Απόφαση σταθμός του ΕΔΔΑ για το ποσοστό τόκου υπερημερίας που καταβάλει το Δημόσιο

0

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δικαίωσε τον Ευθύμιο Μεϊδάνη, ο οποίος προσέφυγε κατά της Ελλάδος όσον αφορά το δικαίωμα του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου να καταβάλουν ποσοστό τόκου υπερημερίας (6%) μικρότερο από εκείνο που καταβάλουν οι ιδιώτες (το ποσοστό αυτό σήμερα είναι 12%, ενώ ήταν 27% και 23% κατά την επίμαχη χρονική περίοδο).

Ο Ευθύμιος Μεϊδάνης προσελήφθη από το «Σισμανόγλειο – Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Αττικής» στις 2.9.1996 για να εργαστεί ως ειδικευόμενος ιατρός με σύμβαση «εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου» στο τμήμα της Α΄ Παθολογικής Κλινικής.

Ο προσφεύγων αποχώρησε μετά το πέρας του συμβατικού χρόνου εργασίας του και αφού περάτωσε την ειδίκευσή του.

Κατά το χρονικό διάστημα 1-1-1998 έως και 30-9-1998 και προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες του νοσοκομείου, ο προσφεύγων πραγματοποίησε εφημερίες, οι οποίες βεβαιώθηκαν και εγκρίθηκαν με την υπ’ αριθ. 24/16-11-1998 ομόφωνη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του Ν.Π.Δ.Δ.

Ο προσφεύγων άσκησε στις 20-11-2000 αγωγή σε βάρος του νοσοκομείου διότι το νοσοκομείο δεν του είχε εξοφλήσει το ποσό των 1.637.669 δρχ. (ή 4.806,07 ευρώ) που του όφειλε από τις υπερωρίες.

Ο προσφεύγων ζήτησε να υποχρεωθεί το νοσοκομείο να καταβάλει την οφειλή του εντόκως και νομίμως μέχρι την εξόφληση, με τον τόκο υπερημερίας που ορίζει η γενική διάταξη του άρθρου 15 παρ. 5 του νόμου 876/1979 (27% από 9-1-1998 έως 30-3-1998 και 23% από 31-3-1998 έως 13-1-1999) και όχι εκείνη του άρθρου 7 παρ. 2 του νομοθετικού διατάγματος 496/1974 περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ., η οποία ορίζει ότι ο νόμιμος τόκος υπερημερίας πάσης οφειλής των ν.π.δ.δ. ανέρχεται σε 6% ετησίως διότι η τελευταία είναι αντισυνταγματική και αντίθετη στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).

Από το Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου, η υπόθεση έφθασε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου αφού προηγουμένως κρίθηκε από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και από το Β1 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου.

Με την υπ’ αριθμ. 3/2006 απόφασή της η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου έκρινε κατά πλειοψηφία ότι η διαφοροποίηση μεταξύ του Ν.Π.Δ.Δ.-οφειλέτη και του ιδιώτη-οφειλέτη, ως προς το ύψος του οφειλόμενου τόκου υπερημερίας, είναι δικαιολογημένη και ότι η επίμαχη ρύθμιση του άρθρου 7 παρ. 2 του νομοθετικού διατάγματος 496/1974 περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ. δεν αντίκειται στα άρθρα 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του πρώτου πρόσθετου στην ΕΣΔΑ πρωτοκόλλου.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ομόφωνα ότι, τόσο η επίμαχη ρύθμιση του άρθρου 7 παρ. 2 του νομοθετικού διατάγματος 496/1974 περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ. η οποία ορίζει ότι ο νόμιμος τόκος υπερημερίας πάσης οφειλής των ν.π.δ.δ. ανέρχεται σε 6% ετησίως, όσο και η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (3/2006) που την έκρινε συνταγματική, παραβίασε το δικαίωμα του συγκεκριμένου προσφεύγοντος στην περιουσία, όπως αυτό προστατεύεται από το άρθρο 1 του πρώτου, πρόσθετου στην ΕΣΔΑ, πρωτοκόλλου.

Το Δικαστήριο επιδίκασε τον τόκο υπερημερίας των ιδιωτών της επίδικης περιόδου (27% και 23%) υπέρ του προσφεύγοντος (σύνολο 6.572 ευρώ).

Σχόλια