ΣτΕ: Νόμιμη η επιβολή του τέλους επιτηδεύματος [Doc]

0

Το Συμβούλιο της Επικρατείας, με μια σειρά σχετικών αποφάσεων, έκρινε ότι είναι νόμιμη και συνταγματική η επιβολή του τέλους επιτηδεύματος στους επιτηδευματίες και ελεύθερους επαγγελματίες που τηρούν βιβλία Β’ ή Γ’ κατηγορίας, του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων.

Στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο είχαν προσφύγει κατά του επίμαχου τέλους, οι Δικηγορικοί Σύλλογοι Αθηνών, Θεσσαλονίκης, Βόλου και Χαλκίδας, καθώς και το Σωματείο Έλληνες Φορολογούμενοι. Συγκεκριμένα οι Σύλλογοι ζητούσαν την ακύρωση του Ν. 3986/2011, βάσει του οποίου επιβλήθηκε το τέλος επιτηδεύματος, καθώς και την ακύρωση της από 2.8.2011 απόφασης του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών που καθορίζει τη διαδικασία βεβαίωσης και είσπραξης του εν λόγω τέλους.

Οι προσφεύγοντες υποστήριξαν ότι το τέλος επιτηδεύματος αποτελεί ουσιαστικά φόρο, ο οποίος μάλιστα δεν αντανακλά την πραγματική φοροδοτική ικανότητα των δικηγόρων αλλά μια «επίπλαστη» οικονομική δυνατότητα, η οποία δεν προκύπτει από «τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις παρούσες συνθήκες ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος». Επιπλέον, οι Σύλλογοι επικαλέστηκαν παραβίαση των συνταγματικών αρχών της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, καθώς και του άρ. 78 του Συντάγματος, βάσει του οποίου απαιτείται τυπικός νόμος για την επιβολή και την είσπραξη φόρου.

Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας κατ’ αρχήν δέχτηκε ότι παρά το χαρακτηρισμό της ως τέλους, η επίμαχη επιβάρυνση συνιστά φόρο κατά την έννοια του αρ.78 του Συντάγματος καθώς, «επιβλήθηκε για την αύξηση των δημοσίων εσόδων και επομένως προς εξυπηρέτηση κρατικών εν γένει σκοπών (αντιμετώπιση των γενικών δημοσιονομικών αναγκών της χώρας) και δεν καταβάλλεται έναντι ειδικής αντιπαροχής, ήτοι έναντι ειδικώς παρεχόμενης δημόσιας υπηρεσίας προς τους βαρυνόμενους με αυτό». Ωστόσο, οι Σύμβουλοι τόνισαν, ότι ο φόρος δεν αποκλείεται να βαρύνει ορισμένο μόνο κύκλο προσώπων ή πραγμάτων, εφόσον «πλήττει ορισμένη φορολογητέα ύλη η οποία, κατ΄ αυτό τον τρόπο, επιτρέπει την επιβάρυνση του συγκεκριμένου αυτού κύκλου φορολογουμένων βάσει γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων που τελούν σε συνάφεια με το ρυθμιζόμενο θέμα» και «μετά τη διαπίστωση του νομοθέτη ότι πολύ μεγάλος αριθμός των εν λόγω κατηγοριών φορολογουμένων δηλώνουν καθαρά κέρδη κάτω του αφορολογήτου ορίου». Επίσης, δεν διαπίστωσαν παραβίαση συνταγματικών διατάξεων και αρχών καθώς, «η επιβολή του εν λόγω φόρου βάσει κριτηρίων (χρονικών, τοπικών και πληθυσμιακών) δεν υπερβαίνει τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του νομοθέτη να καθορίζει τον ενδεδειγμένο εκάστοτε τρόπο φορολογήσεως διαφόρων κατηγοριών φορολογουμένων».

Τέλος, η Ολομέλεια έκρινε ότι δεν συντρέχει προσβολή της αρχής της αναλογικότητας και της επαγγελματικής ελευθερίας του αρ.5 παρ.1 του Συντάγματος, καθώς κρίθηκε ότι η επίδικη φορολογική επιβάρυνση δεν αποτελεί, δεδομένου του σκοπού της και του μικρού ετήσιου ύψους της, υπέρμετρο περιορισμό και εμπόδιο στην ακώλυτη εξάσκηση του επαγγέλματος , ώστε να καθίσταται αυτή αδύνατη ή ουσιωδώς δυσχερής.

Κατόπιν αυτών, το Συμβούλιο της Επικρατείας, με τις υπ’αριθμ. 2527/2013 [PDF] -2531/2013 αποφάσεις του, απέρριψε τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων ως αβάσιμους και απεφάνθη υπέρ της συνταγματικότητας της επιβολής του τέλους επιτηδεύματος.
 

Σχόλια