Αντισυνταγματικό το μέτρο της διαθεσιμότητας | αποφάσεις Μονομελών Πρωτοδικείων

0

Αντισυνταγματικό κρίθηκε το μέτρο της διαθεσιμότητας με αποφάσεις τριών Μονομελών Πρωτοδικείων της χώρας (απ. 37/2013 ΜονΠρ Χίου, απ. 90/2013 ΜονΠρ Ξάνθης και απ. 63/2013 ΜονΠρ Μεσολογγίου [Links] – διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων).

Σύμφωνα με τις δικαστικές αποφάσεις, με το μέτρο της διαθεσιμότητας, το οποίο προβλέπεται στο Ν. 4093/2012, προσβάλλεται ο πυρήνας των δικαιωμάτων των αιτούντων, τα οποία κατοχυρώνονται στα άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 5, 22 παρ. 1 εδ. α’ του Συντάγματος και παραβιάζονται οι αρχές της αξιοκρατίας, της διάκρισης και της αντικειμενικότητας.

Με την επίμαχη νομοθετική ρύθμιση μεταβάλλονται επί τα χείρω οι εργασιακοί όροι καθώς μειώνεται ο μισθός των αιτούντων κατά 25% και καθίσταται αβέβαιο το μέλλον της εργασιακής τους σχέσης. Η δε, μεταβολή των όρων εργασίας χαρακτηρίζεται ως αδικαιολόγητη καθώς δεν πιθανολογήθηκε ότι οι αιτούντες είναι πλεονάζον προσωπικό των φορέων του Δημοσίου, αλλά τουναντίον πιθανολογήθηκε ότι οι φορείς έχουν ήδη υποβάλλει αίτημα για την κάλυψη των αναγκών τους. Ωστόσο, ακόμα κι αν υποτεθεί ότι οι αιτούντες είναι πλεονάζον προσωπικό, τα συγκεκριμένα πρόσωπα ετέθησαν σε διαθεσιμότητα, χωρίς να προηγηθεί αντικειμενική και αξιοκρατική διαδικασία αξιολόγησης. «Ο νομοθέτης, λειτουργώντας ισοπεδωτικά, αντιμετωπίζει κατά τον ίδιο τρόπο τους ικανούς και ευσυνείδητους υπαλλήλους με τους αργόμισθους και τους ανεπαρκείς»

Επίσης, όπως τονίζεται στις δικαστικές αποφάσεις, «οι αιτούντες τίθενται σε διαθεσιμότητα με μοναδικό κριτήριο την κατηγορία και τον κλάδο, χωρίς επαρκή αιτιολογία για ποιο λόγο επιφυλάσσεται διαφορετική μεταχείριση σε άλλους εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας και του ίδιου κλάδου, κατά παράβαση της αρχής της μη διακρίσεως».

Επισημαίνεται δε, ότι «προσβάλλεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, διότι -ανεξαρτήτως της αποτελεσματικότητας και της προσφορότητας του μέτρου- πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν συγκεκριμένα πρόσωπα, των οποίων η ζωή ανατρέπεται άρδην και τα οποία θυσιάζονται, χάριν των οικονομικών στοχεύσεων της Κυβέρνησης και της περιστολής των κρατικών δαπανών, που αναγορεύονται σε σκοπούς υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, θέτοντας στο περιθώριο τον άνθρωπο ή μετατρέποντας αυτόν σε μέσο προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Εξάλλου, η καταβολή του 75% των αποδοχών των αιτούντων, που, ούτως ή άλλως, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης είχαν ήδη υποστεί δραματικές μειώσεις, σε συνδυασμό με την αλλεπάλληλη επιβολή νέων φόρων και «εισφορών» έχει ως συνέπεια τη διακινδύνευση της αξιοπρεπούς διαβιώσεως των ιδίων και των οικογενειών τους, η οποία έχει τεθεί ως συνταγματικό όριο των μειώσεων των μισθών και των συντάξεων».

Οι Δικαστές των τριών Μονομελών Πρωτοδικείων υπογραμμίζουν ότι «περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα οφείλουν να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας, ενώ σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 25, το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης. Από το συνδυασμό δε, των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι ο νομοθέτης δύναται καταρχήν να επιβάλει στους πολίτες, προς εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, επιβαρύνσεις για την αντιμετώπιση ορισμένης επείγουσας ανάγκης ή κατάστασης κρίσης, υπό την προϋπόθεση ωστόσο ότι αυτές κατανέμονται ισότιμα μεταξύ των πολιτών ανάλογα με τις δυνάμεις του καθενός και τηρώντας τις αρχές της προσφορότητας και της αναγκαιότητας».

Τέλος, στις δικαστικές αποφάσεις αναφέρεται ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κοινωνικών Δικαιωμάτων έκρινε προσφάτως ότι ο προσδιορισμός αποδοχών σε ύψος που υπολείπεται του ορίου της φτώχειας, το οποίο για την Ελλάδα έχει οριστεί, βάσει στατιστικών στοιχείων της EUROSTAT, στο ποσό των 580 ευρώ μηνιαίως, παραβιάζει το δικαίωμα για δίκαιη αμοιβή κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη.

Σχόλια