ΣτΕ: Aπαλλαγή από το ΕΤΑΚ δεσμευμένων κατά την αρχαιολογική νομοθεσία ιδιοκτησιών

0

Με την υπ’ αριθμόν 519-520/2014 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε
η απαλλαγή από το Ενιαίο Τέλος Ακινήτων (ΕΤΑΚ),
των ιδιοκτησιών που έχουν δεσμευθεί κατά την αρχαιολογική ή πολεοδομική νομοθεσία.

Ειδικότερα, η Ολομέλεια έκρινε πως λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του Ν. 3028/2002 «Για την προστασία των Αρχαιοτήτων και της εν γένει Πολιτιστικής Κληρονομιάς» (Α΄ 153), στην έννοια του «ακινήτου που έχει δεσμευθεί από την αρχαιολογική υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού, λόγω αρχαιολογικής έρευνας» και που, ως εκ τούτου, απαλλάσσεται από το ενιαίο τέλος ακινήτων, κατά τα οριζόμενα στο ν. 3634/2008 (περίπτωση δ του άρθρου 8), υπάγεται κάθε ιδιωτικό ακίνητο όταν, λόγω της σημασίας του για την αρχαιολογική εν γένει έρευνα, η κατά προορισμό χρήση και εκμετάλλευσή του έχει περιορισθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, να έχει καταστεί ουσιαστικά αδύνατη για τον ιδιοκτήτη του. Η υπαγωγή ενός τέτοιου ακινήτου σε φόρο ακίνητης περιουσίας, όπως το ένδικο ενιαίο τέλος ακινήτων, αφ’ ενός μεν θα συνιστούσε υπέρμετρη επιβάρυνση της ιδιοκτησίας, κατά παράβαση του άρθρου 17 του Συντάγματος και του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφ’ ετέρου δε, θα ερχόταν σε αντίθεση με το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, αφού, υπό τις συνθήκες αυτές, η κυριότητα του ακινήτου, ως αντικείμενο του φόρου, δεν θα αποτελούσε, για τον ιδιοκτήτη, ένδειξη αντίστοιχης φοροδοτικής ικανότητας, διασφαλίζοντας, τη φορολόγησή του «ανάλογα με τις δυνάμεις του».

Κρίθηκε επίσης, ότι ο Ν. 3634/2008, θεσπίζοντας το Ε.Τ.Α.Κ. ως φόρο επί της ακίνητης περιουσίας, απέβλεψε στον καθορισμό της πραγματικής αγοραίας αξίας των ακινήτων, ως βάσης επιβολής του φόρου. Στην περίπτωση αυτή, η εξαίρεση καταλαμβάνει και την έκτακτη εισφορά του Ν. 3808/2009, αφού και για την εισφορά αυτή εφαρμόζονται, οι διατάξεις περί φορολογητέας αξίας που ισχύουν για το ενιαίο τέλος.

Σχόλια