Αντίθετοι στην ευρωπαϊκή νομοθεσία οι περιορισμοί για συμμετοχή σε εταιρείες εθνικής σημασίας

0

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με απόφαση που εξέδωσε σήμερα, έκρινε ότι η εθνική νομοθετική διάταξη, με την οποία ορίζεται ότι απαιτείται κυβερνητική έγκριση προκειμένου οι επενδυτές να αποκτήσουν δικαίωμα ψήφου σε ανώνυμες εταιρείες εθνικής στρατηγικής σημασίας, αντίκειται στην ευρωπαϊκή νομοθεσία και συγκεκριμένα στην ελευθερία εγκαταστάσεως.

Ειδικότερα, η ελληνική νομοθεσία εξαρτά από προηγούμενη έγκριση την απόκτηση δικαιωμάτων ψήφου εκείνων που αντιπροσωπεύουν άνω του 20% του μετοχικού κεφαλαίου ορισμένων εταιρειών που χαρακτηρίζονται ως εθνικής σημασίας, οι οποίες έχουν τη μονοπωλιακή εκμετάλλευση εθνικών δικτύων και υποδομών. Να σημειωθεί ότι η υπόθεση έφτασε ενώπιον της ευρωπαϊκής δικαιοσύνης μετά την άσκηση προσφυγής από την Επιτροπή κατά της Ελλάδας.

Η Επιτροπή υποστήριξε ότι το ισχύον ελληνικό σύστημα που εφαρμόζεται σε ορισμένες εταιρείες εθνικής στρατηγικής σημασίας συνεπάγεται περιορισμούς τόσο της ελευθερίας εγκαταστάσεως όσο και της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων, δεδομένου ότι οι εταιρείες αυτές έχουν μετοχές διαπραγματεύσιμες στο Χρηματιστήριο. Παράλληλα, ισχυρίστηκε ότι ο εκ των υστέρων έλεγχος έχει ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση της πραγματικής συμμετοχής των μετόχων στη διαχείριση των επιχειρήσεων. Η ελληνική πλευρά, από τη μεριά της, σημείωσε ότι η ανωτέρω διαδικασία δεν εφαρμόζεται στις ήδη ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις στις οποίες το Δημόσιο διατηρεί ειδικά προνόμια («golden shares») αλλά σε επιχειρήσεις εθνικής στρατηγικής σημασίας που δεν έχουν ακόμα ιδιωτικοποιηθεί και συνεπώς εκφεύγουν του πεδίου εφαρμογής των θεμελιωδών ελευθεριών.

Με την απόφασή του [PDF], το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η Συνθήκη επιτρέπει στα κράτη-μέλη να εγκαθιδρύσουν ένα καθεστώς αποκρατικοποιήσεων υπό την προϋπόθεση του σεβασμού των θεμελιωδών ελευθεριών τις οποίες εγγυάται η Συνθήκη. Διευκρινίζει δηλαδή ότι εφόσον ένα κράτος αποφασίσει να μετατρέψει δημόσιες επιχειρήσεις σε ανώνυμες εταιρίες των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο και μπορούν να αγοράζονται ελεύθερα στην αγορά, δεν μπορεί στη συνέχεια να επικαλεστεί τον κανόνα της προστασίας της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, εξαιρώντας την αγορά των συγκεκριμένων μετοχών και εγκαθιδρύοντας σύστημα προηγούμενης εγκρίσεως. Εν συνεχεία, εξέτασε την ύπαρξη δικαιολογητικού λόγου για την επιβολή των περιορισμών στην ελευθερία εγκαταστάσεως, υπό το πρίσμα του επικαλούμενου σκοπού της διασφάλισης της συνεχούς παροχής των βασικών υπηρεσιών και λειτουργίας των δικτύων που είναι απαραίτητες για την οικονομική και κοινωνική ζωή. Κατέληξε λοιπόν ότι η επίκληση της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασμού εκ μέρους της ελληνικής πλευράς είναι δυνατή μόνο σε περίπτωση πραγματικής και αρκούντως σοβαρής απειλής, θίγουσας θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας.

Τέλος, έκρινε ότι οι διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας δεν πληρούν τα κριτήρια προσφορότητας και αναλογικότητας για την επίτευξη των προβαλλόμενων σκοπών. Καταλήγοντας έτσι το Δικαστήριο κρίνει ότι τόσο η προηγούμενη έγκριση όσο και ο εκ των υστέρων έλεγχος παρέχουν στις εθνικές αρχές υπερβολικά ευρεία διακριτική ευχέρεια, δυσχερώς ελέγξιμη από τα δικαστήρια. Κατά συνέπεια, οι περιορισμοί της ελευθερίας εγκαταστάσεως τους οποίους συνεπάγεται το ελληνικό σύστημα προηγουμένης εγκρίσεως και εκ των υστέρων ελέγχου αντίκεινται στην ελευθερία εγκαταστάσεως και δεν μπορούν να δικαιολογηθούν.

Σχόλια