Αποφάσεις ΣτΕ 2287, 2288 – Ανακοίνωση ΔΣ Καβάλας

0

Ο Δικηγορικός Σύλλογος Καβάλας στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων που αναγνωρίζονται στους Δικηγορικούς Συλλόγους από τα άρθρα 90 επ. του Ν.4194/2013 (Κώδικας περί Δικηγόρων) και επειδή το θέμα που δημιουργήθηκε από τις υπ’ αριθμ. 2287 και 2288/2015 αποφάσεις της Ολομελείας του ΣΤΕ είναι μείζονος ενδιαφέροντος νομικού, κοινωνικού και οικονομικού, επισημαίνει τα παρακάτω:

Σημειώνει  ότι το σκεπτικό των αποφάσεων αυτών, καταρχήν ταυτίζεται με τις πάγιες, νομικά τεκμηριωμένες απόψεις των Δ.Σ. και της Ολομέλειας των ΠΔΣ, ως προς την αντισυνταγματικότητα των διατάξεων των Ν. 4051 και 4093/2012, των σχετικών με την περικοπή συνταξιοδοτικών παροχών σε βάρος συνταξιούχων του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα.

Είναι υποχρεωμένος όμως να επισημάνει τη μεγάλη διάσταση μεταξύ του σκεπτικού των αποφάσεων αυτών και του τελικώς διαμορφωθέντος διατακτικού τους, στο βαθμό που αυτό αναφέρεται και καθορίζει τον χρόνο επέλευσης των αποτελεσμάτων της αναγνωρισθείσας αντισυνταγματικότητας των διατάξεων των Ν. 4051 και 4093/2012.

Κι αυτό διότι , ενώ το ΣΤΕ αναγνωρίζει με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του την αντισυνταγματικότητα των διατάξεων των Ν. 4051 και Ν.4093/2012 με τις οποίες περικόπτονται οι συνταξιοδοτικές παροχές χιλιάδων συνταξιούχων, παρά ταύτα, κάνοντας χρήση πρόσφατων (22 παρ. 1 Ν.4274/2014) ειδικών διατάξεων προφανούς σκοπιμότητας, προσδιόρισε ότι τα αποτελέσματα της αναγνωρισθείσας αντισυνταγματικότητας των νόμων αυτών θα είναι διαφορετικά για τους συνταξιούχους που άσκησαν αγωγές κατά των ασφαλιστικών τους φορέων προς της 10/6/2015( ημερομηνία δημοσίευσης των παραπάνω αποφάσεων ) και διαφορετικά για τους συνταξιούχους που άσκησαν ή θα ασκήσουν αγωγές κατά των ασφαλιστικών τους φορέων μετά την 10/6/2015.

Συγκεκριμένα το Δικαστήριο δέχεται : « Στην προκειμένη περίπτωση, η, κατά τα ανωτέρω, διάγνωση της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 4051/2012 και του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 και υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 3 του ν. 4093/2012 θα συνεπήγετο υποχρέωση της Διοικήσεως να συμμορφωθεί με αναδρομική καταβολή των συνταξιοδοτικών παροχών που περιεκόπησαν, βάσει των αντισυνταγματικών αυτών διατάξεων, όχι μόνον στους ενάγοντες, αλλά και σε ιδιαιτέρως ευρύ κύκλο προσώπων που αφορά η παρούσα πρότυπη δίκη. Εν όψει των δεδομένων τούτων, το Δικαστήριο, μετά στάθμιση του δημοσίου συμφέροντος, αναφερομένου στην οξυμένη δημοσιονομική κρίση και στην κοινώς γνωστή ταμειακή δυσχέρεια του ελληνικού Κράτους, ορίζει ότι οι συνέπειες της αντισυνταγματικότητας των επιμάχων διατάξεων θα επέλθουν μετά την δημοσίευση της παρούσης αποφάσεως. Οίκοθεν νοείται ότι για τους ενάγοντες και όσους άλλους έχουν ασκήσει ένδικα μέσα ή βοηθήματα μέχρι το χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως η διαγνωσθείσα αντισυνταγματικότητα θα έχει αναδρομικό χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει επίκληση της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων αυτών για τη θεμελίωση αποζημιωτικών αξιώσεων άλλων συνταξιούχων, που αφορούν περικοπείσες, βάσει των εν λόγω διατάξεων, συνταξιοδοτικές παροχές τους, για χρονικά διαστήματα προγενέστερα του χρονικού σημείου δημοσιεύσεως της παρούσης αποφάσεως.»

Θεωρεί ότι η κρίση του Δικαστηρίου ως προς το θέμα της αναδρομικότητας απέχει από τα όσα κατά πρόδηλο τρόπο επιτάσσει το Σύνταγμα ως προς τη προστασία βασικών κοινωνικών δικαιωμάτων των πολιτών κι ιδίως των συνταξιούχων, κατά τεκμήριο ασθενέστερων και πλέον ευάλωτων κοινωνικών ομάδων.

Οφείλει να επισημάνει ότι με το σκεπτικό της απόφασης αυτής ως προς το ζήτημα της αναδρομικότητας των συνεπειών της,  επιχειρείται de facto ,  και μάλιστα με απόφαση Δικαστηρίου, η κατάργηση της διάκρισης των εξουσιών (κυβερνητική- νομοθετική – δικαστική), διάκριση που αποτελεί το θεμέλιο λειτουργίας της δημοκρατίας μας.

Και τούτο διότι, με τον τρόπο αυτό καταλύεται όχι μόνο ο πάγιος κανόνας και η ασφαλιστική δικλείδα της αναδρομικότητας στην αναγνώριση της αντισυνταγματικότητας ενός νόμου, αλλά επιπλέον διαφαίνεται κίνδυνος ώστε στη συνέχεια τα Διοικητικά Δικαστήρια να κληθούν να εφαρμόσουν με διαφορετικό τρόπο διατάξεις νόμων που ήδη κρίθηκαν αντισυνταγματικές, στις υποθέσεις των συνταξιούχων που θα αντιμετωπίσουν.
Τα Διοικητικά Δικαστήρια, σύμφωνα με τις ως άνω αποφάσεις του ΣΤΕ, θα πρέπει να κάνουν δεκτές αγωγές συνταξιούχων που ασκήθηκαν πριν από την 10/6/2015 και να απορρίψουν όμοιες αγωγές συνταξιούχων που ασκήθηκαν ή θα ασκηθούν μετά την 10/6/2015 και με τις οποίες (αγωγές) και στις δύο περιπτώσεις θα διεκδικείται η καταβολή αναδρομικά των ποσών κατά τα οποία μειώθηκαν οι συνταξιοδοτικές παροχές των συνταξιούχων από το 2012 και σε κάθε περίπτωση την τελευταία διετία (2013-2015).

Την πιο πάνω θέση του ΔΣΚ, με απόλυτα τεκμηριωμένη αιτιολογία, υιοθετεί η μειοψηφία του ίδιου Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία : « Περαιτέρω, ο γενικός αποκλεισμός της δυνατότητος προσώπων να επιδιώξουν και να επιτύχουν δια των δικαστηρίων αποκατάσταση προκληθείσης ζημίας (και, μάλιστα, συνεπεία παραβάσεως του Συντάγματος), ήτοι δικονομική προστασία του ουσιαστικού δικαιώματος της αποζημίωσης (κατά τη γενική αρχή ubi ius ibi remedium), δεν συνιστά απλό περιορισμό, αλλά πλήρη στέρηση του δικαιώματος της ένδικης προστασίας και στοιχειοθετεί, συνεπώς, παράβαση των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., στο βαθμό δε που πρόκειται για πρόκληση περιουσιακής ζημίας, η παρεμπόδιση της αποκαταστάσεώς της αντίκειται και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Τέλος, απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας επί «πιλοτικής» δίκης, με την οποία διάταξη νόμου κρίνεται αντισυνταγματική, δεν μπορεί να δεσμεύσει, ως προς τον περιορισμό της χρονικής εκτάσεως των αποτελεσμάτων της αντισυνταγματικότητας, τον δικαστή ο οποίος θα επιληφθεί στο μέλλον αγωγής αποζημιώσεως θεμελιουμένης στην εν λόγω αντισυνταγματικότητα (ώστε να μην επιδικάσει αυτός αποζημίωση για παρελθόντα χρονικά διαστήματα), διότι τούτο θα ισοδυναμούσε, κατ’ αποτέλεσμα, με επιβολή υποχρεώσεως στον δικαστή να εφαρμόσει νόμο αντισυνταγματικό, κατά παράβαση της παρ. 2 του άρθρου 87 του Συντάγματος, και θα προσέβαλλε, με τον τρόπο αυτόν, και τη λειτουργική του ανεξαρτησία, κατά παράβαση της παρ. 1 του εν λόγω άρθρου. ».

Τελικώς, με τις αποφάσεις και την αντιφατικότητά τους, που επισημάνθηκε πιο πάνω δημιουργείται μια απαράδεκτη συνταγματική, διοικητική, κοινωνική και οικονομική κατάσταση σε βάρος των συνταξιούχων .

Την κατάσταση αυτή, οφείλει η Ελληνική Πολιτεία συντασσόμενη με τη κρίση του Δικαστηρίου ως προς την αντισυνταγματικότητα των διατάξεων των Ν. 4051 και 4093/2012 και σύμφωνα  με τις διατάξεις του άρθρου 95 παρ. 5 του Συντάγματος, να συμμορφωθεί  με  θετική ενέργεια (άρθρο 50  παρ. 4 ΠΔ 18/1989) προς το περιεχόμενο της απόφασης αυτής και να  αποκαταστήσει με νομοθετική παρέμβαση τις ήδη δικαστικώς αναγνωρισθείσες ως αντισυνταγματικές μειώσεις των συντάξεων, δικαιώνοντας τους χιλιάδες συνταξιούχους που στην συντριπτική τους πλειοψηφία σαν απόμαχοι της ζωής δοκιμάζονται δεινά από την εν γένει επικρατούσα κατάσταση, ώστε με τον τρόπο αυτό, από τη μια μεριά να προστατεύσει τους πολίτες από μία ανυπαίτια για αυτούς δικαστική ταλαιπωρία, αλλά και να προφυλάξει τα εκθέματα των διοικητικών δικαστηρίων από μία νέα καταιγίδα αγωγών με ανάλογες συνέπειες στον χρόνο συζήτησης και έκδοσης αποφάσεων .

Με βάση τα παραπάνω, ο Δικηγορικός Σύλλογος Καβάλας  θεωρεί αυτονόητο ότι τα μέλη του θα παράσχουν στους πολίτες την επιμέρους υπεύθυνη, εξατομικευμένη κι αιτιολογημένη, κατά περίπτωση πληροφόρηση και νομική συμβουλή .

Το Δ.Σ. του Δικηγορικού Συλλόγου Καβάλας

Σχόλια