Ανακοίνωση της Επιτροπής αξιολόγησης επαγγελματικών προσόντων πτυχιούχων αλλοδαπής

0


Ανακοίνωση της Επιτροπής αξιολόγησης επαγγελματικών προσόντων πτυχιούχων αλλοδαπής του άρθρου 15 του Κώδικα Δικηγόρων για τα κριτήρια αξιολόγησης

Προκειμένου να καταστεί αντικειμενική και διαφανής η διαδικασία αξιολόγησης, η Επιτροπή του άρθρου 15 του Κώδικα Δικηγόρων, γνωστοποιεί τη μεθοδολογία και τα κοινά για όλες τις περιπτώσεις αντικειμενικά κριτήρια, βάσει των οποίων επιτελείται κάθε φορά η εξατομικευμένη αξιολόγηση των αιτήσεων: 

Ως γνωστόν, το έργο της Επιτροπής αξιολόγησης, κατ’ ά. 15 του Κώδικα Δικηγόρων, έγκειται στη διερεύνηση και την κρίση περί της  αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων του εκάστοτε αιτούντος ως –συνολικά ή εν μέρει- αντίστοιχων προς εκείνα που -κατά τον παρόντα Κώδικα- απαιτούνται για την εγγραφή στο Μητρώο ασκουμένων. Στο πλαίσιο αυτό, η εν λόγω διερεύνηση διακρίνεται σε δύο στάδια: Σ’ εκείνο του ελέγχου της συνδρομής των τυπικών προϋποθέσεων και σ’ εκείνο της συνδρομής τωνουσιαστικών προϋποθέσεων (: πέμπτο εδάφιο της παρ. 1 Α του ά. 15). Πλέον συγκεκριμένα:

 

Ι. Έλεγχος συνδρομής τυπικών προϋποθέσεων:

Σε πρώτο στάδιο ελέγχεται κατά πόσον ο αιτών είναι κάτοχος πτυχίου Νομικής Πανεπιστημιακού Ιδρύματος ενός κράτους μέλους της Ε.Ε. (ή άλλου συμβαλλόμενου κράτους της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο), το οποίο του παρέχει στο κράτος αυτό (δηλ. στο «κράτος προέλευσης» του πτυχίου) το δικαίωμα πρόσβασης στο επάγγελμα του δικηγόρου.

1. Ο κατά τα ως άνω διττός έλεγχος προκύπτει από το γράμμα και το πνεύμα του ά. 15 του Κώδικα Δικηγόρων, τη νομολογία τουΔΕΕ (βλ. ενδεικτικά την απόφαση του (τότε) ΔΕΚ της 13.11.2003 στην υπόθεση Morgenbesser) και του ΣτΕ (βλ. ενδεικτικά ΟλΣτε 2771/2011).

Η ανάθεση του ανωτέρω έργου στην Επιτροπή Αξιολόγησης προβλέπεται κατ’ εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισηςστο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας εργαζομένων ή/και της ελεύθερης εγκατάστασης, κατά το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως εκ τούτου, η σχετική διερεύνηση, ήτοι ο έλεγχος της αντιστοιχίας των προσόντων προϋποθέτει ότι υφίσταται «αντικείμενο» αντιστοιχίας, ή άλλως αμοιβαίας αναγνώρισης. Προϋποθέτει δηλ. την ύπαρξη πτυχίου που επιτρέπει στον κάτοχο-αιτούντα να συμμετάσχει στην διαδικασία προπαρασκευής (καθ’ ημάς στην πρακτική άσκηση) για την είσοδο στο επάγγελμα του δικηγόρου, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους προέλευσης. Αυτή ακριβώς τη δυνατότητα του αιτούντος καλείται να αναγνωρίσει, υπό όρους, η αρμόδια Αρχή του «κράτους υποδοχής», ήτοι οι Δικηγορικοί Σύλλογοι της χώρας. Όπως είναι ευνόητο, αν ο αιτών δεν έχει την κατά ως άνω δυνατότητα, παρέλκει κάθε περαιτέρω διερεύνηση από την Επιτροπή Αξιολόγησης, αφού ελλείπει το αντικείμενο της αμοιβαίας αναγνώρισης και συνακόλουθα η σχετική υποχρέωση των Δικηγορικών Συλλόγων.

Ας σημειωθεί ότι η ανωτέρω προϋπόθεση ισχύει σε κάθε σχετική διαδικασία, δηλ. τόσο στην περίπτωση που ο αιτών ζητεί να του αναγνωρισθεί η δυνατότητα πρόσβασης στο επάγγελμα του δικηγόρου, όπως εν προκειμένω, όσο σ΄εκείνη που ζητείται να του αναγνωρισθεί η δυνατότητα άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος. Τούτο προκύπτει από τη νομολογία του ΔΕΕ και του ΣτΕκαθώς και από την πρόσφατη Οδηγία 2013/55/ΕΕ που τροποποίησε την Οδηγία 2005/36/ΕΚ σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, όπως επίσης και την ειδικότερη Οδηγία 98/5/ΕΚ για τη διευκόλυνση της μόνιμης άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος. Και τούτο διότι θεμέλιο όλων αυτών είναι η προαναφερθείσα αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης.

Συναφώς, παρατίθενται οι ακόλουθες παραδοχές του ΣτΕ στην με αριθμ. 2711/2011 απόφαση της Ολομέλειας (με παραπομπές στην σχετική νομολογία του ΔΕΕ): «Όταν οι αρχές του εν λόγω κράτους εξετάζουν αίτηση κοινοτικού υπηκόου (ακόμα και υπηκόου του ίδιου του κράτους αυτού) για τη χορήγηση άδειας ασκήσεως τέτοιου ως άνω επαγγέλματος [ήτοι δικηγόρου], οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τα διπλώματα, πιστοποιητικά και άλλους τίτλους που έχει αποκτήσει ο ενδιαφερόμενος σε άλλο κράτος μέλος (κράτος προέλευσης), τα οποία συνιστούν νόμιμη προϋπόθεση για την άσκηση του ίδιου επαγγέλματος στο κράτος εκείνο […] Ο λόγος, πράγματι, για τον οποίο επιβάλλεται η υποχρέωση αυτή δεν είναι η εγγενής, από ακαδημαϊκή άποψη, αξία των πιο πάνω τίτλων, αλλά το  γεγονός ότι επιτρέπουν στο κράτος προέλευσης την πρόσβαση στο οικείο επάγγελμα [..] (σκ. 7). Συνεπώς, «όταν κοινοτικός υπήκοος ζητά να του επιτραπεί να διανύσει σε ορισμένο κράτος μέλος την περίοδο πρακτικής ασκήσεως που προβλέπεται στο κράτος αυτό ως προϋπόθεση για την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου, και επικαλείται προς τούτο τίτλους που έχει αποκτήσει σε άλλο κράτος μέλος και οι οποίοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο κράτος εκείνο για την πρόσβαση σε αντίστοιχη δραστηριότητα, η αρμόδια αρχή του κράτους υποδοχής, οφείλει [..] να λάβει υπ’ όψη τους εν λόγω τίτλους […]».

Συνεπώς, όταν ο αιτών επικαλείται πτυχίο που του επιτρέπει τη δυνατότητα πρόσβασης στο επάγγελμα του δικηγόρου στο κράτος προέλευσης, ήτοι όταν προσκομίζει μαζί με το πτυχίο σχετική βεβαίωση από την αρμόδια αρχή του κράτους αυτού, τότε η Επιτροπή Αξιολόγησης οφείλει να προχωρήσει στον έλεγχο της συνδρομής των ουσιαστικών προσόντων. Στην αντίθετη περίπτωση, η Επιτροπή δεν οφείλει να το λάβει υπόψη της και να προχωρήσει στο έργο της αξιολόγησης. Η αίτηση (μετά του σχετικού φακέλου) διαβιβάζεται από την Επιτροπή στο Δ.Σ. του κάθε Δικηγορικού Συλλόγου, με εισήγηση περί της απόρριψης του αιτήματος εγγραφής.

 

2. Στο σημείο αυτό είναι σκόπιμο να διευκρινιστούν τα εξής:

Ως «πτυχίο», κατά την έννοια της προαναφερθείσας Οδηγίας 2013/55/ΕΕ  θεωρείται εκείνο, που ο κάτοχός του έχει ολοκληρώσει επιτυχώς μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση, διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών, το οποίο όμως μπορεί πλέον να εκφράζεται με αντίστοιχο αριθμό πιστωτικών μονάδων σύμφωνα με το «Ευρωπαϊκό Σύστημα Μεταφοράς και Συσσώρευσης Ακαδημαϊκών Μονάδων» (ή Μονάδες ECTS). Τούτο σημαίνει λ.χ. ότι μπορεί το «πτυχίο» Νομικής ενός αιτούντος να συγκεντρώνει τον αναγκαίο αριθμό πιστωτικών μονάδων, κατόπιν μεταφοράς μαθημάτων από τις σπουδές του σε άλλο ΑΕΙ -και συνεπώς συσσώρευσης μονάδων- στο Ίδρυμα που απέκτησε το πτυχίο, ακόμη κι αν σ’ αυτό φοίτησε –πραγματικά – δύο χρόνια. 

Υπό την ανωτέρω έννοια, «πτυχίο» είναι και εκείνο που δίδεται μετά από ολοκληρωμένη και επιτυχή φοίτηση σε ελληνικό κολλέγιο, το οποίο συνεργάζεται με ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο, όπως έχει ήδη κατοχυρωθεί με το ν. 4113/2013. 

 

ΙΙ. Έλεγχος συνδρομής ουσιαστικών προϋποθέσεων

1. Εφόσον λοιπόν πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις, σε δεύτερο και βασικό στάδιο, η Επιτροπή διερευνά την αντιστοιχία των προσόντων του αιτούντος «προς εκείνα που κατά τον παρόντα Κώδικα απαιτούνται για την εγγραφή πτυχιούχου νομικής ως ασκουμένου»  (: πέμπτο εδάφιο της παρ. 1 Α του ά. 15).

Τα ως άνω απαιτούμενα προσόντα συνάγονται από το συνδυασμό των διατάξεων των ά. 6, 10, 11 και 12 του Κώδικα.

Ειδικότερα, με το ά. 12 του Κώδικα Δικηγόρων παρέχεται η δυνατότητα στον ασκούμενο δικηγόρο «να παρίσταται στα Πταισματοδικεία, στις προανακριτικές αρχές, στα Ειρηνοδικεία κατά τη συζήτηση μικροδιαφορών, στη λήψη ενόρκων βεβαιώσεων καθώς και ενώπιον οποιασδήποτε διοικητικής αρχής» (παρ. 1). Επίσης «μπορεί να συμπαρίσταται και να συνυπογράφει τις προτάσεις, σημειώματα και υπομνήματα με τον δικηγόρο, στον οποίο ασκείται, σε όλα τα δικαστήρια του πρώτου και του δεύτερου βαθμού» (παρ. 2). Όπως είναι ευνόητο, η παροχή των ανωτέρω νομικών υπηρεσιών προϋποθέτει αποδεδειγμένες γνώσεις των βασικών κλάδων του δικαίου, ήτοι του Ποινικού Δικαίου και της Ποινικής Δικονομίας, του Αστικού Δικαίου και της Πολιτικής Δικονομίας, του Διοικητικού Δικαίου και της Διοικητικής Δικονομίας καθώς και του Συνταγματικού Δικαίου. Οι αποδεδειγμένες γνώσεις στους άνω κλάδους δικαίου εκ μέρους του κάθε αιτούντος συνιστούν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που απαιτούνται για την εγγραφή του στο μητρώο ασκουμένων, ώστε να είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις σχετικές απαιτήσεις, πρωτίστως της κατά ως άνω αυτοτελούς παράστασής του, κατά τη διάρκεια της άσκησης.

Περαιτέρω, από το ά. 6 του αυτού Κώδικα συνάγεται ότι τις ουσιαστικές αυτές προϋποθέσεις πληροί ο κάτοχος πτυχίου Νομικής των Τμημάτων Νομικής των ημεδαπών Α.Ε.Ι. Δηλ., ο νομοθέτης θεσπίζει τεκμήριο ότι το περιεχόμενο γνώσεων, όπως αυτό προσδιορίζεται κατ’ έκταση, ήτοι ύλη, επιμέρους μαθήματα και διάρκεια ή πιστωτικές μονάδες στα προγράμματα σπουδών και αποδεικνύεται από την επιτυχή δοκιμασία του κάθε πτυχιούχου, ανταποκρίνεται επαρκώς στα ουσιαστικά επαγγελματικά προσόντα που απαιτούνται για την άσκησή του στην Ελλάδα και ιδίως για την αυτοτελή παράστασή του, κατ’ ά. 12 παρ. 1.

Ως εκ τούτου, η διερεύνηση της εν λόγω αντιστοιχίας από την Επιτροπή Αξιολόγησης αφορά στο αν ο βαθμός γνώσεων που επικαλείται ότι κατέχει ο αιτών-κάτοχος πτυχίου Α.Ε.Ι κράτους μέλους της Ε.Ε.- είναι αντίστοιχος ή «ισοδύναμος»  προς εκείνον που διαθέτει ο κάτοχος πτυχίου Νομικής της ημεδαπής.    

 

2. Για τη διερεύνηση της αντιστοιχίας ή άλλως «ισοδυναμίας» των ως άνω απαιτουμένων προσόντων, ήτοι των γνώσεων στους βασικούς κλάδους του δικαίου, ορίζεται στο έκτο εδάφιο της παρ. 1 Α του ά. 15 ότι: Κατά τη σχετική κρίση «λαμβάνονται υπόψη οι τίτλοι σπουδών του υποψηφίου, τα γνωστικά αντικείμενα τα οποία έχει διδαχθεί, τα δικαιολογητικά που προσκομίζει και η εν γένει εμπειρία του σε εργασίες νομικής φύσης. Λαμβάνονται επίσης υπόψη οι διαφορές των ευρωπαϊκών εννόμων τάξεων». Στην δε Υ.Α. 804203/3.10.2014 που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της ανωτέρω διάταξης, εξειδικεύεται ότι στα στοιχεία που συνεκτιμώνται είναι «τα μαθήματα που έχει διδαχθεί» ο υποψήφιος, όπως επίσης «η διάρκεια των σπουδών του», «η ενδεχόμενη αναγνώριση του τίτλου σπουδών του από τον ΔΟΑΤΑΠ και η βεβαιωμένη με σχετικό αποδεικτικό συμμετοχή του σε επιμορφωτικά σεμινάρια» (ά. 3 της Υ.Α.).

 

Από τις ανωτέρω ρυθμίσεις προκύπτει ότι:

α) Κατά τη διερεύνηση της ως άνω αντιστοιχίας συνεκτιμώνται όχι μόνον ο τίτλος σπουδών του υποψηφίου, τα μαθήματα που έχει διδαχθεί ή/και η διάρκεια των σπουδών του, αλλά επίσης η αποδεδειγμένη –προδήλως μεταπτυχιακή- επιμόρφωσή του ή ακόμη και η πρακτική εμπειρία του σε έναν ή περισσότερους βασικούς κλάδους του ελληνικού δικαίου. Μπορεί δηλαδή η ελλιπής προπτυχιακή του γνώση σε έναν κλάδο δικαίου να αναπληρώνεται  από μια επιπρόσθετη εκπαίδευσή του ή από μια πρακτική εμπειρία ή και από τον συνδυασμό των δύο. 

β) Η ακαδημαϊκή ισοτιμία του τίτλου σπουδών του αιτούντος δεν μπορεί να συνιστά βασικό ή καθοριστικό στοιχείο για την αντιστοιχία των ως άνω προσόντων. Τούτο έχει μια διττή σημασία: ι) Πρώτον,  αν ο αιτών δεν προσκομίσει σχετική βεβαίωση, η έλλειψη αυτή δεν επενεργεί σε βάρος του ούτε όμως εμποδίζει την Επιτροπή να αξιολογήσει την ακαδημαϊκή εκπαίδευση του αιτούντος. ιι) Δεύτερον, αν ο αιτών προσκομίσει σχετική βεβαίωση, αυτή αναπτύσσει μεν δεσμευτικά αποτελέσματα όσον αφορά την ακαδημαϊκή ισοτιμία του τίτλου, καθόσον εκδίδεται από την αρμόδια προς τούτο Αρχή. Όμως η εν λόγω ακαδημαϊκή αναγνώριση δεν εξισούται με την επαγγελματική αναγνώριση, δηλαδή δεν στερεί από την Επιτροπή Αξιολόγησης το νόμιμο δικαίωμα να προβεί στον δικό της έλεγχο αντιστοιχίας των αποδεδειγμένων γνώσεων του υποψηφίου στους βασικούς κλάδους δικαίου, που είναι αναγκαίοι για την εκπλήρωση των απαιτήσεων του ά. 12 του Κώδικα Δικηγόρων, κατά τα προαναφερθέντα.  Διαφορετικά, ο νόμος (δηλ. ο Κώδικας Δικηγόρων) θα περιόριζε το έργο της Επιτροπής Αξιολόγησης μόνον στις περιπτώσεις που ο αιτών δεν προσκομίζει βεβαίωση περί ακαδημαϊκής ισοτιμίας του τίτλου σπουδών. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει. Και τούτο είναι εύλογο, όχι μόνον διότι αντιβαίνει στο δίκαιο της Ε.Ε., αλλά και διότι μεταξύ «ακαδημαϊκής» και «επαγγελματικής» αναγνώρισης υφίσταται μια κρίσιμη διαφορά: Ο μεν ΔΟΑΤΑΠ ελέγχει την «ακαδημαϊκή συνάφεια» των μαθημάτων του τίτλου σπουδών, η δε Επιτροπή Αξιολόγησης την «επαγγελματική αντιστοιχία» των γνώσεων που πιστοποιούνται με τον τίτλο σπουδών προς εκείνες που απαιτούνται για την άσκηση, κατά το νόημα των ά. 6 και 12 του Κώδικα Δικηγόρων. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή Αξιολόγησης μπορεί βεβαίως να κρίνει ότι δεν χρειάζεται ως αντισταθμιστικό μέτρο η εξέταση σε μαθήματα, στα οποία έχει ήδη δοκιμαστεί ο αιτών κατά τη διενέργεια σχετικών εξετάσεων από τον ΔΟΑΤΑΠ.

 

3. Οι ανωτέρω ρυθμίσεις και σχετικές σκέψεις συνάδουν με το γράμμα και το πνεύμα της νομολογίας του ΔΕΚ και του ΣτΕ. Ειδικότερα, είναι σκόπιμο να αναφερθούν, επί λέξει, οι ακόλουθες παραδοχές του ΔΕΚ στην υπόθεση Morgenbesser:

«Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής κατά τον οικείο έλεγχο δεν απαιτείται να εξακριβώσει αν το πτυχίο το οποίο επικαλείται ο ενδιαφερόμενος είναι, από ακαδημαϊκή άποψη, ισότιμο με το πτυχίο που κανονικά απαιτείται από τους υπηκόους του κράτους αυτού. Επομένως, το πτυχίο του ενδιαφερομένου [στην ένδικη υπόθεση ήταν «η maitrise en droit αποκτηθείσα σε γαλλικό πανεπιστήμιο»] πρέπει να συνεκτιμάται στο πλαίσιο συνολικής αξιολογήσεως της εκπαιδεύσεως, ακαδημαϊκής και επαγγελματικής, την οποία επικαλείται αυτός» (πλαγ. 65, 66). «Επομένως στην αρμόδια αρχή [ εν προκειμένω στην Επιτροπή Αξιολόγησης]εναπόκειται να εξακριβώσει [..] εάν και κατά πόσον οι γνώσεις που πιστοποιούνται με το χορηγηθέν σε άλλο κράτος μέλος πτυχίο και τα κτηθέντα εκεί προσόντα ή επαγγελματική πείρα, καθώς και η πείρα την οποία έχει αποκτήσει ο υποψήφιος στο κράτος μέλος όπου ζητεί την εγγραφή του, πληρούν, μερικώς έστω, τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που απαιτούνται στο τελευταίο αυτό κράτος για την πρόσβαση στην οικεία δραστηριότητα. Αυτή η διαδικασία εξετάσεως παρέχει στις εθνικές αρχές του κράτους μέλους υποδοχής τη δυνατότητα να ελέγχουν βάσει αντικειμενικών κριτηρίων ότι με το αλλοδαπό δίπλωμα βεβαιώνεται ότι ο κάτοχός του διαθέτει γνώσεις και προσόντα, αν όχι όμοια, τουλάχιστον ισοδύναμα προς τα πιστοποιούμενα με το εθνικό δίπλωμα. Η εκτίμηση αυτή περί ισοτιμίας του αλλοδαπού διπλώματος πρέπει να στηρίζεται αποκλειστικά στον βαθμό των γνώσεων και των προσόντων, που με βάση το δίπλωμα αυτό, τη φύση και τη διάρκεια των σπουδών και τη σχετική με αυτές πρακτική άσκηση τεκμαίρεται ότι διαθέτει ο κάτοχός του. [..] Στην περίπτωση του επαγγέλματος του δικηγόρου, το κράτος μέλος δικαιούται, επομένως, να προβαίνει σε συγκριτική εξέταση των διπλωμάτων, λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορές που παρατηρούνται μεταξύ των εθνικών εννόμων τάξεων»(πλαγ. 67-69).

 

4. Οι ανωτέρω παραδοχές του ΔΕΚ έχουν σημασία και για τον προσδιορισμό των αντικειμενικών κριτηρίων, βάσει των οποίων θα ελέγχεται η αντιστοιχία ή ισοδυναμία των κατά ως άνω προσόντων του αιτούντος.

Ο προσδιορισμός των εν λόγω κριτηρίων συνέχεται άμεσα με την εκπλήρωση αφενός των επιταγών της ίσης μεταχείρισης, της διαφάνειας και της αμεροληψίας, αφετέρου της υποχρέωσης αιτιολόγησης, ιδίως στις περιπτώσεις που η Επιτροπή αποφαίνεται ότι δεν υφίσταται αντιστοιχία και παραπέμπει το φάκελο στην Επιτροπή Επάρκειας. Σχετικά, παρατίθενται οι ακόλουθες σκέψεις του Προοιμίου της Οδηγίας 2013/55/ΕΕ: «Οι μηχανισμοί εξακρίβωσης των θεωρητικών γνώσεων και πρακτικών δεξιοτήτων που απαιτούνται ενδεχομένως για την πρόσβαση στο επάγγελμα ως αντισταθμιστικά μέτρα θα πρέπει να εγγυώνται και να τηρούν τις αρχές της διαφάνειας και της αμεροληψίας» (πλαγ. 11). «Η απόφαση για την επιβολή αντισταθμιστικών μέτρων θα πρέπει να δικαιολογείται δεόντως» (πλαγ. 13).

Ενόψει των ανωτέρω:

 

4.1. Για τη διαπίστωση του βαθμού των γνώσεων του αιτούντος στους προμνημονευθέντες  βασικούς κλάδους δικαίου, η Επιτροπή Αξιολόγησης κατ’ αρχάς προβαίνει στη συγκριτική εξέταση των τίτλων σπουδών με τους αντίστοιχους εθνικούς τίτλους σπουδών,έχοντας ως κριτήρια:

α) Τα επιμέρους μαθήματα στους εν λόγω κλάδους δικαίου, που διδάσκονται και εξετάζονται κατά τη διάρκεια των σπουδών, όπως προκύπτει από το οικείο πρόγραμμα σπουδών και την αναλυτική κατάσταση μαθημάτων που δοκιμάστηκε επιτυχώς ο αιτών.

β) Το περιεχόμενο, ήτοι την ύλη καθώς και τις ώρες διδασκαλίας των μαθημάτων αυτών, όπως προκύπτει από το οικείο πρόγραμμα σπουδών.

γ) Τη φύση των σπουδών.

Ως προς το τρίτο ως άνω κριτήριο διευκρινίζεται ότι τούτο αφορά και την τυχόν επικαλούμενη -από τον αιτούντα- γνώση ενός βασικού κλάδου δικαίου, που προέρχεται από τις προπτυχιακές σπουδές του σε μη Νομικό Τμήμα ενός ΑΕΙ (της ημεδαπής ή της αλλοδαπής) κι έχει μεταφερθεί ως «συναφές» κατά τη φοίτησή του σε Τμήμα Νομικής. Είναι γνωστό, ότι νομικά μαθήματα διδάσκονται μεν και σε μη Νομικά Τμήματα. Όμως, η ύλη και η εν γένει διδασκαλία γίνεται με βάση τη φύση ή άλλως την κατεύθυνση των εκάστοτε οικείων σπουδών, την οποία ασφαλώς δεν χαρακτηρίζει η σύνδεση με άσκηση νομικού επαγγέλματος. Κατά τούτο, μπορεί να κριθεί ότι ο βαθμός των ουσιαστικών του γνώσεων δεν αντιστοιχεί σ΄εκείνον που απαιτείται για την αυτοτελή παροχή νομικών υπηρεσιών κατά τη διάρκεια της άσκησης, σύμφωνα με το ά. 12 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων. Σχετικές σκέψεις απαντούν και στην με αριθμ. 83/2015 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, στην οποία μπορεί να γίνει αναφορά, ανεξαρτήτως της μη δεσμευτικότητάς της.

Επιπλέον σημειώνεται ότι στις περιπτώσεις που ο αιτών προσκομίζει τίτλο σπουδών, από τον οποίο προκύπτει ότι δεν έχει διδαχθεί ελληνικό δίκαιο, οι διαφορές της έννομης τάξης του κράτους προέλευσης του πτυχίου έναντι της ελληνικής έννομης τάξης, που λαμβάνονται υπόψη κατά το νόμο και τη νομολογία, συνιστούν μια βασική παράμετρο για τη διαπίστωση της αντιστοιχίας ή ισοδυναμίας των προσόντων. Από αυτή απορρέουν μερικότερα υπο-κριτήρια. Ειδικότερα, η γενικώς παραδεκτή διάκριση μεταξύ αγγλοσαξωνικού και ηπειρωτικού δικαίου συνιστά ένα υπο-κριτήριο. Περαιτέρω, η ελληνική έννομη τάξη εντάσσεται μεν στον κύκλο των κρατών του ηπειρωτικού δικαίου, όμως κι εδώ απαντούν διαφοροποιήσεις σε επιμέρους κλάδους δικαίου, οι οποίες θα πρέπει να εξετάζονται, βάσει του προμνημονευθέντος κριτηρίου του περιεχομένου του μαθήματος. Για παράδειγμα, ορισμένα κράτη όπως λ.χ. η Ιταλία έχει προβεί σε ουσιώδεις μεταρρυθμίσεις του ποινικοδικονομικού της συστήματος κατ’ υιοθέτηση βασικών αρχών του αγγλοσαξωνικού συστήματος. Επίσης, στην πλειονότητα των κρατών μελών της Ε.Ε. υφίσταται Συνταγματικό Δικαστήριο, ενόψει του οποίου απαντούν ουσιαστικές και δικονομικές διαφορές στο πεδίο ελέγχου της αντισυνταγματικότητας ή ακόμη της ακυρωτικής διαδικασίας έναντι της ελληνικής έννομης τάξης.

 

Σχόλια