ΔΕΕ: Πρόταση για αυστηρότερο έλεγχο στο μονοπώλιο του ΟΠΑΠ – Αρμόδιο το ΣτΕ για τελική κρίση

0

Η υπόθεση έφτασε ενώπιον της Δικαιοσύνης όταν οι εγκατεστημένες στη Μ. Βρετανία εταιρείες Stanleybet, William Hill και Sportingbet άσκησαν ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας αίτηση ακυρώσεως κατά της σιωπηρής απόρριψης εκ μέρους των ελληνικών αρχών των αιτήσεών τους για παραχώρηση άδειας οργάνωσης αθλητικών στοιχημάτων στη χώρα μας. Να σημειωθεί ότι η οργάνωση και η λειτουργία τυχερών παιγνίων στην Ελλάδα έχει ανατεθεί έως το 2020 στον ΟΠΑΠ.

Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ προκειμένου να διευκρινιστεί αν αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης και ιδίως στις αρχές της ελεύθερης εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών, η εθνική κανονιστική ρύθμιση, με την οποία παρέχεται αποκλειστικό δικαίωμα λειτουργίας των τυχερών παιγνίων σ’ έναν οργανισμό. Σημειώνεται μάλιστα ότι, μολονότι σκοπός της εθνικής ρύθμισης είναι ο περιορισμός της προσφοράς των παιγνίων και η καταπολέμηση της συναφούς εγκληματικότητας, ο ΟΠΑΠ ασκεί επεκτατική εμπορική πολιτική.

Το Δικαστήριο, με τη σημερινή του απόφαση [Link], επισημαίνει ότι το νομοθετικά κατοχυρωμένο μονοπώλιο του ΟΠΑΠ πράγματι συνεπάγεται περιορισμό της ελεύθερης εγκατάστασης και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και ως εκ τούτου, προχωρά στο έλεγχο του κατά πόσο ο περιορισμός αυτός δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος. Στο πλαίσιο αυτό, το ΔΕΕ αναγνωρίζει τις σημαντικές διαφορές ηθικής, θρησκευτικής και πολιτιστικής φύσεως μεταξύ των κρατών-μελών και, ελλείψει κοινοτικής εναρμονίσεως, δέχεται ότι τα κράτη μπορούν να επιβάλουν περιορισμούς, οι οποίοι όμως θα πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις αναφορικά με την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας και της απαγόρευσης των διακρίσεων, διασφαλίζοντας συγχρόνως την επίτευξη των προβαλλομένων σκοπών κατά τρόπο συνεπή και συστηματικό.

Το ΔΕΕ διευκρινίζει ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να ελέγξει το σκοπό της εθνικής κανονιστικής ρύθμισης αλλά υπογραμμίζει ότι θα πρέπει να ληφθούν υπ’ όψη τόσο το ρυθμιστικό πλαίσιο λειτουργίας του ΟΠΑΠ όσο και οι εφαρμοζόμενες πρακτικές, όπως τα δικαιώματα και τα προνόμια που διαθέτει στη διαφήμιση των παιγνίων και ο καθορισμός του μέγιστου ποσού στοιχηματισμού ανά δελτίο. Επίσης, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να ελέγξει αν πράγματι υφίσταται κρατικός έλεγχος, με δεδομένο ότι ένα τόσο περιοριστικό μέτρο όπως το μονοπώλιο πρέπει να υπόκειται σε αυστηρό έλεγχο, ενώ στην περίπτωση του ΟΠΑΠ, το Ελληνικό Δημόσιο φαίνεται να έχει διατηρήσει ψήγματα μόνον εποπτείας.

Το Δικαστήριο καταλήγει αναφέροντας χαρακτηριστικά ότιαντιβαίνει προς το δίκαιο της Ένωσης εθνική κανονιστική ρύθμιση, ην οποία παρέχει σ’ ένα και μόνον οργανισμό το μονοπώλιο των τυχερών παιγνίων, χωρίς να μειώνει πράγματι τις δυνατότητες συμμετοχής σε παίγνια, εφόσον, αφενός, δεν περιορίζει τις δραστηριότητες στον τομέα αυτόν κατά συνεπή και συστηματικό τρόπο και, αφετέρου, δεν διασφαλίζει αυστηρό έλεγχο της επέκτασης των τυχερών παιγνίων αποκλειστικώς και μόνο στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας”.

Διευκρινίζεται δε, “ότι, λόγω της υπεροχής του άμεσα εφαρμοστέου δικαίου της Ένωσης, δεν μπορεί να συνεχίσει να εφαρμόζεται για μεταβατική περίοδο εθνική κανονιστική ρύθμιση, η οποία συνεπάγεται περιορισμούς ασυμβίβαστους προς την ελευθερία εγκατάστασης και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, οπότε οι εθνικές αρχές δεν μπορούν να μην αποφαίνονται, κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας περιόδου, επί αιτήσεων χορήγησης άδειας”. Συνεπώς, όπως προκύπτει από το κείμενο της απόφασης, “στο πλαίσιο αυτής της ασύμβατης προς το δίκαιο της Ένωσης κατάστασης, η Ελληνική Δημοκρατία έχει δύο δυνατότητες: Αν εκτιμά ότι η ελευθέρωση της αγοράς των τυχερών παιγνίων αντιβαίνει στο επίπεδο προστασίας των καταναλωτών, μπορεί να περιοριστεί στη μεταρρύθμιση του υφισταμένου μονοπωλίου και στην υποβολή του σε αποτελεσματικό και αυστηρό έλεγχο εκ μέρους των δημοσίων αρχών. Αντίθετα, αν το κράτος-μέλος επιλέξει την ελευθέρωση της αγοράς, η οποία δεν του επιβάλλεται κατ’ ανάγκην από το δίκαιο της Ένωσης, οφείλει να τηρεί τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, καθώς και την υποχρέωση διαφάνειας. Ως εκ τούτου, η καθιέρωση ενός συστήματος προηγούμενης διοικητικής αδειοδότησης πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία δεν εισάγουν διακρίσεις, προκειμένου να μην είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί κατά τρόπο αυθαίρετο η εξουσία εκτιμήσεως των εθνικών αρχών”.

Σχόλια