Εξαγοράσιμες ποινές φυλάκισης στους δύο αστυνομικούς

0

Το Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης επέβαλε ποινές φυλάκισης δύο ετών και τεσσάρων μηνών, εξαγοράσιμη προς πέντε ευρώ την μέρα, και οκτώ μηνών με τριεετή αναστολή αντίστοιχα, στους δύο αρχιφύλακες της ΕΛΑΣ που κατηγορούνται για την υπόθεση με την τραγική κατάληξη στην Σίνδο.

Το δικαστήριο καταδίκασε τους δυο αστυνομικούς με την κατηγορία της ελευθέρωσης κρατουμένου από αμέλεια χωρίς να τους αναγνωρίσει το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου.

Κατά τη διάρκεια της πολύωρης ακροαματικής διαδικασίας ο πρόεδρος του δικαστηρίου ρώτησε πολλές φορές τους δυο αρχιφύλακες γιατί μετέφεραν τον δράστη χωρίς χειροπέδες.

Ο ένας εκ των δυο κατηγορουμένων έσπευσε να εξηγήσει ότι ο δράστης ήταν γνωστός στην Ασφάλεια Σίνδου καθώς είχε προσαχθεί περισσότερες από 15 φορές για υποθέσεις ναρκωτικών και μικροκλοπές.

«Εγώ στον [όνομα δράστη] και σε κάθε [όνομα δράστη] δεν φοράω χειροπέδες», τόνισε χαρακτηριστικά.

Στην ερώτηση γιατί δεν κάθισε κάποιος από τους αστυνομικούς πίσω, μαζί με τον 33χρονο, ο 49χρονος κατηγορούμενος έσπευσε να απαντήσει πως ποτέ δεν κάθονται αστυνομικοί πίσω, εκτός αν πρόκειται για περιπτώσεις εγκληματιών.

Περιγράφοντας τη στιγμή που ο 33χρονος κατάφερε να πάρει το υπηρεσιακό του όπλο από το τσαντάκι, υπογράμμισε ότι ο δράστης το άρπαξε, όταν άνοιξε το φερμουάρ για να σηκώσει το κινητό του τηλέφωνο.

«Ακούω δυνατά τον [όνομα δράστη] να φωνάζει: σταμάτα. Τον κοίταξα στα μάτια και κατάλαβα ότι μπορεί να σκοτώσει άνθρωπο», τόνισε χαρακτηριστικά.

«Δεν χάσαμε την ψυχραιμία, προσπαθήσαμε να τον ηρεμήσουμε», προσέθεσε.

Όπως επισήμανε, ο δράστης υπό την απειλή του όπλου τούς υποχρέωσε να ανοίξουν την πόρτα για να διαφύγει. Αναφερόμενος δε στη στιγμή της επιβίβασης του δράστη στο αστικό λεωφορείο υπογράμμισε ότι εκείνη την ώρα επικρατούσε χάος.
«Μαζεύτηκαν γύρω στα 30 περιπολικά. Υπήρχε χαμός και κανένας συντονισμός», σημείωσε.

Ο δεύτερος κατηγορούμενος κατέθεσε ότι ο 33χρονος ήταν από τους πρώτους που γνώρισε όταν κλήθηκε να υπηρετήσει στο Τμήμα Ασφάλειας Σίνδου.

«Δεν πιστεύω ότι είναι αληθινό αυτό που έγινε», δήλωσε προσπαθώντας να δικαιολογήσει την επιλογή τους να μην «περάσουν» στο δράστη χειροπέδες.
«Καμία φορά δεν αντέδρασε. Ήταν ακίνδυνος και άρρωστος», κατέληξε.

Πριν τις απολογίες των δυο αρχιφυλάκων κατέθεσαν τρεις μάρτυρες οι οποίοι ισχυρίστηκαν ότι ο πρώτος κατηγορούμενος -παρότι άοπλος- συμμετείχε από την πρώτη στιγμή στην καταδίωξη του δραπέτη, συμβάλλοντας στην ακινητοποίηση και σύλληψή του.
Επιπλέον επισήμαναν ότι συχνά οι αστυνομικοί δεν χρησιμοποιούν χειροπέδες, κρίνοντας ότι κάποιος που συλλαμβάνεται είναι ακίνδυνος ή δεν είναι ύποπτος φυγής.

Σε ερώτηση του δικαστηρίου γιατί κανείς δε σημάδεψε τον δράστη, ένας εκ των μαρτύρων κατέθεσε ότι υπήρχε φόβος μήπως χτυπηθεί κάποιο άλλο άτομο.

Σχόλια