Ειδική έκθεση του Συνηγόρου του Πολίτη για την «Καταπολέμηση των Διακρίσεων»

0

Ο Συνήγορος του Πολίτη, σε ειδική έκθεση για την “Καταπολέμηση των Διακρίσεων”, αποτυπώνει τα συμπεράσματα από τη δράση του κατά το 2012 αναφορικά με την προώθηση της αρχής ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού, σύμφωνα με την κατά τον Ν.3304/2005 αρμοδιότητά του.

Σύμφωνα με την έκθεση [PDF], η περασμένη χρονιά δεν ήταν ευοίωνη ως προς την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων των πολιτών στη χώρα μας, καθώς παρατηρήθηκε μια επί τα χείρω ποιοτική μετάλλαξη της κατάστασης που επικρατεί στην ελληνική κοινωνία.

Ο Συνήγορος εκφράζει την έντονη ανησυχία του για μια διαφαινόμενη οπισθοδρόμηση της ελληνικής κοινωνίας και πολιτείας σχετικά με την εγρήγορση που απαιτείται ως προς την ουσιαστική καταπολέμηση των διακρίσεων. Τα μέλη της Ανεξάρτητης Αρχής απασχόλησε ιδιαίτερα η έξαρση του φαινομένου της ρατσιστικής βίας, τόσο ως προς τον διαρκώς αυξανόμενο αριθμό των περιστατικών και την ένταση της ασκούμενης βίας όσο και ως προς τη στάση που τηρούν οι αρμόδιοι κρατικοί φορείς σε σχέση με την αποτελεσματική αντιμετώπιση του φαινομένου και την προστασία των κοινωνικών ομάδων που στοχοποιούνται.

Επισημαίνεται δε, ότι “η τήρηση της νομιμότητας, η προστασία των δικαιωμάτων και η καταπολέμηση των διακρίσεων αποτελούν θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου. Επιπλέον, το έννομο αγαθό της δημόσιας ασφάλειας προσδιορίζεται κατά περιεχόμενο από τη διασφάλιση του ατομικού δικαιώματος στην ασφάλεια κάθε προσώπου, Έλληνα και αλλοδαπού, που διαμένει στην ελληνική επικράτεια. Η βία, και κυρίως η ρατσιστική, αποτελεί την πιο αποκρουστική μορφή εγκληματικής συμπεριφοράς, επειδή στοχοποιεί κατά κανόνα τη διαφορετικότητα και εκμεταλλεύεται την αδυναμία και τον κοινωνικό αποκλεισμό του θύματος”.

Στο πλαίσιο αυτό, απαιτούνται όχι μόνο νομοθετικές πρωτοβουλίες αλλά και συγκεκριμένος σχεδιασμός από την πλευρά των διωκτικών αρχών ώστε η δημοκρατική πολιτεία να ασκήσει αποτελεσματικά τη συνταγματική της αρμοδιότητα αναφορικά με την κατοχύρωση της ασφάλειας κάθε προσώπου που διαμένει στην ελληνική επικράτεια.

Σχετικά με τις διακρίσεις λόγω ηλικίας, στην έκθεση του Συνηγόρου γίνεται ειδική αναφορά, μεταξύ άλλων, στους όρους συμμετοχής στο διαγωνισμό δικαστικών επιμελητών και συγκεκριμένα, στην επιβολή ανώτατου ορίου. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, “κατά τη διερεύνηση αναφοράς με αντικείμενο τον καθορισμό βάσει νόμου (Ν. 2318/1995, άρθρο 3) ανώτατου ορίου ηλικίας (35ο έτος) για την κατοχύρωση δικαιώματος συμμετοχής στους διαγωνισμούς των δικαστικών επιμελητών, ο Συνήγορος ζήτησε από το υπουργείο Δικαιοσύνης να εξετάσει το ενδεχόμενο τροποποίησης της επίμαχης διάταξης, καθώς δεν ήταν εύλογη ούτε αναγκαία, αλλά και δεν συνιστούσε ουσιαστική και καθοριστική προϋπόθεση, λαμβανομένης υπόψη της φύσης της συγκεκριμένης επαγγελματικής δραστηριότητας. Το υπουργείο τροποποίησε την προαναφερθείσα διάταξη αυξάνοντας το όριο ηλικίας από τα 35 στα 40 έτη. Στη συνέχεια, εκδόθηκε και η υπ’ αριθμ. 1621/2012 απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ, βάσει της οποίας το όριο των 35 ετών για την πρόσβαση στο συγκεκριμένο επάγγελμα κρίθηκε δυσανάλογο σε σχέση με τον επιδιωκόμενο νομοθετικό σκοπό”.

Τέλος, σημειώνεται ότι ο Συνήγορος ασχολήθηκε με μια σειρά άλλων ζητημάτων που αφορούν διακρίσεις λόγω αναπηρίας, θρησκευτικών πεποιθήσεων, σεξουαλικού προσανατολισμού, φυλετικής καταγωγής ενώ υπογραμμίστηκε η σημασία της ευαισθητοποίησης των πολιτών και της κατάρτισης των αρμόδιων φορέων προκειμένου να περιοριστούν ανάλογα περιστατικά στο μέλλον.

Σχόλια