότιη Πρόεδρος του Αρείου Πάγου δεν δικαιούται να καταμηνύσεικάποιον, όταν αυτός υπερβαίνει τα οριζόμενα από το Σύνταγμα καιτους νόμους όρια της ελευθερίας της έκφρασης και κατά τρόποαπρόκλητο, προσβάλλει την προσωπικότητά της, με φράσειςεξυβριστικές και μειωτικές και η εμμονή τους αυτή δημιουργείευλόγως σκέψεις και ερωτηματικά, για το ποιός είναι ο πραγματικόςτους στόχος, όπως επίσης, δημιουργούν ερωτηματικά όσοιπροφασίζονται ότι δεν κατανοούν ότι η Πρόεδρος, με το αποσταλένέγγραφό της, ασφαλώς δεν έκανε παρέμβαση στονΚοινοβουλευτικό έλεγχο, αλλά εξέφρασε την απορία της για τογεγονός ότι συγκεκριμένο κόμμα της ήσσονος αντιπολίτευσηςεξέδωσε δελτίο τύπου, για υπόθεση που αποτελεί προσωπική-ιδιωτική διαφορά.

Τέλος ∆ιαβεβαιώνω τους  ́Ελληνες πολίτες ότι πρέπει να συνεχίσουν να εμπιστεύονται τους  ́Ελληνες ∆ικαστικούς Λειτουργούς, οι οποίοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία, ασκούντο λειτούργημά τους με ακεραιότητα και σοβαρότητα, έχοντας πλήρησυναίσθηση των καθηκόντων τους και διαθέτουν το σθένος, ώστε να αγνοούν τις τυχον παρεμβάσεις ή πιέσεις, από οποιονδήποτεκαι αν προέρχονται.

Η

Πρόεδρος του Αρείου Πάγου

Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου

 

Σχόλια