Συνταγματικός ο περιορισμός των αιτήσεων αναστολής σε φορολογικές διαφορές | απ. 35/2013 ΣτΕ

0

Η Επιτροπή Αναστολών της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την υπ. αριθμ. 35/2013 αποφάσή της [PDF], έκρινε συνταγματική και σύμφωνη με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου τη διάταξη του άρθρου 38 του Ν. 3900/2010, με την οποία προβλέπεται ότι σε φορολογικές και τελωνειακές υποθέσεις, ως λόγος αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, μόνο η πρόδηλη βασιμότητα του ενδίκου μέσου. Η μη πρόβλεψη δε, ως λόγου αναστολής και της ανεπανόρθωτης ή δυσχερώς επανορθώσιμης βλάβης, συνιστά περιορισμό συνταγματικά ανεκτό και δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας.

Ειδικότερα, η υπόθεση έφτασε στο ΣτΕ μετά από προδικαστικό ερώτημα του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Στο Εφετείο είχε προσφύγει μια ανώνυμη εταιρεία, η οποία ζητούσε την αναστολή εκτέλεσης απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ο ισχυρισμός της και της είχε επικυρωθεί η επιβολή από τη Δ.Ο.Υ. φόρου ύψους 350.000 ευρώ περίπου. Στη συνέχεια, η εταιρεία προσέφυγε στο Διοικητικό Εφετείο ζητώντας την αναστολή εκτέλεσης και τη συνακόλουθη ακύρωση της απόφασης του Πρωτοδικείου.

Το Εφετείο απέστειλε στο ΣτΕ προδικαστικό ερώτημα αναφορικά με το αν η διάταξη του άρθρου 209Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας («Ειδικώς στις φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, στις οποίες η προθεσμία ή η άσκηση του ένδικου μέσου δεν συνεπάγεται κατά νόμο την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, μπορεί ύστερα από αίτηση εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο, να ανασταλεί με συνοπτικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου, εν όλω ή εν μέρει την εκτέλεση της απόφασης αυτής, μόνο αν το ένδικο μέσο κρίνεται ως προδήλως βάσιμο. Η χορήγηση αναστολής αποκλείεται κατά το μέρος που η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ήδη εκτελεσθεί. Κατά τα λοιπά ισχύουν όσα αναφέρονται στα άρθρα 206, 207 και 209 του παρόντος.») έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 20 του Συντάγματος και τα άρθρα 6 και 13 της ΕΣΔΑ.

Οι Σύμβουλοι τόνισαν ότι για τις φορολογικές και για τις τελωνειακές διαφορές, ο νόμος δίνει τη δυνατότητα προσωρινής δικαστικής προστασίας για την αποφυγή πρόκλησης ανεπανόρθωτης ή δυσχερώς επανορθώσιμης βλάβης και η σχετική ρύθμιση έχει ως δικαιολογητική βάση την αποθάρρυνση της άσκησης ένδικων μέσων με μόνο σκοπό την καθυστέρηση στην εκπλήρωση νόμιμων υποχρεώσεων, ιδίως εκείνων που αφορούν την καταβολή φόρων, με άξονα την οικονομία της δίκης και την αποφυγή άσκοπης παράτασης δικών.

Συνεπώς, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο έκρινε ότι η ρύθμιση του άρθρου 38 του Ν. 3900/2010, με την οποία προβλέπεται ότι σε περιπτώσεις φορολογικών και τελωνειακών διαφορών, η αναστολή εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης γίνεται δεκτή μόνο υπό την προϋπόθεση της πρόδηλης βασιμότητας του ενδίκου μέσου, “δεν παραβιάζει τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 και 13 της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι η ρύθμιση αυτή αναφέρεται σε υποθέσεις για τις οποίες έχει ήδη εξενεχθεί δικαστική κρίση με την πρωτόδικη απόφαση, η οποία συνιστά κατά το νόμο τίτλο εισπράξεως του ποσού του φόρου, τέλους ή προστίμου που κρίθηκε δικαστικώς οφειλόμενο”. Συνεπώς, “η επίμαχη ρύθμιση δεν παρίσταται ως μέτρο δυσανάλογο σε σχέση με τους επιδιωκόμενους από τον νόμο σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, οι δε ισχυρισμοί της αιτούσας περί παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας και των ανωτέρω συνταγματικής και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι”.

 

Συνταγματικός ο περιορισμός των αιτήσεων αναστολής σε φορολογικές διαφορές | απ. 35/2013 ΣτΕ by LawNet

Σχόλια