Ζητήματα αντισυνταγματικότητας του πολυνομοσχεδίου εγείρει η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής

0

Ειδικότερα, η Υπηρεσία επισημαίνει ότι ο νομοθέτης, βάσει του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, έχει υποχρέωση να σεβαστεί την αρχή της αναλογικότητας όταν πρόκειται να επιβάλει περιορισμούς σε δικαιώματα των πολιτών και να εκτιμήσει κατά πόσο το επιδιωκόμενο οικονομικό, εν προκειμένω, αποτέλεσμα είναι δυνατό να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα.

Προσθέτει μάλιστα ότι ο νομοθέτης υποχρεούται να εξετάσει επί τη βάσει αναλογιστικών μελετών, αν η επιβαλλόμενη μείωση των καταβαλλόμενων επιδομάτων εφάπαξ είναι πράγματι αναγκαία για την προστασία του κεφαλαίου των ασφαλιστικών οργανισμών καθώς και αν και σε ποιο βαθμό οι ρυθμίσεις είναι απαραίτητες για τον περιορισμό των δαπανών του Δημοσίου, έναντι του οποίου έχουν οικονομική αυτοτέλεια οι ασφαλιστικοί οργανισμοί.

Χαρακτηριστικά, οι νομικοί της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής σημειώνουν ότι «Υπό το φως των ανωτέρω, πρέπει να προκύπτουν σαφώς από την Αιτιολογική Έκθεση τα αποτελέσματα των αναλογιστικών μελετών ανά φορέα – τομέα πρόνοιας, ιδίως σε σχέση με την ανταποδοτικότητα των εισφορών – παροχών των εφάπαξ βοηθημάτων στους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.1992, έτσι ώστε να είναι εμφανής και σαφώς διαγνώσιμη η αναγκαιότητα επιβολής ενός τέτοιου περιορισμού για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νόμο σκοπού».

Να σημειωθεί ότι οι μειώσεις ξεκινούν από 1.94% (Τομέας Πρόνοιας Αστυνομικών του ΤΕΑΠΑΣΑ) και αγγίζουν το 83% (Τομέας Πρόνοιας Εργοληπτών Δημοσίων Έργων του ΕΤΑΑ) ενώ η Κυβέρνηση προσδοκά μέσω του εξορθολογισμού των παροχών εφάπαξ του 2013 και 2014 να εξοικονομήσει περίπου 245 εκ. ευρώ. Στην έκθεσή της, η Επιστημονική Υπηρεσία αναφέρεται και στην αντισυνταγματικότητα της διάταξης που περιλαμβάνεται στο πολυνομοσχέδιο και καθορίζει το ύψος του κατώτατου ορίου αποδοχών καταργώντας τη συλλογική αυτονομία, ξεκαθαρίζοντας πως η συλλογική σύμβαση εργασίας δεν μπορεί να τροποποιηθεί ή να καταργηθεί με τυπικό νόμο. Τονίζεται δε ότι το άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος περιορίζει το ρόλο του νομοθέτη και θέτει τη συλλογική διαπραγμάτευση ως βασικό παράγοντα ρύθμισης των εργασιακών σχέσεων.

Η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής υπογραμμίζει πως η συλλογική αυτονομία υποχωρεί υπέρ της αποκλειστικής πολιτειακής ρύθμισης μόνον εφόσον συντρέχουν ειδικοί λόγοι, ενώ, εφόσον υπάρχει συλλογική σύμβαση εργασίας, αυτή δεν μπορεί να τροποποιηθεί ή να καταργηθεί με τυπικό νόμο. Στο σημείο αυτό σημειώνει πως με την προτεινόμενη διάταξη καταργούνται ρυθμίσεις, οι οποίες προβλέπονται στην ισχύουσα από 15.7.2010 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας.

Στην έκθεση μάλιστα υπογραμμίζεται χαρακτηριστικά ότι «Το εάν εν προκειμένω υφίστανται λόγοι δημοσίου συμφέροντος, και κυρίως εάν ενόψει των διαδοχικών μειώσεων παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, αποτελεί ζήτημα το οποίο τελικώς θα κριθεί από τα αρμόδια Δικαστήρια, εφόσον, ευνοήτως, το ζήτημα τεθεί ενώπιόν τους κατόπιν σχετικής δικαστικής προσφυγής».

Τέλος, η Επιστημονική Υπηρεσία επισημαίνει επιπλέον θέματα πλημμελούς διατύπωσης ενώ θέτει και διευκρινιστικά ερωτήματα για τις αποζημιώσεις απόλυσης.

Σχόλια