ΕΔΔ: Η θέση της Ένωσης επί της αντισυνταγματικής πρότασης να διατεθούν δικαστές στα πειθαρχικά συμβούλια με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση

0

Προς: 

               1.Tον Υπουργό Δικαιοσύνης  κ. Κωνσταντίνο Τσιάρα

               2. Τον Υπουργό Εσωτερικών κ. Παναγιώτη Θεοδωρικάκο

               Κοινοποίηση:

               Πρόεδρο του ΝΣΚ κ.  Ιωάννη-Κωνσταντίνο Χαλκιά

Θέση της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών επί της αντισυνταγματικής πρότασης να διατεθούν δικαστές στα πειθαρχικά συμβούλια με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση

           Με το 559/11248/28.5.2020 έγγραφο του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου του Υπουργείου Εσωτερικών που υπογράφεται από τον Αντιπρόεδρο του ΝΣΚ Νικολάου Μουδάτσο, Πρόεδρο του εν λόγω Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, προτείνεται προς τον κ. Υπουργό Εσωτερικών να αναλάβει πρωτοβουλία ώστε να οριστεί με νομοθετική πράξη ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο «η διάθεση» στα πειθαρχικά συμβούλια με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση των υπηρετούντων σε αυτά δικαστικών λειτουργών, προκειμένου, όπως αναφέρεται, να καταστεί δυνατή η μείωση των υποθέσεων που εκκρεμούν στα πειθαρχικά συμβούλια και να αποτραπεί ο κίνδυνος της παραγραφής ικανού αριθμού πειθαρχικών αδικημάτων.

Η παραπάνω πρόταση είναι αντισυνταγματική, θίγει δε βάναυσα το κύρος των δικαστικών λειτουργών. Ειδικότερα:

Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 89 του Συντάγματος «Απαγορεύεται  στους δικαστικούς λειτουργούς να παρέχουν κάθε άλλη μισθωτή υπηρεσία καθώς και να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα». Τα ασυμβίβαστα των δικαστικών λειτουργών αποτελούν σημαντική πτυχή της κατοχύρωσης της δικαστικής ανεξαρτησίας. Στην αρχική διατύπωση του άρθρου 89 του Συντάγματος πάντως δεν περιλαμβανόταν γενική απαγόρευση ανάθεσης διοικητικών καθηκόντων στους δικαστικούς λειτουργούς. Αντιθέτως στην παρ. 3 οριζόταν ότι «επιτρέπεται … η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς  λειτουργούς» και μάλιστα «είτε παράλληλα με την άσκηση των κύριων καθηκόντων τους είτε αποκλειστικά, για  ορισμένο χρονικό  διάστημα, ως νόμος ορίζει». Απαγόρευση (καταρχήν) ανάθεσης διοικητικών καθηκόντων στους δικαστικούς λειτουργούς περιλήφθηκε στο συνταγματικό κείμενο με την αναθεώρηση του 2001. Έτσι σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 89 του Συντάγματος «η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς απαγορεύεται…». Κατ’ εξαίρεση των ανωτέρω, όπως ορίζει η παρ. 2 του ίδιου άρθρου του Συντάγματος «…επιτρέπεται στους δικαστικούς λειτουργούς … να μετέχουν σε συμβούλια ή επιτροπές που ασκούν αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα … εφόσον η συμμετοχή τους αυτή προβλέπεται ειδικά από το νόμο».

Η καταρχήν απαγόρευση της ανάθεσης διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς εγγυάται ευθέως τη διασφάλιση της λειτουργικής ανεξαρτησίας των τελευταίων. Τα διοικητικά όργανα επιτελούν το καθήκον τους υπακούοντας μεν πρωτίστως στο Σύνταγμα και στους νόμους, όμως δεν παύουν να υπάγονται σε διοικητική ιεραρχία, η οποία επιτρέπει τον ιεραρχικό τους έλεγχο. Απολαμβάνουν δηλαδή μία σχετική και μόνο λειτουργική ανεξαρτησία, καθόσον επιδιώκεται μία διαλεκτική σχέση μεταξύ ιεραρχικής υποταγής από τη μια και περιορισμένης λειτουργικής ανεξαρτησίας από την άλλη (Τσάτσος, Συνταγματικό Δίκαιο τ. Β. 1993, σ. 433). Εξάλλου, η απαγόρευση ανάθεσης διοικητικών καθηκόντων στους δικαστικούς λειτουργούς συντελεί στη προσήλωση των τελευταίων στο δικαιοδοτικό τους έργο. Το Σύνταγμα, όπως προεκτέθηκε, επιτρέπει, κατ’ εξαίρεση, μεταξύ ελάχιστων ακόμα συγκεκριμένων περιπτώσεων, τη συμμετοχή των δικαστικών λειτουργών σε συλλογικά όργανα που ασκούν πειθαρχικές αρμοδιότητες. Και σε αυτή την περίπτωση πάντως αποκλείεται σαφώς η συμμετοχή αυτή να παίρνει τη μορφή της πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης. Τούτο συνάγεται και από το ίδιο το γράμμα της αναθεωρημένης της παρ 3 του άρθρου 89 του Συντάγματος σε σχέση με την αρχική. Το Σύνταγμα δηλαδή δεν επιτρέπει επ’ ουδενί την απομάκρυνση των δικαστικών λειτουργών από τα κύρια υπηρεσιακά τους καθήκοντα προκειμένου να ασκήσουν καθήκοντα του μέλους συλλογικού πειθαρχικού οργάνου.

Η απομάκρυνση του δικαστικού λειτουργού, άλλωστε, από τα δικαστικά του καθήκοντα προκειμένου να μετέχει σε συλλογικό πειθαρχικό όργανο θα συνιστούσε υποτίμηση του ρόλου του (υπαλληλοποίηση) και εν τέλει προσβολή της δικαστικής λειτουργίας.

Προσβλητική, εξάλλου, θεωρούμε και τη χρήση του όρου «να διατεθούν» ως προς τους δικαστικούς λειτουργούς.

Το σοβαρό πρόβλημα της εκκρεμότητας τόσο στη Διοίκηση όσο και στη Δικαιοσύνη αντιμετωπίζεται με κάλυψη όλων των κενών θέσεων υπαλλήλων και δικαστών και την επαρκή χρηματοδότηση των σχετικών υποδομών.

Τονίζουμε, τέλος, ότι η Πολιτεία εξακολουθεί να παραλείπει να καθορίσει αποζημίωση για τα μέλη των Πρωτοβάθμιων Πειθαρχικών Συμβουλίων, παρά τη σχετική νομοθετική εξουσιοδότηση προς τούτο προς τους Υπουργούς Οικονομίας και Εσωτερικών [άρθρο 146 Β΄ παρ. 4 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007 (ΦΕΚ 26 Α΄) Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.]. Επισημαίνουμε ότι η Ένωσή μας, με επανειλημμένες παρεμβάσεις στους αρμόδιους Υπουργούς, έχει ζητήσει την υλοποίηση της ανωτέρω υποχρέωσης της Πολιτείας, όμως ούτε η παρούσα κυβέρνηση, ούτε η προηγούμενη έχει ανταποκριθεί σχετικά.

Κατόπιν αυτών, θεωρούμε αυτονόητο ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή η ανωτέρω πρόταση του Αντιπροέδρου του ΝΣΚ Νικολάου Μουδάτσου.

Με αφορμή την παρούσα παρέμβαση μας επαναλαμβάνουμε το αίτημά μας να καθοριστεί άμεσα αποζημίωση για τα μέλη των Πρωτοβάθμιων Πειθαρχικών Συμβουλίων.

Σχόλια